Σαμάντα Σβέμπλιν, Το καλό μες στο κακό, μετάφραση: Έφη Γιαννοπούλου, Πατάκη, Αθήνα 2026.
Η συλλογή διηγημάτων Το καλό μες στο κακό της Σαμάντα Σβέμπλιν, που απαρτίζεται από έξι διηγήματα, τιμήθηκε πρόσφατα με το νεοσύστατο βραβείο Aena που αφορά την Ισπανοαμερικανική λογοτεχνία και το οποίο συνοδεύεται από χρηματικό έπαθλο 1.000.000 ευρώ –ποσό σίγουρα αδιανόητο για τους αενάως «απόκληρους» της εγχώριας κυρίως λογοτεχνίας, το οποίο αποδεικνύει πως κάπου αλλού ίσως αναγνωρίζεται η εξουθενωτική προσήλωση και ο μόχθος της γραφής. Η Αργεντινή συγγραφέας τα τελευταία χρόνια ζει στο Βερολίνο, όμως η ιδιαίτερη ατμόσφαιρα της γενέτειράς της διαπερνά και διαποτίζει πάντα τις σελίδες της. Τα προηγούμενα έργα της κυκλοφορούν κι αυτά από τις εκδόσεις Πατάκη, όλα σε μετάφραση της Έφης Γιαννοπούλου, η οποία αφουγκράζεται τις διακυμάνσεις, την ποιότητα και την ένταση της Σβέμπλιν αποδίδοντάς τες με μεγάλη ενάργεια στα ελληνικά.
Η συγγραφέας από τον τίτλο ακόμη της συλλογής, ο οποίος δεν αφήνει περιθώρια για παρανοήσεις, μας εισάγει στον αμφίσημο κόσμο της: η καθημερινότητα κυριαρχεί, όμως στο δικό της σύμπαν τα πράγματα δεν είναι ποτέ όπως φαίνονται αρχικά. Γιατί η ίδια αυτή καθημερινότητα είναι που εγκυμονεί τους κινδύνους. Το κακό δεν απέχει πολύ από το καλό, τα όρια τους συγχέονται, το ένα ενυπάρχει μέσα στο άλλο. Η καλή πρόθεση έχει το αντίθετο αποτέλεσμα και τούμπαλιν. Αυτή είναι η ζωή: τίποτε ξεκάθαρο, όλα ρευστά, τα πάντα μπορεί να εκραγούν ή απλώς να μετατοπιστούν κατά ένα εκατοστό, αρκετό όμως για να φωτιστούν αλλιώς τα πρόσωπα, αρκετό για να εισβάλει το ανοίκειο, το ανεξήγητο, το παράδοξο, μέρος κι αυτό αλληλένδετο με το οικείο μιας και, το είπαμε, ποτέ τα πράγματα δεν είναι ακριβώς όπως δείχνουν.
