Το τραγούδι των κληρονόμων είναι το δεύτερο λογοτεχνικό βιβλίο του Γιάννη Μπαλαμπανίδη, ο οποίος έκανε μια εντυπωσιακή είσοδο στα ελληνικά γράμματα το 2020 με τη βραβευμένη συλλογή διηγημάτων Largo. Ωστόσο η συγγραφική του πορεία ξεκινά το 2015 με μια σειρά από πολιτικά δοκίμια (Ευρωκομμουνισμός: Από την κομμουνιστική στη ριζοσπαστική ευρωπαϊκή αριστερά, 2015, Μεταρρυθμίζοντας μια χώρα σε κρίση, με τη Σωτηρία Λιακάκη, 2019, Οι ιδέες της συντήρησης και της προόδου, 2022). Αναρωτιέμαι τι είναι άραγε αυτό που κάνει έναν πολιτικό επιστήμονα να στραφεί στο μυθιστόρημα, ίσως όμως θα ήταν πιο σωστό να αναρωτηθώ τι παραπάνω μπορεί να πει η λογοτεχνία σήμερα, ήδη στο δεύτερο τέταρτο του 21ου αιώνα, σε σχέση με την κοινωνιολογική και πολιτική ανάλυση. Λέμε συχνά πως όλες οι ιστορίες έχουν ειπωθεί. Όσο για τους λογοτεχνικούς τρόπους, βρισκόμαστε σε μια εποχή συγκριτισμού και μετάβασης: το βιβλίο του Μπαλαμπανίδη, μολονότι από πολλές απόψεις εντάσσεται στην αισθητική του μεταμοντέρνου, ενσωματώνει όχι μόνο την αποσπασματικότητα και την πολυμορφία, την ανάμιξη των ειδών και των αφηγηματικών οπτικών, αλλά και έναν ιδιότυπο, θραυσματικό λυρισμό, μια κλασική αίσθηση του τραγικού, μια ματιά ευρύτερη, όχι πάντα ειρωνική.
Το τραγούδι των κληρονόμων, λοιπόν. Ποια είναι όμως η κληρονομιά; Ποιοι οι κληρονόμοι; Στο βιβλίο αυτό παρακολουθούμε κρίσιμες στιγμές από τη ζωή πολλών ανθρώπων που ανήκουν σε διαφορετικές τάξεις. Αν η κληρονομιά των μεν είναι το κέρδος με κάθε τίμημα και η εξουσία που συνεπάγεται το χρήμα, για τους δε η κληρονομιά είναι οι μικρές δυστυχίες του μικροαστικού περιβάλλοντος, ζωές σε μια υποβαθμισμένη περιοχή, μια συλλογή από βινύλια, μια Κυριακή στο γήπεδο ως αντιστάθμισμα στη μιζέρια. Είναι ξεκάθαρο από την αρχή ότι κάποιοι έχουν «γεννηθεί από αυτούς που δεν έπρεπε» – όχι όμως όλοι. Από τη μια έχουμε αυτούς τους νέους που σπούδασαν πιστεύοντας στο «ελληνικό όνειρο» της κοινωνικής κινητικότητας, συγκέντρωσαν προσόντα για να βρεθούν εντέλει να εργάζονται κάτω από τη σκέπη του κεφαλαίου, πιστεύοντας ότι θα το παραπλανήσουν, θα το εκμεταλλευτούν και θα καταφέρουν να βρεθούν στη «σωστή πλευρά του καπιταλισμού», με πολλή δουλειά και με πολλούς συμβιβασμούς, κάποιοι και με μπόλικη δόση κυνισμού. Από την άλλη έχουμε μια μεγάλη, πλούσια οικογένεια, τους Τσέμπαλους – επώνυμο που μοιάζει να υπόσχεται αρμονία και αριστοκρατικότητα, αν και δεν είναι ακριβώς αυθεντικό και ακηλίδωτο.
