frear

«Ο μεγάλος αδερφός»: ανατομία μιας κοινής διαστροφής – γράφει η Χριστίνα Καραντώνη

Θεοφάνης Ιωάννου, Ο μεγάλος, μεγάλος αδερφός και η σκιά του όνου, εκδ. Αρμός, Αθήνα 2026.

Τι κάνει έναν αδερφό δύο φορές μεγάλο; Τι σημαίνει μεγάλος, τι μεγάλος μεγάλος και τι εντέλει αδερφός; Ποιοι οι λόγοι που ο αδερφός εντέλει δεν απλώς ονομάζεται αλλά και καθίσταται «αδερφός», τίθεται δηλαδή εντός εισαγωγικών; Η σκιά του όνου, επίσης, πώς σχετίζεται με τον (όχι απλώς έναν) μεγάλο μεγάλο αδερφό;

Αρκετά τα ερωτήματα που γεννά ο τίτλος του προσφάτως εκδοθέντος από τις εκδόσεις Αρμός μυθιστορήματος (ας τεθεί και εδώ ερωτηματικό) του Θεοφάνη Ιωάννου, Ο μεγάλος, μεγάλος αδερφός και η σκιά του όνου, πέραν του να παραπέμπει συνειρμικά στον Georges Orwell. Οι πληροφορίες που παρέχονται στο οπισθόφυλλο, γεννούν νέα. Μεταφέρω:

Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν δύο αδελφάκια, μικρά και χαριτόβρυτα, από καλή οικογένεια. Ήταν σεμνά παιδιά κι έκαναν καλά τη δουλειά τους. Η δουλειά τους, η πραγματική, ήταν το παιχνίδι. Με το παιχνίδι αναζητούσαν κι αυτά να γνωρίσουν τον κόσμο, να τον καταλάβουν, να γίνουν σαν τους άλλους. Δηλαδή, μεγάλοι.

Πολύ γρήγορα, δεν ήταν πια παιδάκια. Έγιναν αδερφοί. Και άρχισαν κι αυτοί να λένε «όχι» και να δηλώνουν τις αποκλίσεις τους. Ο πρωτότοκος όμως εκδήλωσε από νωρίς μιαν αλλόκοτη ιδιοτροπία: η μερίδα του δεν του αρκούσε ποτέ. Ήθελε πάντα κάτι παραπάνω, πάντα κάτι περισσότερο.

Όταν λοιπόν στη χώρα έπεσε πληγή μεγάλη κι η πείνα θρόνιασε στα σπιτικά, αναστατώνοντας σωθικά και διασαλεύοντας ηθικά, ο μεγάλος αδερφός αποφάσισε πως η λύση ήταν να ξεψαχνίσει τον μικρό. Για να υπάρξει κάπως, για να είναι κι αυτός κάτι. Για να ζήσει λίγο καλύτερα. Του έστησε ωραία ενέδρα, τον άδραξε, τον μέτρησε και άρχισε ευθύς να τρωγαλίζει οτιδήποτε του φαινόταν περισσό. Μασαμπούκιασε, χλαπάκιασε, καταβρόχθισε… Όμως, δεν κατάφερε να χορτάσει. Αντίθετα μάλιστα, η πείνα του γιγαντώθηκε.

Πρόκειται για παραμύθι, δηλαδή; Μήπως για ένα παραμύθι που δεν απευθύνεται σε παιδιά αλλά σε μεγάλους, γύρω από δυο παιδιά που έγιναν μεγάλοι; Στην του εξωφύλλου πανομοιότυπη (και όχι ακριβώς) όμως σελίδα (στην σελίδα 5 δηλαδή), παρατίθεται ως εναλλακτικός/διευκρινιστικός τίτλος: «ή / Περί αυτού που διαρκώς θέλει το κακό κι όμως διαρκώς κάνει το καλό», κάτι που παραπέμπει σε Πραγματεία. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με το πρώτο βιβλίο (Μυθιστόρημα, τύποις) του Θεοφάνη Ιωάννου, Μικαέλ (εκδ. Ίνδικτος 2003): στη σελίδα 5 ο τίτλος συμπληρούται (εναλλακτικά): «ή / Περί μνήμης ουρανίων». Δύο μυθιστορίες/πραγματείες, λοιπόν.

