frear

Το παράλογο και το διαυγές στον Κυριάκο Δημητρίου – γράφει η Νάντια Στυλιανού

Κυριάκος Δημητρίου, Ο άνθρωπος που απέτυχε να πεθάνει, Ζήτρος, Θεσσαλονίκη 2026.

Το παράλογο υφαίνεται μέσα από τη νέα νουβέλα του λογοτέχνη, φιλόσοφου, Καθηγητή, Κυριάκου Δημητρίου Ο άνθρωπος που απέτυχε να πεθάνει. Ένα βιβλίο που σε καθηλώνει από τις πρώτες του σελίδες και σε κρατά σε εγρήγορση. Ο συγγραφέας μάς βυθίζει στις αφώτιστες περιοχές της υπαρξιακής αγωνίας όπου το «εγώ» προβάλλεται κατακερματισμένο. Με κύριο ήρωα έναν άνθρωπο μόνον του σ’ έναν κόσμο που δεν ανταποκρίνεται στην ύπαρξή του, έναν άνθρωπο που ατενίζει τον κόσμο αλλά αυτός δεν τού επιστρέφει το βλέμμα του, σαν να κοιτάζεται μέσα από έναν καθρέφτη μ’ ένα συμπαγές γυαλί. Μας παραπέμπει στο έργο του Edvard Munch «Η κραυγή». Μέσα από τα χρώματα μιας ηφαιστειακής λάβας, μια άηχη κραυγή ανάμεσα σε δυο χέρια, που θυμίζουν θρήνο αρχαίας τραγωδίας, ξυπνά μέσα μας την αρχέγονη πρώτη κραυγή της γέννησης, που σαν αντίλαλος μας ακολουθεί, καθώς και τον οδυνηρό ήχο του πόνου τα ζωής και του τρόμου του θανάτου.

Κεντρικός ήρωας ένας επιθεωρητής αποκομιδής σκυβάλων που αποφασίζει να βάλει τέρμα στη ζωή του. Η σχεδιασθείσα αυτοκτονία όμως αναβάλλεται διαρκώς λόγω εξωγενών παραγόντων. Το τοξωτό γεφυράκι στα στάσιμα καφετιά νερά ήταν μόλις δυόμισυ μέτρα και ο ήρωας θα κατέληγε μάλλον «βρεγμένος και ντροπιασμένος παρά σκοτωμένος». Ακολούθως η κηδεία αναβάλλεται λόγω της κηδείας του θείου, ενώ στη συνέχεια η αναβολή πηγάζει από την απόφασή του να χαρίσει το ένα του νεφρό σ’ έναν νεφροπαθή.

Ο πρωταγωνιστής του έργου, πέραν του μοναδικού γεγονότος που γνωρίζουμε ότι είναι ένας υπάλληλος αποκομιδής σκυβάλων –ο οποίος στη συνέχεια παίρνει προαγωγή–, δεν έχει χαρακτηριστικά. Δεν γνωρίζουμε το πρόσωπό του, ούτε καν το όνομά του, ενώ καθ’ όλη τη διάρκεια της αφήγησης δεν εξωτερικεύονται τα συναισθήματά του. Η άψυχη μαριονέτα που για τον Henirich von Kleist είναι είναι το αλλόκοτο τέλειο υποκείμενο [1] γιατί δεν μπορεί να υποδυθεί αισθήματα, όπως οι πάσης φύσεως ηθοποιοί που υποκύπτουν ακόμα και όταν δεν το επιδιώκουν στη μίμηση, σωματοποείται στον ήρωα ή μάλλον στον αντι-ήρωα του Κυριάκου Δημητρίου. Το ανδρείκελο συγκεντρώνεται όλο σ’ ένα σώμα, χωρίς καμιά απολύτως γνώση, δηλαδή ικανότητα υπόκρισης. Αυτό το άφωνο σώμα, σαν μια άδεια στέρνα, δεν συνομιλεί με κανέναν παρά μόνο με τον εαυτό του. Το παράλογο πηγάζει από την εμβολή του μυθολογικού στοιχείου στην πραγματικότητα και από τη διάσπαση της λογικής τάξης του κόσμου. Η έννοια του παράλογου στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια του προηγούμενου αιώνα καταγράφηκε από τον Σαρτρ, τον Ανούιγ, τον Καμύ. Σταδιακά ο Μπέκετ, ο Ιονέσκο, ο Ζενέ αναμετρήθηκαν με το παράλογο. Κατά τον Μπέκετ «δεν υπάρχει τίποτα πιο πραγματικό από το τίποτα». Με αυτή τη συνθήκη δηλώνει ότι η ζωή πιθανόν να στερείται εγγενούς νοήματος και σκοπού, τονίζοντας την εύθραυστη φύση της ύπαρξης.