Και ποιο είναι το τραγούδι των κληρονόμων; Η μουσική στο βιβλίο αναλαμβάνει πολλαπλούς ρόλους: είναι δομική αρχή, προεικόνιση και σχόλιο. Περισσότερο σημαίνον από όλες τις υπέροχες μελωδίες που κατακλύζουν το μυθιστόρημα, είναι το διαρκώς επαναλαμβανόμενο, σαν επωδός, My way. Είτε το τραγουδά ο Κλοντ Φρανσουά είτε η Νίνα Σιμόν, ο Έλβις ή ο Σινάτρα, το τραγούδι αυτό δεν είναι απλή προτίμηση: είναι το ευαγγέλιο της ατομικής βούλησης, το «φάντασμα της ελευθερίας» που στοιχειώνει σχεδόν όλους τους χαρακτήρες του βιβλίου. Επιδιώκοντας το ατομικό τους συμφέρον, όσο και αν αρέσκονται να το παρουσιάζουν ως συλλογικό ή οικογενειακό («είδες τι γλυκά ταυτίζεται καμιά φορά το ατομικό με το ευρύτερο καλό;»), οι κάθε λογής κληρονόμοι που παρελαύνουν στις σελίδες του βιβλίου, τραγουδούν, κι ας μην το ξέρουν, ότι θα τα κάνουν όλα «όπως τα θέλουν αυτοί», their way. Η ατομική επιθυμία ανάγεται σε αξίωμα της δράσης των προσώπων και προεξοφλείται η πανωλεθρία των αδύναμων και η κυριαρχία των ισχυρών, μιας και η επιθυμία στους κόλπους του συστήματος υπηρετεί τον νόμο της αγοράς και όχι την προσωπική ευδαιμονία.
Και όμως, αυτήν επιδιώκουν όλοι. Η ευεξία, ένα εμπορευματοποιημένο υποκατάστατο της ευτυχίας, γίνεται ύψιστος σκοπός. Η ανθηρότερη επιχείρηση της οικογένειας Τσέμπαλου είναι οι περίφημες «Λέσχες Inspire and Elevate», όπου μπορεί κανείς καταναλώνοντας συνδυασμούς από θεραπευτικά ιάματα να λησμονήσει τα προβλήματα, να βυθιστεί σε μια δική του νιρβάνα, χωρίς να αλλάξει στο ελάχιστο τις εξωτερικές συνθήκες της ζωής του, ανταλλάσσοντας την αλλαγή του κόσμου και της ατομικής του πορείας με μια τεχνητή λήθη. Μια ολόκληρη αγορά ευδαιμονίας καλύπτει με αρκετή επιτυχία την έλλειψη της αίσθησης προσωπικής ολοκλήρωσης και της συλλογικής δράσης. Μια ολόκληρη γενιά προσπαθεί να ξεφύγει από τα δεσμά της γέννησής της, όπως έκαναν ξανά και ξανά οι γενιές στην Ελλάδα, και μέσα από το καλειδοσκόπιο των χαρακτήρων του βιβλίου ξεπροβάλλουν οι εκπρόσωποι αυτής της γενιάς, η Μαργαρίτα, ο Άγγελος, ο Μάνος. Γιατί το βιβλίο του Μπαλαμπανίδη εφαρμόζει σχεδόν ρητά έναν ερμηνευτικό κύκλο ως κεντρικό στοιχείο της πλοκής: το ατομικό ανάγεται στο συλλογικό και η εξήγηση του συλλογικού πραγματοποιείται μέσω των ατομικών πεπρωμένων.