Η ιστορία των δύο αδελφών στο Ο μεγάλος, μεγάλος αδελφός και η σκιά του όνου, εκτυλίσσεται μέσα από την τριτοπρόσωπη αφήγηση μεν, εστιασμένη στην οπτική γωνία δε του μικρού αδελφού (που δεν κατονομάζεται, όπως εξάλλου και ο μεγάλος), σε συγκεκριμένο τόπο (στην Αθήνα − κυρίως) και χρόνο (από τη δεκαετία του ’50 έως τις μέρες μας)· θα μπορούσε ωστόσο, με τις ανάλογες προσαρμογές, να λαμβάνει χώρα οπουδήποτε και οποτεδήποτε. Η ιστορία, ως μυθιστορία, είναι δηλαδή το πρόσχημα για την ανατομία της αδελφικής σχέσης ως σχέσης εξουσίας του μεγάλου προς τον μικρό (αδελφό) και την πορεία του μικρού (μόνον αυτού) προς την αυτογνωσία. Κατ’ αυτήν την έννοια ο επιθυμών το κακό του άλλου (και γενικότερα των άλλων) για την πλήρωση των διαρκώς ανικανοποίητων επιθυμιών του, κάνει (δεν πράττει, δεν ποιεί συνειδητά) επιφέρει, ως αποτέλεσμα δηλαδή, το καλό. Η διαδικασία είναι αργή, συχνά επώδυνη, εντέλει όμως αποβαίνει λυτρωτική. Το καλό ως απόληξη δεν θα μπορούσε ωστόσο να προκύψει, εάν ο μικρός (ο κάθε μικρός) παρέμενε εγκλωβισμένος στην ατομική (του) περίπτωση, είτε διαρκώς υφίστατο παθητικά την άσκηση εξουσίας του μεγάλου είτε κάποια στιγμή αντιδρούσε, σπασμωδικά όμως, με τον συνήθη δηλαδή τρόπο των καταπιεσμένων. Η ειδοποιός, εδώ, διαφορά έγκειται στην προσπάθεια κατανόησης και ερμηνείας του πλέγματος των οικογενειακών σχέσεων και των αντίστοιχων ρόλων, σε συνάρτηση με τις ιδιαιτερότητες κάθε χαρακτήρα αφενός, αλλά και με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ευρύτερου πλαισίου (κοινωνικού, οικονομικού, ιδεολογικού ή ηθικού). Και πέραν αυτών, όμως, τίθενται προς διερεύνηση και στοχασμό ζητήματα γύρω από την άσκηση κάθε μορφής εξουσίας, γύρω από το δίκαιο και τη δικαιοσύνη, διαχρονικά, ασχέτως εποχής και των εκάστοτε ιδιαίτερων συνθηκών. Ένα μοντέλο οικογένειας που καλλιεργεί και παράγει ιδιαίτερου τύπου (αλλ’ όχι σπάνιες) προσωπικότητες δομημένες στο τρίπτυχο εξουσία-κατοχή-ηδονή, όπου δηλαδή η έννοια της δικαιοσύνης στρεβλούται, αποτελεί αφορμή και αφετηρία συνάμα για τη διερεύνηση των επιπτώσεων αυτής της στρέβλωσης εντός ευρύτερων κοινωνικών πλαισίων. Αν εντός της οικογενείας, του οίκου, το αποτέλεσμα είναι αυτό που στον εξαιρετικό πίνακα του εξωφύλλου (Ζήνων Λυγάτσικας, «Ο αδερφός και ο φίλος», λάδι σε καμβά 100Χ70, 1979) αποτυπώνεται, δηλαδή το μόλις διακρινόμενο ρέον κάτω από την εξώθυρα αίμα, αντιλαμβάνεται κανείς ποιο μπορεί να είναι αλλά και ως (διαπιστωμένο) γεγονός είναι, όταν με το άνοιγμα θυρών, πλαισίου, εξάγεται. Οι εκατόμβες θυμάτων.

