ΤΑ ΜΗΛΑ
Γυρνούσε με τη μεγάλη δερμάτινη σάκα του
ταχυδρόμος των γραμμάτων έντιμος
κλείνοντας λογαριασμούς πλέον.
Ζητούσε, την Έλλη τη Λόλα, τον Μίμη την Άννα
να επιδώσει τα μήλα
που λαχταριστά στο πανέρι
κάποτε εικονικά – εν ώρα πρώτης γραφής
τούς είχε μεγαλόφωνα προσφέρει.
Και είχε η υπόσχεση αργήσει πολύ.
Κάμπος ο τόπος του σχεδόν παραθαλάσσιος
όπου μηλιές και μήλα σκουληκιάζανε•
και τα χρωστούμενα
‒μην τάξεις του άγιου και του παιδιού…‒
σκουλήκιαζαν εν τω μεταξύ την ψυχή του.
Αλλά δεν έβρισκε πια πουθενά
(εκείνα τα ζωγραφισμένα παιδιά)
και περιπλανιόταν αδιάκοπα κι ερευνούσε
ενώ οσμή αποσύνθεσης αναδινόταν
όλο εντονότερα απ’ την ασήκωτη σάκα•
και περιπλανιόταν άχρηστος… περιπλανιόταν
γράμμα εικοστό και πέμπτο ανεπίδοτο
της τρομερής αλφαβήτας.
ΒΑΣΕΙΣ
Ο κόκορας που τότε
από βαριά αμέλεια δεν θυσίασα
στα θεμέλιά μου,
και η δεντρογαλιά
που από φόβο ενστικτώδη και άγνοια
‒μία με την αξίνα στο κεφάλι– ενώ
μ’ εκλιπαρούσε η έρμη συρίζοντας
(νάτο πάλι το βλέμμα της)
έρχονται κάθε τόσο και ζητούν
χάρη η μία για ζωή
και θάνατο ο μελλοθάνατος άλλος
απ’ τα χέρια μου.
Πώς θέλεις σπίτι έπειτα και προκοπή
εγώ να στεριώσω,
πώς θες ζωή χαρισάμενη.
[Από τη συλλογή Επί ανέμων ασπαλάθων κι απήγανων, Γαβριηλίδης, Αθήνα 2014. Φωτογραφία: John Bulmer (1960).]