Στο πλαίσιο αυτό, ο Μπαλαμπανίδης χρησιμοποιεί ένα πλήθος από λογοτεχνικά εργαλεία για να «κλείσει το μάτι» στον αναγνώστη: διακειμενικότητα, λογοτεχνικές αναφορές που τον καθιστούν ενεργό υποκείμενο και συνένοχο του συγγραφέα, κατοπτρισμούς που τονίζουν το βασικό σχήμα του ατομικού-συλλογικού, όπως συμβαίνει με τους δίδυμους πύργους και τις δωδεκαώροφες πολυκατοικίες της δυτικής Θεσσαλονίκης: Η πτώση των πύργων την 11η Σεπτεμβρίου 2001, ένα γεγονός με κοσμοϊστορικές συνέπειες παραλληλίζεται κατά παράδοξο τρόπο με τις δύο πολυώροφες πολυκατοικίες όπου μεγάλωσαν κάποια από τα πρόσωπα του βιβλίου, οι οποίες στέκουν ακόμη στη θέση τους, αν και οι ζωές που στεγάζουν είναι οπωσδήποτε ζωές σε «πτώση». Δύο κτίρια στο ιδεατό κέντρο του δυτικού κόσμου και δύο κτίρια στην ελληνική περιφέρεια αποκτούν μυθικές διαστάσεις, το καθένα για διαφορετικούς λόγους. Ωστόσο, η πιο σημαίνουσα περίπτωση κατοπτρισμού είναι η παραβολή του Μάνου Ιατρίδη με τον Οιδίποδα. Ο Μάνος, όπως και ο μυθικός ήρωας, γεννήθηκε από εκείνους που δεν έπρεπε. Παιδιά αγνώστου πατρός, ανέρχονται στην κοινωνική ιεραρχία, όμως η «μοίρα» τούς σπρώχνει, δεν τους αφήνει να απολαύσουν τα προνόμια που κέρδισαν, τους ωθεί αυτή η ενδόμυχη κραυγή, το περίφημο «μη σταματάς δικέφαλε». Όντας τυφλωμένοι, θα καταλήξουν τσακισμένοι, ουσιαστικά, από το ίδιο τους το χέρι.
Μέσα στο μωσαϊκό του μυθιστορήματος διακρίνονται ψηφίδες φαινομενικά ασύνδετες, οι οποίες ωστόσο προεικονίζουν και ερμηνεύουν επιμέρους γεγονότα ή το σύνολο του μύθου. Όταν ολόκληρες σκηνές επαναλαμβάνονται σχεδόν πανομοιότυπες (λ.χ. η επίσκεψη της Μαργαρίτας στη λέσχη ευεξίας στην αρχή του πρώτου μέρους και προς το τέλος του δεύτερου), η γνώση του αναγνώστη για όσα έχουν συμβεί στο μεταξύ, μετατρέπει την επανάληψη σε μια λεπτή μορφή ειρωνείας. Σχολιασμός γίνεται και με παρεμβολή πληροφοριών, ο σκοπός ύπαρξης των οποίων θα φανεί αργότερα. Αναφέρεται, λ.χ., το πείραμα του Τζον Κάλχουν που διεξήχθη μεταξύ 1958 και 1962 με την ονομασία «Σύμπαν 25»: μια κοινωνία ποντικών με αφθονία τροφής και πολλές ευκαιρίες αναπαραγωγής έφτασε στο απόγειο της ακμής της και κατόπιν άρχισε να παρακμάζει και εξαλείφθηκε – ένα σχόλιο στην κουλτούρα της ευδαιμονίας και την τελική κατάρρευση που υπαινίσσεται το βιβλίο, αλλά και στην ατομική φιλοδοξία και κατάληξη των επιμέρους ηρώων. Αναφέρεται αλλού η περίφημη ιστορία του Πλάτωνα για το δαχτυλίδι του Γύγη, ένα δαχτυλίδι που κάνει αόρατο όποιον το φορά, ώστε να μπορεί να ενεργήσει ατιμωρητί όπως θέλει: θα πράξει άραγε το σωστό ή ο μόνος λόγος που απέχει από το κακό είναι ο φόβος της σύλληψης και της τιμωρίας;