Η ιστορία ως μυθιστορία, αποτελεί κατ’ ουσίαν την καταγραφή/μεταγραφή σε γ΄ πρόσωπο όσων ο μικρός αδελφός ανακαλεί στη μνήμη του για να τα επεξεργαστεί, να κατανοήσει χαρακτήρες και συμπεριφορές, να γνωρίσει καλύτερα τον εαυτό και να επανατοποθετηθεί απέναντι σε παρελθόν, κυρίως όμως απέναντι στο παρόν και το μέλλον (του). Γι’ αυτό επανέρχεται ξανά και ξανά σε στιγμιότυπα και γεγονότα, συμπληρώνοντας την αρχική εικόνα, προσθέτοντας ερμηνείες και χαρακτηρισμούς. Ό,τι στο παρελθόν φάνταζε θολό και συγκεχυμένο, δημιουργούσε αμηχανία, γεννούσε απορίες, προκαλούσε άλλοτε συμπόνοια, άλλοτε πικρίες και απογοητεύσεις, άλλοτε ενοχές, άλλοτε αγανάκτηση και θυμό, κάποτε και ελπίδα, καθαρίζει σταδιακά ως εικόνα, σταθεροποιείται, αποκτά σαφή μορφή και όνομα. Πολλά, δηλαδή, συναφή ονόματα, αφού σύνθετο στην ουσία του αν και συγχρόνως απλό. Μεγάλος, λοιπόν, ο αδελφός, ως πρωτότοκος, μεγάλος μεγάλος λόγω του διογκωμένου «εγώ» του, της πρωτοκαθεδρίας που η μητέρα του τού είχε παραχωρήσει, αλλά και λόγω της εικόνας που σκοπίμως καλλιεργούσε προκειμένου να εδραιώσει και να ισχυροποιήσει την κυριαρχία του, να διασφαλίσει την δουλικότητα των άλλων, να νομιμοποιήσει την κατάφωρη αδικία έναντι του μικρού, την αυτοκρατορική, επίσης. συμπεριφορά του.

Ο μικρός θαύμαζε τον μεγάλο του αδερφό. Τον έβρισκε πιο αποτελεσματικό, πιο συνεπή, πιο συγκροτημένο, συνολικά πιο έξυπνο από τον ίδιο. Έστω και αν είχε καλύτερα σχολικά αποτελέσματα από εκείνον, τον θεωρούσε ουσιαστικότερα επικεντρωμένο στα καθημερινά σχολικά καθήκοντα, Εκτός από το μάθημα της ζωγραφικής, όπου ο μεγάλος ήταν, με πολλή επιείκεια κακός. Παρ’ όλα αυτά, συνέβαινε ο μεγάλος να πάρει καλύτερο βαθμό από τον μικρό, χάρη σε σχέδια που του είχε κάνει εκείνος και στην ωφέλιμη σύγχυση που έτρεφε ανάμεσα στα δύο αδέρφια ο καθηγητής τους, επαινώντας στη μητέρα τους το «ασύγκριτο χέρι» του μεγάλου της γιου, κάνοντας τον επωφελημένο να χαίρεται και να γελάει με τον δωρεάν έπαινο. Χαιρόταν όμως περισσότερο για την απαλλαγή της δουλειάς. Αλλά και όλοι στην οικογένεια, συμπεριλαμβανομένου και του μικρού, έβρισκαν την «κωμωδία των λαθών», με τις ευνοϊκές ανταλλαγές των ταυτοτήτων, πράγματι αστεία. […] (σσ. 36-37)