Ο ήρωας του Κυριάκου Δημητρίου στη νουβέλα Ο άνθρωπος που απέτυχε να πεθάνει κινείται σε ένα αγχώδες υπόστρωμα, κατακερματισμένος. Το κείμενο δουλεύεται μέσα σε μια αδιάκοπη διάπλεξη. Χαμένο μέσα σε αυτή την υφή, το υποκείμενο ξηλώνεται σαν αράχνη που διαλύεται μέσα στις εκκρίσεις της που κατασκευάζουν τον ιστό της [2].

Ως επιθεωρητής Αποκομιδής σκυβάλων, όταν επιστρέφει από την απουσία του στον χώρο της εργασίας του επιχειρεί να βάλει τάξη στην απίστευτη αταξία. Τα σκύβαλα ασκούν πάνω του μια κρυφή γοητεία και παίρνουν στα μάτια του τη μορφή μιας άναρχης τέχνης όπως τα γκράφιτι στους τοίχους.Όπως κατά τον Αναξαγόρα το κοσμικό μείγμα αποτελείται από απειροελάχιστα σωματίδια, τους σπόρους που ο Αριστοτέλης αργότερα ονόμασε ομοιομέρειες, ο πρωταγωνιστής αυτούς τους σπόρους προσπαθεί να ταξινομήσει στο δικό του μικρό σύμπαν. Και σε αυτό το χάος της ασημαντότητας νιώθει σημαντικός.

Ωστόσο, ο πρωταγωνιστής επιχειρεί να «λογικοποιήσει» το παράλογο. Το τοξωτό γεφυράκι είχε σοβαρό μειονέκτημα, λόγω του χαμηλού του ύψους θα κατέληγα βρεγμένος και ντροπιασμένος παρά σκοτωμένος. Ή αλλού: όσο θα λάμβανα φαρμακευτική αγωγή ο προγραμματισμός μου παρουσίαζε κενά. Με την παράθεση μιας συνεκτικής άρθρωσης συλλογισμών οδηγείται στη διάρρηξη της λογικής και στο σχίσμα του παράλογου.

Παράλληλα, υπάρχει ένας ελεύθερος συνειρμός από τη μεριά του αναγνώστη μέσα από την παράθεση αντιθετικών στοιχείων. Έτσι δημιουργείται ένα κλίμα μη αναγκαιότητας, τόσο ως προς τη σήμανση, όσο και ως προς την ερμηνεία. Ωστόσο η εικόνα δεν είναι δεσμευτική. Η δεσμευτικότητά της αποκαλύπτεται μέσα από τις αντιθέσεις που εντείνουν τη δραματικότητα και το στοιχείο του τραγικού. Με τον τρόπο αυτό δημιουργείται ένα κενό που ο αναγνώστης καλείται να το συμπληρώσει, συγχωνεύοντας τα αντιτιθέμενα στοιχεία και αποκομίζοντας μια καινούργια εμπειρία. Είναι από τη μια, το μεταιχμιακό γεφύρι όπου το χειμώνα «ντύνεται μ’ ένα λεπτό στρώμα πάγου» και από την άλλη, οι λουκουμάδες με μέλι που έφτιαχνε η μητέρα του, είναι από τη μια, το θλιβερό φέρετρο του θείου και από την άλλη, ο τριανταφυλλώνας, ο φουντωτός μαϊντανός στις ρεματιές και το γαλάζιο πουλόβερ ζιβάγκο, είναι η «ευτυχισμένη δυστυχία», η δυστυχία, η όμορφη και ταιριαστή στην πόλη. Είναι αφενός, το μετάλλιο που γυαλίζει στο στήθος του πρωταγωνιστή στο τελευταίο κεφάλαιο και αφετέρου, η τεφροδόχος–σκουπιδοτενεκές με τις στάχτες σαν μαύρες νιφάδες. Ο αναγνώστης καλείται να βρει το μίτο μέσα από τη διαλεκτική των αντιθέσεων για την εξερεύνηση της δικής του προσωπικής ενδοχώρας.

Αυτό που αξίζει να επισημανθεί είναι ότι με κάθε σχεδιασμό αυτοκτονίας παρεμβάλλεται ένα πλήθος ανώνυμων ανθρώπων κάθε ηλικίας, που διεκδικεί μέσα στο διηγηματικό ιστό την ανατροπή. Αυτό το βουερό ανώνυμο πλήθος σωμάτων λειτουργεί σαν χορός στην αρχαία τραγωδία που περιγελά τον θάνατο. Η μορφή τους διαπερνάται από πολλαπλές πτυχώσεις που διαγράφονται σε ένα πολυεπίπεδο πλέγμα.