Στο πρώτο διήγημα με τον τίτλο «Καλώς ήρθατε στην κοινότητα» και ένα από τα πιο δυνατά σε μια συλλογή ισάξιων κειμένων, μια γυναίκα με πέτρες δεμένες στη μέση της –εικόνα που σαφώς παραπέμπει στις πέτρες της Βιρτζίνια Γουλφ– πηδάει από την άκρη της προκυμαίας μέσα στο νερό αποφασισμένη να πεθάνει και αφού πρώτα έχει αφήσει γράμματα αποχαιρετισμού στους οικείους της. Απόφαση που έχει πάρει με κρύα καρδιά, κανένα είδος απόγνωσης δεν προκύπτει από τα λόγια της. Και ξαφνικά μένει μετέωρη: «Μένω εκεί σαν να αιωρούμαι, χωρίς να ξέρω τι να κάνω. Και τότε, εκείνη τη στιγμή, με θυμάμαι να σκέφτομαι, κι αν αυτό είναι όλο; Να αμφιβάλλω μετέωρη για την υπόλοιπη αιωνιότητα: ο πρώτος πραγματικός φόβος που ένιωσα εκείνη τη μέρα. Να μην έχω τη δυνατότητα να πάω ούτε μπρος ούτε πίσω, ποτέ ξανά, προς καμία κατεύθυνση». Η παραπάνω εικόνα, μια αιωρούμενη γυναίκα δηλαδή, απηχεί την ουσία όλου του βιβλίου. Αυτοί είναι οι ήρωες της Σβέμπλιν: άνθρωποι αιωρούμενοι, παγιδευμένοι από την ίδια τους τη θέληση, παγιδευμένοι μέσα στη στιγμή. Γιατί είναι η στιγμή της μετατόπισης. Μετά δεν θα είναι ποτέ ξανά οι ίδιοι. Η αιωρούμενη γυναίκα επιβιώνει, γυρνά πίσω, μαζεύει τα γράμματα του αποχαιρετισμού: «Δεν είμαι βέβαιη αν το να πάρω αυτά τα γράμματα είναι η σωστή απόφαση, δεν είμαι καν βέβαιη ότι το να τα πάρω από αυτό το τραπέζι είναι το ίδιο με το να τα πάρω από το τραπέζι όπου τα άφησα λίγο νωρίτερα». Η γυναίκα είναι άλλη, το ίδιο και το τραπέζι, όμως είναι η ώρα του μεσημεριανού, η γυναίκα κατεβαίνει κάτω, χτυπάει αυγά, κανείς δεν προσέχει την ταραχή της. Πώς συνεχίζεις λοιπόν όταν ξαφνικά γίνεσαι άλλος;
Στο υπαινικτικό και αμφίσημο «Ένα μυθικό ζώο», η ατμόσφαιρα του οποίου χαράζει τη μνήμη του αναγνώστη, ο Πέτα, το αγόρι που θέλει να γίνει άλογο, κάνει διαρκώς ερωτήσεις: «Ήταν παράξενο παιδί και ταυτοχρόνως απολύτως φυσιολογικό. (…) Ο Πέτα έκανε ερωτήσεις κι εγώ σκεφτόμουν αυτό που ρωτάει φαίνεται απλό, αλλά είναι πολύ σύνθετο».
Ό,τι ακριβώς συμβαίνει με τα διηγήματα της Σβέμπλιν: φαίνονται απλά αλλά είναι πολύ σύνθετα. Το κακό, η απειλή, ο τρόμος, όλα όσα καταλύουν τις βεβαιότητες, δεν έχουν απτά χαρακτηριστικά. Ενυπάρχουν και εμπεριέχονται μέσα στον ψυχισμό των ανθρώπων. Ενίοτε δημιουργούνται από αυτόν. Οι ανθρώπινες σχέσεις, οι φιλίες, οι έρωτες, η ίδια η «αγία οικογένεια», δεν είναι πεδία μονοσήμαντα. Ενέχουν κινδύνους. Τους πιο ύπουλους, οικείους, ανομολόγητους κινδύνους. Σ’ αυτούς επικεντρώνεται η γραφή της. Τους δείχνει – και μαζί με αυτούς και κάτι ακόμη φευγαλέο και ανείπωτο – δίχως να προσπαθεί να τους εξηγήσει. Απλώς μετατοπίζει λίγο την οπτική. Για να αναδείξει το ξένο μέσα στο γνωστό. Το αιώνια ξένο το διαποτισμένο από τις ενορμήσεις του ασυνείδητου. Από κείνο το κομμάτι που δεν ελέγχεται, αλλά δημιουργεί: κόσμους αναγνωρίσιμους, καθημερινούς εμποτισμένους από ονειρώδη αδιέξοδα και αλλόκοτες σκέψεις. Κόσμους ανησυχητικούς, μετέωρους, εσωτερικούς.
⸙⸙⸙
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: Solange Knopf. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου όγδοου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]