Οι λογοτεχνικές ή φιλοσοφικές αναφορές, ως ρητά ή έμμεσα παραθέματα ενσωματωμένα στο κείμενο, διαδραματίζουν επίσης σημαντικό ρόλο. Θα βρούμε στο βιβλίο του Μπαλαμπανίδη τον Καντ και τον ηθικό νόμο, τον Ντεμπόρ και την κοινωνία του θεάματος, το ερώτημα του Σωκράτη αν η ηθική είναι προϋπόθεση για την καλή ζωή, το κατά Ματθαίον ευαγγέλιο, αλλά και τον Μπαλζάκ και τους καιροσκόπους ήρωές του ή το παραμύθι με τον αυλητή που μαγεύει τα παιδιά. Κυρίαρχη αναφορά είναι, από την άποψη αυτή, ο Φάουστ και η συμφωνία του με τον διάβολο. Το θέμα παραλλάσσεται με βάση το έργο του Μπουλγκάκοφ Ο μαιτρ και η Μαργαρίτα και την «τρίλια του διαβόλου» του Τζουζέπε Ταρτίνι (1692-1770). Σύμφωνα με την παράδοση, ο Ταρτίνι διηγήθηκε στον Γάλλο αστρονόμο Ζερόμ Λαλάντ ότι είδε στον ύπνο του τον διάβολο να παίζει βιολί με ασύλληπτη δεξιοτεχνία και μοναδική ομορφιά. Όταν ξύπνησε, προσπάθησε αμέσως να καταγράψει αυτό που άκουσε και έτσι προέκυψε η περίφημη σονάτα του.
Διαβάζοντας το μυθιστόρημα, μου δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι ο συγγραφέας χρησιμοποιεί τη σονάτα του Ταρτίνι ως πρότυπο για τη δομή του μυθιστορήματος. Τα τρία μέρη του – τέσσερα αν συνυπολογίσουμε το προοίμιο, έναν άτιτλο εναρκτήριο διάλογο – αντιστοιχούν στα τέσσερα μέρη της σονάτας και μάλιστα όπως αυτά περιγράφονται στις σελίδες 88-90 του βιβλίου. Στα δύο πρώτα κεφάλαια, το προοίμιο και το πρώτο κεφάλαιο του πρώτου μέρους αντιστοιχεί το πρώτο μέρος της σονάτας (allegro ma non troppo) που βάζει το κοινό «σε μια ατμόσφαιρα ονειρική», στο δεύτερο μέρος (allegro moderato) αντιστοιχεί το υπόλοιπο πρώτο μέρος του βιβλίου, η «διαπραγμάτευση για τους όρους του συμβολαίου» που θα υπογράψουν τα μέρη, δηλαδή ο Μάνος, η Λουκία, η Μαργαρίτα από τη μια και ο διάβολος από την άλλη. Το τρίτο μέρος της σονάτας (andante) είναι το «σάουντρακ» για το δεύτερο μέρος του βιβλίου, όπου φανερώνονται λεπτομέρειες από την «πεζή ανθρώπινη ζωή, φιλοδοξίες, ματαιώσεις», και η κορύφωση στο τρίτο μέρος του μυθιστορήματος συμβαδίζει με το τέταρτο και δυσκολότερο της σονάτας (allegro assai), «με όλα τα σατανικά όπλα που έχει ο διάβολος στη φαρέτρα του». Το καταληκτικό κεφάλαιο απηχεί τα λιγοστά τελευταία μέτρα της παρτιτούρας, όπου επέρχεται «μια κάποια συμφιλίωση με τη μοίρα».
Το θέμα της μοίρας παραλλάσσεται σε όλο το μυθιστόρημα, σε αναλογία και αντίστιξη με το θέμα της συναλλαγής με τον διάβολο. Αν υπάρχει ένα πεπρωμένο για τους ήρωες, όπως υπάρχει ο αναπόφευκτος χρησμός για τον Οιδίποδα, τίθεται το ερώτημα σε τι συνίσταται αυτό το πεπρωμένο, αλλά και ποιο είναι το μερίδιο της ευθύνης των ίδιων των ανθρώπων. Η μοίρα, σε μια εποχή όπως η δική μας, δεν φαίνεται να είναι απόρροια θεϊκών βουλών, αλλά τόσο των κοινωνικών δομών εντός των οποίων αναπτύσσεται ο καθένας, όσο και της προσπάθειάς του να τις υπερβεί. Αν μοίρα της Λουκίας είναι να γνωρίζει «από κούνια» τη διαφορά μιας συμφωνίας από μια συμφωνιέτα, μοιραία είναι και η προσπάθειά της να «προδώσει» την τάξη της για να τη διατηρήσει, σύμφωνα με το περίφημο ρητό του πρίγκιπα Σαλίνα από τον Γατόπαρδο: «Αν θέλουμε να μείνουν όλα όπως είναι, πρέπει όλα να αλλάξουν». Η μοίρα που σημαδεύει τις πολιτισμικές και κοινωνικές προσλαμβάνουσες του Μάνου, είναι μεταξύ άλλων και αυτή η εσωτερική φωνή που υπαγορεύει τη δράση του, το «μη σταματάς».
Η μουσική στο Τραγούδι των κληρονόμων δεν εξαντλείται, ωστόσο, στην επωδό του My way και στην «τρίλια του διαβόλου». Το διπλό παιχνίδι μοίρας και αυτοκαθορισμού τονίζεται και από τις δύο συμφωνίες του Μπετόβεν, στις οποίες γίνεται εκτενής αναφορά. Το πένθιμο allegretto της εβδόμης συμφωνίας, στενά συνδεδεμένο με τη «μάχη των εθνών» στη Λειψία το 1813 και τη συντριπτική ήττα του Ναπολέοντα, τίποτε καλό δεν προμηνύει για τους χαρακτήρες του μυθιστορήματος, ενώ η πέμπτη, η λεγόμενη «του πεπρωμένου» είναι μια υπενθύμιση της ύπαρξης δυνάμεων, αν όχι κοσμικών, τουλάχιστον κοινωνικών και πολιτικών, που μας υπερβαίνουν. Καθώς ο Ιατρίδης σκηνοθετεί τις στρατηγικές του κινήσεις στο κεφάλαιο «Ο Μάνος και ο γέρος», οι δυο συμφωνίες υποκαθιστούν η μια την άλλη σχολιάζοντας την εξέλιξη. Για να νικήσει τον ταξικό του αντίπαλο, ο Μάνος πρέπει να χάσει την ανθρωπιά του, κάτι που τελικά πετυχαίνει: «Ήταν σαν να τον είχε εγκαταλείψει κάθε ανθρώπινο συναίσθημα. Λες και πάνω στο δέρμα του είχε αναπτυχθεί μια απολύτως στεγανή φολιδωτή στοιβάδα που δεν άφηνε τίποτα να περάσει και μέσα του υπήρχε μόνο μια απολύτως ευθεία γραμμή που εκτεινόταν αδιάκοπα προς το άπειρο, χωρίς την παραμικρή διακύμανση». Επειδή όμως η απώλεια αυτή δεν είναι ανώδυνη, θα βρει τη θέση της στο Τραγούδι των κληρονόμων και η καβατίνα από τους Γάμους του Φίγκαρο, το διάσημο L’ ho perduta, που «ακούγεται» στο βιβλίο σε συνδυασμό με τη χαρακτηριστική εκείνη σκηνή από το Χάος των αδελφών Ταβιάνι – μια παρέα παιδιών που παλεύουν να ανεβούν έναν αμμόλοφο κι ολοένα γλιστρούν. Στην άρια του Μότσαρτ η υπηρέτρια Μπαρμπαρίνα γυρεύει στη σκοτεινή σάλα του αρχοντικού μια καρφίτσα που έχει χάσει και πρέπει να παραδώσει σε μια συγκεκριμένη δεσποσύνη για λογαριασμό του κυρίου της. Όλοι βέβαια αναρωτιούνται εδώ και διακόσια πενήντα χρόνια, αν η Μπαρμπαρίνα έχει χάσει μόνο την καρφίτσα ή και την αθωότητά της, όπως και οι ήρωες του Μπαλαμπανίδη. Η μουσική, για τον αναγνώστη που γνωρίζει ή κάνει τον κόπο να γνωρίσει τα κομμάτια που αναφέρονται στο Τραγούδι των κληρονόμων, λειτουργεί ως στοιχείο επικής ειρωνείας.