Ξαφνικά πέρασε ένα τσούρμο παιδάκια, με κορμάκια άγουρα κρατούσαν χωνάκι παγωτό με κόκκινη πυραμίδα στο χρώμα του καρπουζιού, φώναζαν και γελούσαν μέχρι που εξαφανίστηκαν στη γωνιά του δρόμου, διαγράφοντας ένα χορευτικό κύκλο πίσω από κάτι γυμνά δένδρα.(σ. 21)

Και αλλού: Είδα άστεγους να κοιμούνται σε χάρτινα κουτιά, κι άλλους περίεργους τύπους να περιφέρονται σαν σκιές τριγύρω στα σοκάκια (σ. 32).

Και πιο κάτω: Ο θόρυβος δεν άργησε να γίνει εικόνα· και ήταν εκατοντάδες άνθρωποι κάθε ηλικίας που διαδήλωναν, προφανώς για κάτι, με συνθήματα, γιουχαΐσματα, σφυρίγματα και ταμπούρλα. Με τις γροθιές ν’ ανεμίζουν στον αέρα, ένας πολύβουος όχλος με πλακάτ, κόκκινα μπλε, πράσινα πλακάτ και πανό που τα κρατούσαν δυο τρεις διαδηλωτές (σ.72).

Το τόξο αυτό των ανώνυμων σωμάτων λειτουργεί σαν ασπίδα που αντιμάχεται την ιδέα της αυτοκτονίας. Ο συγγραφέας θέτει σε ταυτοχρονία τον παλμό της ζωής και την επιθυμία θανάτου, επιταχυνόμενος ο ένας, επιβραδυνόμενος ο άλλος, ενσωματώνοντας και τους δυο σε μια ενιαία ρυθμική οργάνωση.

Η ζωή, μετά την αποτυχημένη έκβαση του τερματισμού της, διεκδικεί την παρουσία της. Είναι όμως και αυτή η παρουσία εξαρθρωμένη, υπονομευμένη, λόγω της έλλειψης νοήματος, ενώ παράλληλα μέσω της υπονόμευσης το νόημά της επαναπροσδιορίζεται. Ο ήρωας παίρνει εξιτήριο από το νοσοκομείο, οδηγείται σπίτι του. Από τη μια έχει το μετάλλιο που γυαλίζει στο στήθος του και από την άλλη την τέφροδοχο, μέσω της οποίας νιώθει τις στάχτες του να ανατριχιάζουν ζωντανές, χορτασμένες, εβένινες.

«Απόψε θα κοιμηθώ ήσυχα στον καναπέ αγκαλιά με την τέφροδοχο μου», αναφωνεί ο ήρωας.

Μια ζωή αποφλοιωμένη από νοήματα ενώ ο ήρωας αδυνατεί να αυτοπροσδιοριστεί σε αυτήν. Έτσι, προσεταιρίζεται το παράλογο, επειδή μονάχα με τον τρόπο αυτό μπορούν να αλλάξουν οι κανόνες και να καταστεί λιγότερο κυριαρχικό το αμετάβλητο. Πρόσωπα, αντικείμενα, καταστάσεις, έχουν πλουτίσει μ’ ένα σωρό καινούργιες ιδιότητες. Τα κατουρημένα παπούτσια από φίνο καστόρι διαβρώνουν την τιμητική του προαγωγή ενώ η μετατροπή, με το κλείσιμο του έργου, της τεφροδόχου που ουσιαστικά λειτουργεί ως «μαξιλάρι στην αγκαλιά του ήρωα, χαρίζει την αίσθηση της γαλήνης, της ελευθερίας, της εκτόνωσης. Στο παράλογο του θανάτου ο ήρωας αντιτάσσει τον δικό του παραλογισμό, την αγκαλιά με την τεφροδόχο, που αποτελεί ένα είδος συγχρωτισμού με τον θάνατο. Ο Κυριάκος Δημητρίου μας καλεί σε μια οικειοποίηση με το άγνωστο και σε μια τολμηρή μέθεξη με τη ζωή και τα όρια της που είναι ατελεύτητα.

Σημειώσεις

1. Βλ. Henrich von Kleist, Οι μαριονέτες (1810), μετφρ. Τζένη Μαστοράκη, Άγρα, Αθήνα 1982.

2. Roland Barthes, Η απόλαυση του κειμένου, μτφρ. Φούλα Χατζιδάκη, Γιάννης Κρητικός, Κέδρος, Αθήνα 2008., σ. 105.

⸙⸙⸙

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: ©John Baird. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου όγδοου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη