Αντώνης Ψάλτης, Η χαμένη μέρα της κυρίας Προυστ, Ο Μωβ Σκίουρος, Αθήνα 2025.
Η κυρία Προυστ, ένα σιωπηλό μυστήριο, ένα αίνιγμα από μόνη της! Περίπου μεσήλικας, έλεγαν οι γονείς του μικρού κοριτσιού, που πάει να πει πενήντα ετών, ήταν μια παράξενη κυρία. Λέγανε ότι ήταν μισή Γαλλίδα, από τον μπαμπά της, και μισή Ελληνίδα, από τη μαμά της. Είχε ακουστεί μάλιστα ότι ήταν μακρινή απόγονος («τι σημαίνει πάλι αυτό;» αναρωτιόταν το μικρό κορίτσι) ενός μακρινού συγγενή. Αδελφός, ξάδελφος –ποιος ξέρει;– ενός Γάλλου συγγραφέα που είχε γράψει όλο κι όλο ένα βιβλίο στη ζωή του!
Με αυτά τα λόγια παρουσιάζεται στο αναγνωστικό κοινό η κυρία Προυστ, η μακρινή συγγενής του Μαρσέλ, που τύχη αγαθή την έφερε να πρωταγωνιστήσει σε αυτό το μοντέρνο παραμύθι του Αντώνη Ψάλτη. Γιατί, αλλιώς, ποιος θα την ήξερε; Ποιος θα διεκδικούσε τη δική της μνήμη; Ποιος θα αναζητούσε τον δικό της (κερδισμένο) χρόνο; Βέβαια, εδώ άγνωστη δεν είναι μόνο η μακρινή απόγονος του Μαρσέλ, αλλά και ο ίδιος: «ένας Γάλλος συγγραφέας που [έχει] γράψει όλο κι όλο ένα βιβλίο στη ζωή του!». Προβοκατόρικη αποστροφή, ιδανικό ξεκίνημα για ένα παραμύθι, που δεν σου επιτρέπει να το αφήσεις από τα χέρια σου.
Δεν πιστεύω στη διάκριση ανάμεσα στην παιδική/εφηβική λογοτεχνία και τη λογοτεχνία ενηλίκων. Η λογοτεχνία είναι λογοτεχνία και άρα έχει χίλια κλειδιά να την ξεκλειδώσει κανείς, ανάλογα με τη θέση στην οποία βρίσκεται. Είμαστε άπειροι διαφορετικοί αναγνώστες στη διάρκεια της ζωής μας· καθένας από αυτούς τρυπώνει και από άλλη είσοδο στα βιβλία που πέφτουν στα χέρια του. (Α προπό, τα είπε πολύ ωραία ο Noa Tinsel σε σχετική ανάρτησή του στο facebook, αναζητήστε την!). Η χαμένη μέρα της κυρίας Προυστ, λοιπόν, είναι ένα παραμύθι: αλλιώς θα το διαβάσει ένα παιδί, αλλιώς ένας ενήλικας. Και φυσικά: αλλιώς κάθε ενήλικας, αφού καθένας θα βρει στις σελίδες του τον εαυτό του ή κομμάτι/α από τον εαυτό του ή από ό,τι θεωρεί/επιθυμεί/ελπίζει ή φοβάται πως είναι ο εαυτός του: διότι αυτό ακριβώς είναι και το θέμα του βιβλίου.
Η πρωταγωνίστρια, η μυστηριώδης κυρία Προυστ, είναι μια γυναίκα που έχει χάσει μία μέρα από τη ζωή της. Ή καλύτερα, έχει χάσει την επαφή με την ίδια την έννοια του χρόνου και, άρα, με τον εαυτό της. Αναζητά, όπως και ο μακρινός της συγγενής, ο Μαρσέλ, τα ψίχουλα του Χάνσελ για να επιστρέψει στο συμβολικό της σπίτι. Η συνάντησή της με τη μικρή Μάγια, το κοριτσάκι του εναρκτήριου αποσπάσματος, γίνεται η αφορμή για την εσωτερική της μεταμόρφωση, γίνεται ακριβώς η επιστροφή στο χαμένο της σπίτι. Το παιδί, με την έμφυτη περιέργεια και την αφοπλιστική δύναμη των ερωτήσεών του, ενθαρρύνει την κυρία Προυστ να χαρτογραφήσει το μονοπάτι της ζωής της.
Σε αυτό το παραμύθι, το σκηνικό είναι επιβλητικό και είναι ένα: ο χρόνος. Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίο το όνομα της κυρίας Προυστ. Ο χρόνος λειτουργεί ως το απόλυτο σύμβολο σε μια διαδοχή συμβόλων: ο εαυτός ως χρόνος, ο χώρος ως χρόνος, η ηλικία ως χρόνος, η λογοτεχνία ως χρόνος και, ασφαλώς, ο χρόνος που νομίζουμε ότι χάσαμε ως χρόνος πανηγυρικά κερδισμένος. Γιατί, τελικά, χαμένος χρόνος δεν υπάρχει. Και αυτό κρατάμε ως «επιμύθιο», που λέγαμε παλιά, όταν διαβάζαμε τα παραμύθια του Αισώπου. Μόνο που σε αυτό το μοντέρνο παραμύθι δεν υπάρχει ίχνος διδακτισμού. Και αυτό προσωπικά θεωρώ τη μεγαλύτερη αρετή του. Ποτέ μας δεν μαθαίνουμε όταν μας διδάσκουν· μαθαίνουμε όταν ζούμε (ή και όταν αφήνουμε τη ζωή να περάσει από μπροστά μας, να τη «χάσουμε»), όταν χτίζουμε τη γλώσσα μας και τον εαυτό μας με ερωτήσεις: ρωτώντας ζεις, ρωτώντας βρίσκεις τον δρόμο για το σπίτι – και όταν σταματήσεις να ρωτάς τότε μόνο ο χρόνος σταματά, νεκρώνει.
Το παραμύθι του Αντώνη Ψάλτη είναι πολύτιμο σήμερα για έναν επιπλέον λόγο: βομβαρδίζουμε τα παιδιά μας με το αίτημα της χρησιμότητας. Καθετί που κάνουν πρέπει να οδηγεί κάπου, να έχει ένα χειροπιαστό αποτέλεσμα, είναι ανεπίτρεπτο να αφήνουνε τον χρόνο να περάσει, να τεμπελιάζουν, να κοιτούν άπραγα το ταβάνι, να ονειροπολούν· ακόμη και ο χρόνος της ξεκούρασης πρέπει να είναι ύπνος, γιατί ο ύπνος είναι χρήσιμος. «Σε τι χρειάζεται, λοιπόν, η λογοτεχνία;», μας ρωτάνε και συνήθως στεκόμαστε αμήχανοι σε αυτό το ερώτημα, διότι αφενός δεν είναι ερώτημα, αλλά διακήρυξη, κατάφαση (δεν χρειάζεται η λογοτεχνία) και αφετέρου η ίδια η διατύπωσή του μαρτυρά τη στρέβλωση που το γέννησε: χρειάζεται για να ζούμε, απαντάμε κάποιοι. Και δεν χρειάζεται σε τίποτε, κάποιοι άλλοι. Διότι, σε τελική ανάλυση, όλα αυτά που καθόλου δεν χρειάζονται είναι οι οδηγίες χρήσης για μια καλή ζωή.
⸙⸙⸙
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: ©Charlie O’Sullivan. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου όγδοου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]








