ΜΙΑ ΑΝΑΓΝΩΣΗ
Διαβάζοντας το τελευταίο ποιητικό βιβλίο του Δημήτρη Πέτρου με τον τίτλο Μιλάνε σιγανά (εκδόσεις Πόλις, 2026) ένιωσα να ξαναβρίσκω το συναίσθημα που τόσο μου λείπει στη λογοτεχνία και στην ποίηση που διαβάζουμε σήμερα. Μιλώ για το συναίσθημα της συγκίνησης που κατά τη γνώμη μου είναι ένα απαραίτητο στοιχείο, γενικά, κάθε έργου τέχνης. Ο τίτλος ήδη του βιβλίου μάς δίνει αμέσως τον τόνο και το πνεύμα ολόκληρης της συλλογής. Μιλάνε σιγανά, λοιπόν, και αυτό το σιγανό ψιθύρισμα δεν αποτελεί μια πόζα όπως πολλές φορές συμβαίνει παντού, και στα καθ` ημάς δυστυχώς όπου η ποίηση πολύ συχνά χρησιμοποιείται από αυτοδιαφημιζόμενους ποιητές σαν ένας τρόπος επίτευξης στόχων, επίδειξης ή και άσκησης εξουσίας.
Αντίθετα, εδώ, σ’ αυτά τα χαμηλόφωνα ποιήματα νιώθει κανείς ότι η μέγιστη ακρίβεια επιτυγχάνεται με τις ελάχιστες δυνατές λέξεις και διαβάζοντας προσεκτικά το βιβλίο έχω την εντύπωση ότι η ποίηση εδώ, αν και δεν είναι καθόλου θρησκευτική, ούτε έχει αυτή την πρόθεση, διαπνέεται ωστόσο από μια μυστική και ιδιαίτερη θρησκευτικότητα ή για να το πω διαφορετικά, ταυτίζεται με μια στάση ζωής που έρχεται από μακριά, από μια παμπάλαια παράδοση ησυχασμού που είναι ένας τρόπος για να υπάρχει κανείς μέσα στο πανδαιμόνιο και τον σάλο της ζωής και του κόσμου. Θυμίζουν αυτά τα ποιήματα μια παμπάλαια παράδοση παύσης του νου και της σκέψης που έρχεται από άλλους κόσμους, από την ορθόδοξη ανατολική παράδοση ίσως, αλλά και από ακόμα πιο μακριά, από το πνεύμα των μεγάλων Κινέζων και Ιαπώνων ποιητών που ο Δημήτρης Πέτρου αγαπά ιδιαίτερα. Είναι πολλές οι αναφορές στην κινεζική ποίηση, έμμεσες συνήθως αλλά κάποιες φορές και πιο άμεσες. Όλα αυτά εκπροσωπούν μια στάση ζωής αδιανόητη σήμερα, στην εποχή αυτής της ιλιγγιώδους επιτάχυνσης και ταχύτητας που οδηγεί στην εκβαρβάρωση και την καταστροφή των πάντων. Αισθάνομαι ότι υπάρχει μια ευγενής ιδέα που αναδύεται μέσα από αυτά τα ολιγόστιχα, άτιτλα ποιήματα. Εννοώ την ιδέα του ποιητή-παρατηρητή που στέκει αμήχανος και σαστισμένος μπροστά στις αλλαγές των εποχών, στο ανελέητο πέρασμα του χρόνου, κι ακόμα στη μεταμόρφωση του ανθρώπου σε κάτι άλλο, σε κάτι που ακόμα δε μπορούμε να γνωρίζουμε τι θα είναι ακριβώς και ποια μορφή θα πάρει, αλλά δεν μπορεί παρά να μας τρομάζει και να μας ανησυχεί βαθιά. Επειδή ο κόσμος πορεύεται διαρκώς προς το χειρότερο και το ελάχιστο που μπορεί ακόμα να κάνει ο ποιητής, στο λυκόφως πια ολόκληρου του πολιτισμού όπως τον ξέραμε μέχρι σήμερα, και πριν αντικατασταθεί από κάποιο ρομπότ ή μηχάνημα τεχνητής νοημοσύνης, είναι αυτό που έκανε πάντα. Να σταθεί ακίνητος και να περιμένει, καταγράφοντας με μελαγχολία όλες τις δονήσεις του θνήσκοντος κόσμου.