Επανεκτιμώντας τη στάση, τα λόγια και τα έργα, τις διαρκείς παλινωδίες τού μεγάλου του αδελφού ο μικρός, συνειδητοποιώντας παράλληλα την ευτέλεια των αξιών που ο δήθεν μεγάλος έθεσε στη ζωή του, την μεταξύ τους σχέση, αντιλαμβάνεται πως σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και να είναι αδελφική. Έτσι, την θεωρούμενη δεδομένη και αυτονόητη μέχρι πρότινος ιδιότητα του αδελφού, ο μικρός θα την θέσει (με μια δόση πικρής ειρωνείας) εντός εισαγωγικών. Ο μεγάλος-μεγάλος «αδερφός» παύει να θεωρείται, αφού δεν είναι, αδερφός. Θα έλεγα πως και η πρόκριση του τύπου αδερφός και όχι αδελφός, προοικονομεί και αφαιρεί εξ υπαρχής εκτός από την παρήχηση ενός ακόμα λάμδα, τον επιπλέον «θόρυβο» από τον ήδη διογκωμένο μεγάλο μεγάλο.

Μετά την αποχώρηση και της μητέρας τους, ο πολύς «αδερφός» κρατούσε στα χέρια του, όπως κρατάμε ένα βρέφος, τη μετρήσιμη πια επιτυχία του αυτών των κοπιωδών ετών, υπό τη μορφή ενός ενεργητικού αποτιμώμενου σε περισσότερο από χίλιες μηνιαίες αποδοχές της σύνταξής του. Κάτι που τον έκανε επιτέλους να αισθάνεται ασφαλής. Προστατευμένη από το μυστικό, την αλησμονιά και την άφεση που επέβαλε ο θεσμός της οικογένειας, η ψυχική του δομή του είχε επιτρέψει και του επέτρεπε ακόμα να καταπατά τα όρια όλων των οικογενειακών γαιών, χωρίς περιττούς ενδοιασμούς και άχρηστες ντροπές. Γνώριζε πως όλα θα τελείωναν θεσμοθετημένα, ακριβώς χάρη σ’ αυτόν καθ’ εαυτόν τον σκοπό της κατοχής. «Έχω πολλά» ισούται με «έχω πετύχει». Και περισσότερο κι από «είμαι», γινόταν «είμαι μεγάλος». «Μεγάλωσα υλικά» ταυτιζόταν, εν τέλει και σωτήρια, με κάποιο «μεγάλωσα ουσιαστικά». Όλα αυτά τα στοιχεία του πλούτου, ορατά δείγματα μιας πολυπόθητης επιτυχίας που άργησε, δεν ήταν παρά εμπράγματα σύμβολα. Επέκτειναν και συμπλήρωναν το σύστημα των αντικειμένων μέσα στο οποίο είχε φυτέψει την ύπαρξή του, Ήταν, στις γιγάντιες οθόνες ενός μικρού, μικρού κόσμου, η προβολή κάποιου βραβείου Νόμπελ που, ως επιμύθιο, έπαιρνε. Δεν περίμενε πλέον να του το δώσουν. Το οικειοποιούνταν από μόνος του κατά τον μεγαλοπρεπή τρόπο ενός αυτάρεσκου αυτοκράτορα που αυτοστέφεται.
[σσ. 326-327]

Όταν όλοι και όλα ιδωθούν στις πραγματικές τους διαστάσεις, απαλλαγμένοι/α από προσδοκίες και απογοητεύσεις, δεν αφήνουν περιθώρια για μεμψιμοιρίες, κακίες, μονομερή απόδοση ευθυνών. Στην προκειμένη περίπτωση η εύκολη λύση θα ήταν η μεγάλη μητέρα (ναι, σ’ αυτήν την οικογένεια υπάρχει και η μικρή μητέρα, με χαρακτηριστικά ανάλογα εκείνων του μικρού αδελφού) να χαρακτηριστεί ως κακή −έναντι του αδικημένου μικρού− μητέρα, ο δε μικρός αδελφός να θεωρηθεί απλώς θύμα. Ο νηφάλιος όμως απολογισμός καταδεικνύει το ακριβώς αντίθετο. Η μητέρα είναι καλή (παρά την αδικία της) για τον μικρό, αφού του επέτρεψε να γίνει ό,τι θα μπορούσε να γίνει, του έδωσε με τον τρόπο της ώθηση να είναι ελεύθερος, να επιλέξει άλλες αρχές και αξίες, άλλον τρόπο ζωής. Είναι (για την ακρίβεια ήταν, αφού η τελική αποτίμηση μετά την εκδημία της) κακή μητέρα για τον ευνοημένο της μεγάλο γιο, γιατί με τη στάση της του στέρησε τη δυνατότητα να επιλέξει έναν άλλο δρόμο. Παρέχοντάς του αδιακρίτως, τον καταδίκασε στην ουσία, να είναι διαρκώς πεινασμένος. Μερίδιο ευθύνης όμως έχει και ο μικρός, ανεχόμενος, συγχωρών, συντηρών συχνά την αδηφαγία του μεγάλου. Όλα όσα συγκεντρώνουν, πάντως, το αποκλειστικό ενδιαφέρον του μεγάλου αδερφού και εντέλει καθορίζουν τη ζωή του, το μη είναι του, εξουσία δηλαδή, κύρος, χρήμα, ανέσεις, καθώς και οι στρατηγικές για την απόκτησή τους, αποδεικνύονται σκιά του όνου. Παντελώς ασήμαντα, κυρίως δε αποπροσανατολιστικά.

