ΤΑΜΑΤΑ
Δυο λόγια για τη συλλογή μικρών ποιητικών πεζών Έμβρυο
της Ασπασίας Δουβίτσα (Μονόκλ, Αθήνα 2026)
Κάποιος είναι άρρωστος, ασθενεί η καρδιά του, το πόδι, το χέρι, το μάτι, ένας γονιός, ένα παιδί, και με το τάμα ζητάει να γιάνει, μ’ ένα τσιγκάκι επάργυρο ή χρυσωμένο, που εικονίζει ό,τι στον πάσχοντα υποφέρει. Σε τούτη τη σιωπηλή ικεσία υπάρχει μια συγκινητική αθωότητα, ένα άφημα σαν του παιδιού που εναποθέτει όλη του την εμπιστοσύνη σ’ ένα χέρι, για να προχωρήσει ένα βήμα ακόμα, να περάσει τον δρόμο…
Ένα ξόρκι, για να φύγει πέρα ο θάνατος.
Και τούτα δω τα κειμενάκια είναι τάματα και ξόρκια, αλλά αντίστροφα. Αντί να αποσιωπούν τον θάνατο, τον ψηλαφούν ολοένα, μα με τρόπο αποτροπαϊκό. Είναι ο θάνατος σαν κυριολεξία, κι ο θάνατος σαν μεταφορά: ένας φόβος θανάτου, που συντροφεύει τη ζωή και παράδοξα, μ’ ένα αναποδογύρισμα, την επικυρώνει, ακολουθώντας την σαν υπόμνηση σ’ όλα της τα βήματα: στη γέννηση ενός παιδιού, στο μεγάλωμά του· για να προβάλλει πού και πού όταν χάνεται μια γιαγιά, ένας φίλος, ως κι ένα ζώο ꟷ μια αλεπού, μια αράχνη, ένα αρνί…
Κείμενα σαν εικόνες στο μισοΰπνι, όταν από τ’ όνειρο μένουν θραύσματα, άλλοτε τρυφερά κι άλλοτε σκληρά σπαράγματα ιστοριών, όπου πλέκονται η εγκυμοσύνη, η απώλεια, φόβοι, παιδικές μνήμες, γιορτές, καλοκαίρια, ζώα. Η φωνή εδώ συνάμα είναι μιας γυναίκας που βαστάει το χέρι ενός μικρού παιδιού, και του κοριτσιού που υπήρξε, κι ακόμα είναι, η ίδια: μητέρα, κόρη κι εγγονή.
Κάπου στο βάθος τους, στον τρόπο τους, σιγοψιθυρίζει η γραφή της Νίκης-Ρεβέκκας Παπαγεωργίου. Κι είναι όμορφα…
Να δύο, ένα της γέννας κι ένα της μητρότητας, όπου ζωή και θάνατος πλέκουν ένα γαϊτανάκι. Το πρώτο, με τίτλο «Άνοιξη»· το δεύτερο, με τίτλο «Αγάπη»:
Ξαπλώνω ανάσκελα. Όταν πιάσει η αναισθησία, το αποστειρωμένο χέρι αρχίζει να κόβει. Φτάνει στη μήτρα. Έπειτα εμφανίζεσαι. Φοράς στεφάνι στα μαλλιά, που ’ναι από χάρτινα λουλούδια. Θυμίζεις άνοιξη.
Τις περισσότερες φορές ξαπλώνω πάνω σου, για παιχνίδι. Τότε ακούω τον χτύπο της καρδιάς σου. Είναι ρυθμικός, όπως πρέπει. Ανατριχιάζω. Είσαι τόσο ζωντανός που φοβάμαι. Εσύ με τσιμπάς με τα χεράκια σου δίπλα στο σουτιέν. Σου αρέσει το δέρμα εκεί. «Είναι μαλακό», λες. Ακόμα δεν ξέρεις τι σημαίνει θάνατος.
⸙⸙⸙
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου ένατου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]