Θέλω επίσης να επισημάνω και τον πολύ σημαντικό ρόλο που παίζουν στο βιβλίο αυτό τα ζώα και τη σχέση που αναπτύσσεται μεταξύ εκείνων και του ποιητή. Ζώα εμφανίζονται και στα προηγούμενα βιβλία του. Για παράδειγμα, στον Εικοστό κόσμο, για να μην πάμε πιο πίσω, συναντάμε γλάρους, θαλάσσιους λέοντες, ακόμα και φτερωτά άλογα. Όμως το βιβλίο εκείνο έθετε διαφορετικής τάξεως προβληματισμούς. Το τοπίο εκεί ήταν άλλο. Ήταν μια ευρύτερη σύνθεση που ανοιγόταν στον αχανή και τραυματικό χώρο της Ιστορίας. Εδώ αντίθετα, στο Μιλάνε σιγανά, ο ορίζοντας είναι πιο κλειστός χωρίς ωστόσο αυτό να σημαίνει ότι περιορίζεται η θέαση του κόσμου. Τον ίδιο κόσμο κοιτάζει πάλι ο ποιητής αλλά τώρα από άλλη οπτική γωνία. Εδώ μάλλον η απόσταση ανάμεσα στον παρατηρητή και στο παρατηρούμενο, για να χρησιμοποιήσω μια γνωστή φράση του Κρισναμούρτι, η περίφημη αυτή απόσταση δεν θα έλεγα ότι εξαφανίζεται, αλλά πάντως μειώνεται αρκετά. Αηδόνια, ποντίκια, σαλιγκάρια, κοτσύφια, ζαρκάδια και πέστροφες εμφανίζονται στα ποιήματα, αλλά επίσης σ’ ολόκληρο το βιβλίο σημαντικότατο ρόλο παίζουν και οι τυφλές κοσμικές δυνάμεις: τα ποτάμια, η θύελλα, ο άνεμος, οι πέτρες και ακόμα, τα ψηλά βουνά, τα δέντρα και οι θάλασσες. Μ’ άλλα λόγια, η μυστηριώδης επιβλητική φύση και απέναντι της παράταιρος στέκεται ο άνθρωπος σαν μια βίδα που κούμπωσε στραβά στον κοσμικό μηχανισμό, σαν ένα λάθος ή απροσεξία του Θεού και ατύχημα της δημιουργίας.
Μίλησα προηγουμένως για τη μέγιστη δυνατή ακρίβεια και για τις ελάχιστες λέξεις που ο ποιητής Δημήτρης Πέτρου χρησιμοποιεί. Υπάρχουν πολλά παραδείγματα, αλλά διαλέγω ένα μόνο, χαρακτηριστικό της ικανότητάς του να φτιάχνει κόσμους διώχνοντας σιγά σιγά μακριά τη γλώσσα κι όλα της τα περιττά στολίδια. Αρκεί ένα μικρό παράδειγμα:
Στην άκρη
του δρόμου
παλιό
ξεχασμένο
παιχνίδι
επίμονη
βροχή
ξεπλένει
Αλλού πάλι, ο τόνος γίνεται αληθινά συγκινητικός και νοσταλγικός, όπως στο ποίημα, από τα ωραιότερα, νομίζω, του βιβλίου, που ξεκινά με τη φράση Πάνε τέσσερις εποχές μακριά από τον τόπο μου. Εδώ μιλά με χαμηλή φωνή πάντοτε, ένας ξεριζωμένος. Κάποιος μετανάστης ίσως, ή εξόριστος, ή πρόσφυγας από έναν τόπο μακρινό, ή ο ποιητής ο ίδιος που, εσωτερικός μετανάστης, διασχίζει ονειροπολώντας τους δρόμους της αφιλόξενης πόλης και τη νύχτα, μέσα σ’ ένα σκοτεινό δωμάτιο ονειρεύεται τα ποτάμια του τόπου του και τις πέστροφες που πληθαίνουν καθώς φουσκώνουν τα νερά. Δεν υπάρχει τίποτα θορυβώδες ή έντονο στο βιβλίο αυτό. Αντίθετα μια ευχή να πατήσει κανείς όσο πιο ήσυχα γίνεται πάνω στη γη και το ίδιο ήσυχα να φύγει.
Σκέπτομαι ακόμα ότι τα ποιήματα αυτά θα μπορούσε κανείς να τα διαβάσει σαν μια επίκληση. Επίκληση στον Θεό των νερών, των δασών και των δέντρων ή γενικά στον Θεό του παντός, των ανθρώπων συμπεριλαμβανομένων, μ’ άλλα λόγια στον Θεό που δεν υπάρχει ακόμα και άρα πρέπει να τον γεννήσουμε.
Θα ήθελα επίσης, κλείνοντας, να πω δυο λόγια και για την παρουσία του θανάτου στο βιβλίο. Νομίζω ότι είναι ένα βιβλίο που μιλά πολύ για τον θάνατο, αν και τον ονοματίζει ελάχιστες φορές. Η παρουσία του είναι επίσης αθόρυβη και διακριτική αλλά είναι πάντοτε κάπου εκεί στο βάθος κι όλοι εμείς, αθάνατοι θνητοί, περιφερόμαστε πάνω σ’ αυτή τη γη που κι αυτή με τη σειρά της θα ‘χει κάποτε ένα τέλος. Υπό το φως αυτής της απελπισίας, το βιβλίο του Δημήτρη Πέτρου είναι και κάτι σαν ένα βιβλίο συμφιλίωσης. Είναι αργά, σκοτείνιασε, ώρα να επιστρέψουμε, γράφει. Συμφιλίωση με τη μοίρα, λοιπόν, με το αναπόφευκτο του τέλους της ζωής και των πάντων μπροστά στο οποίο δε μας απομένει άλλο παρά μια ήρεμη ενατένιση.
⸙⸙⸙
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου όγδοου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]