Τελικά, η τόσο μελετημένη ηχητική «επένδυση» του βιβλίου συμβάλλει στη δημιουργία ενότητας, απαραίτητης σ’ ένα έργο αποτελούμενο από θραύσματα. Υπάρχουν ωστόσο κι άλλα ενοποιητικά στοιχεία: η επανάληψη φράσεων, η διαρκής υπόμνηση των χαρακτηριστικών των προσώπων, οι μακροσκελείς λίστες που λειτουργούν καθησυχαστικά, ως συνδετικοί κρίκοι με την καθημερινότητα, η χρήση μοτίβων. Δυο λόγια στο σημείο αυτό για το θεματικό μοτίβο της ανθρωποφαγίας που κυριαρχεί στο έργο, συμβολικά και εν μέρει κυριολεκτικά. Το φαινομενικά ασύνδετο περιστατικό με το ζευγάρι των Γάλλων που δημιουργούν ακραίο περιεχόμενο σε κάποια διαδικτυακή πλατφόρμα, προοιωνίζεται τη σκηνή του δεύτερου και μοιραίου δείπνου των Τσέμπαλων, όπου αναπόφευκτα θυμόμαστε το δείπνο που παρέθεσε ο Τάνταλος στους θεούς, προσφέροντάς τους το ίδιο το παιδί του, και καταλήγει στον μύθο του Ερυσίχθονα, που κατατρώει πρώτα τους δούλους του και μετά τις δικές του σάρκες, επειδή υπήρξε άπληστος.
Η ιδέα μιας ύβρεως που θα έπρεπε να την ακολουθήσει η νέμεση διατρέχει το έργο. Το τραγικό μοτίβο τονίζεται τόσο από το θέμα του Οιδίποδα, όσο και από τους απολύτως θεατρικούς, κάποιες φορές, διαλόγους, αλλά και από την παρεμβολή ενός μίνι μονόπρακτου ή από τίτλους κεφαλαίων όπως «όλος ο θίασος επί σκηνής», ακόμη και από τα motti που διαλέγει ο συγγραφέας, δύο από τα οποία προέρχονται από τον Οιδίποδα τύραννο και από τα χορικά στις γιορτές της αρχαίας Σπάρτης. Στην πραγματικότητα, οι ήρωες βρίσκονται στα όρια μεταξύ ύβρεως και πεπρωμένου. Η υπερπληθώρα επιλογών που υποτίθεται πως διαθέτουν – οι ερωτήσεις πολλαπλής επιλογής που βρίσκονται διάσπαρτες στο βιβλίο, ο πίνακας της Μαργαρίτας όπου ο καθένας μπορεί να κρεμάσει όποιο χαρτάκι θέλει (ίσως ένα μετα-αφηγηματικό σχόλιο για το παλίμψηστο που αποτελεί το ίδιο το μυθιστόρημα), η ποικιλία των ιαματικών εκχυλισμάτων που προσφέρονται στις λέσχες ευεξίας – όλα αυτά είναι παραπλανητικές, ασήμαντες ελευθερίες που πιστοποιούν την ανθρώπινη δουλεία στον ύστερο καπιταλισμό, είναι «τα μυριάδες γραναζάκια της μεγάλης μηχανής που μας αλέθει».
Συνθέτοντας ένα μυθιστόρημα που υπερβαίνει τη στείρα τεχνική για να αγγίξει την τραγωδία μιας γενιάς, ο Μπαλαμπανίδης έγραψε ένα βιβλίο όχι μόνο πολιτικό, όχι μόνο αισθητικά προκλητικό, αλλά και βαθιά συγκινητικό.
⸙⸙⸙
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου ένατου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]