Είναι, όμως, μόνον ο μεγάλος αδερφός που ασχολείται με τη σκιά του όνου; Προφανώς και όχι. Γι’ αυτό ο Θεοφάνης Ιωάννου δεν θα «ονοματίσει» κανέναν ήρωά του. Δεν έχει καμιά σημασία εάν ο μεγάλος αδερφός ονομάζεται Παναγιώτης, Κωνσταντίνος ή Τιμολέων. Ούτε ο μικρός εάν Πέτρος, Θεόδωρος ή Ιωάννης. Όλοι προσδιορίζονται από τη θέση, τον ρόλο τους, εντός της κοινωνικής ομάδας όπου φύσει ή θέσει ανήκουν. Η μεγάλη κόρη του μεγάλου αδελφού, η κόρη του μικρού, η μικρή μητέρα κ.ο.κ. Αυτού του τύπου η ανωνυμία συμβάλλει στο να αποφύγει ο αναγνώστης τη σκιά του όνου. Το να υιοθετήσει, δηλαδή, τη λογική της περιέργειας, του κουτσομπολιού για το τι έκανε ή δεν έκανε κάθε ήρωας. Εδώ οι ήρωες λειτουργούν ως τύποι χαρακτήρων, διότι ως τέτοιοι θεωρούνται άξιοι να μελετηθούν· μέσω αυτών −του πλέγματος των αξιών (τους) και της εκάστοτε στάσης και συμπεριφοράς τους− να οδηγηθούμε −αφού τους κατανοήσουμε− σε αναστοχασμό του βίου και των συντεταγμένων που εμείς οι ίδιοι θέτουμε στη διαδρομή μας. Και πέραν της σφαίρας του ατομικού-υπαρξιακού, η αναγωγή σε επίπεδο κοινωνικό και πολιτικό διανοίγει, όπως εξάλλου σημειώνεται στα τελευταία κεφάλαια του βιβλίου, νέους τρόπους θέασης του κοινωνικού και πολιτικού γίγνεσθαι και συνακόλουθα των ευθυνών (όχι μόνον των δικαιωμάτων) μας.

«Η γλώσσα, ένα εργαλείο για να σκεφτόμαστε τις σκέψεις μας», τιτλοφορείται το προτελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου, ενώ το τελευταίο «Επίλογος: ανασυστάσεις του πραγματικού διά της ερμηνείας». Οι δύο αυτοί τίτλοι είναι δηλωτικοί αφενός της πρόθεσης του συγγραφέα να μην επικεντρωθεί στην ιστορία της συγκεκριμένης οικογένειας αλλά να την χρησιμοποιήσει ως μελέτη περίπτωσης (case study) για την εξαγωγή γενικότερων συμπερασμάτων και αφετέρου της άποψής του για τη λειτουργία της γλώσσας και κατ’ επέκταση τη γλώσσα του μυθιστορήματος-πραγματείας.

Ο Θεοφάνης Ιωάννου, με σπουδές εκτός των άλλων σε Γλωσσολογία και Φιλοσοφία, υποστηρικτής της άποψης του L. Wittgenstein ότι τα όρια της γλώσσας ενός εκάστου καθορίζουν και τα όρια του κόσμου του, αποδεικνύει πως διαθέτει το εύρος της γλώσσας που του επιτρέπει κατ’ αρχάς να αντιλαμβάνεται (να σκέφτεται δηλαδή) τι λαμβάνει χώρα γύρω ή ενώπιόν του, κυρίως όμως να εξετάζει και να επανεξετάζει τις σκέψεις του, να επανελέγχει τα δεδομένα και τις κρίσεις επί των δεδομένων, να διατυπώνει, επίσης, εκτιμήσεις επί των επικειμένων. Έχει την ικανότητα, επίσης, ακόμα και σε πλάγιο, αφηγηματικό λόγο, να μεταφέρει με πιστότητα τη γλώσσα/τα λόγια των άλλων έτσι ώστε να διαγράφονται επακριβώς τα όρια του δικού τους κόσμου, κι όλα αυτά με τη φυσικότητα άλλοτε του προφορικού λόγου (που προδίδει και συναισθηματικές αποχρώσεις και άλλα πολλά) άλλοτε της σιωπηλής σκέψης που δεν έχει άλλον αποδέκτη παρά μόνον τον εαυτό. Επιζητεί και επιτυγχάνει τη σαφήνεια, την ακρίβεια, την εγκυρότητα του επιστημονικού λόγου, το βάθος και την στοχαστικότητα του φιλοσοφικού, τη γλαφυρότητα, την πλαστικότητα, την προσαρμοστικότητα, επιπλέον, του λογοτεχνικού. Ολοκληρώνοντας την ιστορία του ο συγγραφέας, θα ομολογήσει−μέσω του μικρού αδερφού− πως η συγκεκριμένη ιστορία «ήταν η έκφραση ενός δρόμου και μιας πορείας μέσα στον λόγο και με τον λόγο, Δεν έψαχνε να κρύψει τίποτα. Αλλά ούτε και να φανερώσει κάτι. Δεν είχε καν αξίωση να διδάξει, να εκπαιδεύσει ή να μορφώσει. Σαν ιστορία, ζητούσε μονάχα κάτι να σημάνει.» (σσ.401-402).

Όποιος αγαπά τα μυθιστορήματα με έντονη πλοκή και δράση για να «ξεχαστεί» ή να «διασκεδάσει», θα απογοητευτεί από το συγκεκριμένο βιβλίο, το οποίο επιφυλάσσει μεν ανατροπές, διαφορετικές όμως από τον συνήθη τύπο. Δεν αποκλείω, βέβαια, ο επίδοξος αυτός αναγνώστης να γοητευθεί από την πλαστικότητα, την ζωντάνια του λόγου −ας μην υπάρχουν παρά λίγα διαλογικά μέρη ανάμεσα στην αφήγηση− από την ικανότητα του συγγραφέα να πραγματεύεται σοβαρά θέματα με ανάλαφρο τρόπο, σαρκαστική διάθεση, λεπτή ειρωνεία αλλά και αφοπλιστική διεισδυτικότητα και ειλικρίνεια. Όπως και να έχει, θα πρέπει πριν προβεί στο εγχείρημα να αναλογιστεί εάν προτίθεται να εμπλακεί σε μια αναγνωστική διαδικασία η οποία θα τον οδηγήσει όπως και δήποτε σε ενδοσκόπηση, θα του θέσει θεμελιώδη ερωτήματα για το είδος της ζωής που έχει επιλέξει.

Για όλους τους υπόλοιπους, Ο μεγάλος, μεγάλος αδερφός και η σκιά του όνου αποτελεί μια αναγνωστική πρόκληση που επιφυλάσσει εκτός από αισθητική συγκίνηση ένα διευρυμένο πεδίο θέασης της πραγματικότητας, εαυτού και αλλήλων συμπεριλαμβανομένων.

⸙⸙⸙

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: ©Raymond Depardon. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου ένατου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη