Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης, Νοσοκομείο Σωτηρία, Κίχλη, Αθήνα 2026.
Στη σελίδα 118 του νέου μυθιστορήματος του Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη, διαβάζουμε:
«ο πόνος με ενοχλεί, μ’ ανησυχεί, με φοβίζει, με διασκεδάζει, με χαϊδεύει και μ’ ανατριχιάζει. Ο πόνος είναι κώδικας, σημείο, ένδειξη, σημαίνον, μήνυμα και μέσο. Ο πόνος με γειώνει, με απογυμνώνει, με αφυπνίζει, με διδάσκει, με ωριμάζει και μ’ αλλάζει. Ο πόνος είναι πλοκή, εικόνες, μεταφορές, αλληγορίες, εγκιβωτισμοί και αναλογίες. Ο πόνος με πονά, με γδέρνει, με σβαρνίζει, με σουβλίζει, με διαλύει και με κομματιάζει. Ο πόνος είναι έγκληση, κατηγορία, ομολογία, παραδοχή, υπεράσπιση και τιμωρία. Ο πόνος με φιλιώνει, με γεφυρώνει, με αναστατώνει, με καθησυχάζει, με μοιρολογεί και με σπαράζει».
Πρόκειται για τις σκέψεις του κεντρικού ήρωα του βιβλίου, Μωυσή Παναγιωτίδη, ο οποίος νοσηλεύεται στο Νοσοκομείο «Σωτηρία» –εκεί όπου οι τοίχοι, τα πατώματα, οι μάντρες, τα κρυφά μονοπάτια και οι χαλασμένες κρύπτες είναι διαπερατά από αιματηρές μνήμες, σπαρακτικές κραυγές αγωνίας και περήφανες σιωπές πριν από τις εκτελέσεις, μα κάπου κάπου ξεπροβάλλουν σποραδικά χαμόγελα μέσα σε κοιτίδες συλλογικότητας και αλληλεγγύης.
Δεν θεωρώ ότι υπάρχει πιο αντιπροσωπευτικό απόσπασμα που να εκφράζει όλα όσα επιδιώκει να μεταλαμπαδεύσει ο συγγραφέας στον αναγνώστη γύρω από το πλέον θεμελιώδες στοιχείο της ανθρώπινης ύπαρξης: τον πόνο. Τον πόνο της φθοράς και της αρρώστιας, των ματαιώσεων και της διάψευσης, τον πόνο απέναντι στην ακατάβλητη κυριαρχία του θανάτου και τη διαρκή πολιορκία της λήθης.
Το απόσπασμα αυτό, όπου ο πόνος ορίζεται ως «κώδικας, σημείο, ένδειξη, σημαίνον, μήνυμα και μέσο», αγγίζει τον πυρήνα της ποιητικής του Χατζημωυσιάδη και αποτελεί τον πυξίδα διαχείρισης του λογοτεχνικού του υλικού, λειτουργώντας ως ο μικρόκοσμος και το συντακτικό ολόκληρου του μυθιστορήματος. Ο τρόπος με τον οποίο ο συγγραφέας επιλέγει τα ρήματα, τα ουσιαστικά και τα επίθετα μαρτυρά με ακρίβεια τα στάδια επεξεργασίας του λογοτεχνικού και ιστορικού του υλικού.
Τα ρήματα της σωματικής και ψυχικής δοκιμασίας (με γδέρνει, με σουβλίζει, με κομματιάζει), που παρουσιάζονται σε μια βίαιη, εναλλασσόμενη ρηματική ακολουθία, καθρεφτίζουν τη δομή του ίδιου του βιβλίου. Το μυθιστόρημα είναι σκόπιμα θρυμματισμένο, αποσπασματικό, «κομματιασμένο». Ο συγγραφέας απορρίπτει τη στρωτή, γραμμική αφήγηση, καθότι ο πόνος, είτε πρόκειται για την προσωπική οδύνη του Μωυσή είτε για τη συλλογική οδύνη της χώρας, δεν είναι γραμμικός. Το τραύμα εισβάλλει βίαια και διαλύει τη συνέχεια του χρόνου.
Τα ουσιαστικά της λογοτεχνικής μετουσίωσης (κώδικας, σημαίνον, πλοκή, μεταφορές) με σημαντικότερη τη λέξη πλοκή, μετατρέπουν τον πόνο σε αφήγηση για να μπορέσει να γραφτεί, να διαβαστεί και τελικά, να διασωθεί στη μνήμη. Τα ουσιαστικά της ιστορικής και ηθικής κρίσης (έγκληση, κατηγορία, ομολογία, τιμωρία) υποδηλώνουν τον τρόπο που ο συγγραφέας διαχειρίζεται το ιστορικό του υλικό. Το νοσοκομείο «Σωτηρία» δεν είναι απλώς ένα σκηνικό, αλλά ένα δικαστήριο της Ιστορίας. Μέσα από την αλληλογραφία των ασθενών μεταξύ των οποίων και ο παππούς του ήρωα, τα αρχειακά έγγραφα, τα αποκόμματα των ιατρικών αρχείων και τις αναφορές στους φυματικούς και τους πολιτικούς κρατούμενους, το μυθιστόρημα μετατρέπεται σε μια «κατηγορία» ενάντια στη λήθη και τη βαρβαρότητα. Οι λέξεις ξεπερνούν το περιβάλλον του νοσοκομείου και παραπέμπουν ευθέως στο σκοτεινό παρελθόν του. Οι στοιβαγμένοι, στιγματισμένοι φυματικοί του μεσοπολέμου, οι βασανισμένοι και οι εκτελεσμένοι της Κατοχής και του Εμφυλίου ξεπροβάλλουν κάθε τόσο και μας κοιτάζουν κατάματα. Ο προσωπικός πόνος του Μωυσή στον θάλαμο γίνεται ο μεγεθυντικός φακός για να αντικρίσουμε τον ανώνυμο πόνο των ηττημένων της ελληνικής ιστορίας. Η αρρώστια του παρόντος γίνεται ο καθρέφτης της ανεπούλωτης πληγής του παρελθόντος.
Τέλος, τα ρήματα της σύνδεσης και της κάθαρσης (με φιλιώνει, με γεφυρώνει) σηματοδοτούν την τελική διαχείριση του υλικού. Ο συγγραφέας δεν εγκλωβίζει τον αναγνώστη στον μηδενισμό. Γεφυρώνει το τότε με το τώρα, το «εγώ» του ασθενούς με το «εμείς» της κοινωνίας.
Με λίγα λόγια, το απόσπασμα αυτό συνιστά τον οδηγό ανάγνωσης του βιβλίου. Μας αποκαλύπτει ότι η γραφή αποτελεί τον μοναδικό τρόπο να οργανωθεί, να μετουσιωθεί και εντέλει να γιατρευτεί το χάος του πόνου.
Η διαχείριση αυτού του κομματιασμένου υλικού αποκτά σάρκα και οστά μέσα από την παρουσία δύο ξεχωριστών γυναικείων μορφών που πρωταγωνιστούν στο υπόστρωμα της αφήγησης. Της Μαρίας Πολυδούρη και της Φιλησίας Στάθη Πουλιοπούλου. Οι δύο ποιήτριες αποτελούν το ανεκπλήρωτο συγγραφικό σχέδιο της Αγγελικής της νεκρής συζύγου του ήρωα το νήμα του οποίου πιάνει ξανά ο Μωυσής καθώς νοσηλεύεται στο «Σωτηρία». Μέσα από αυτές, ο Χατζημωυσιάδης δημιουργεί ένα συγκλονιστικό δίπολο που καθρεφτίζει τις δύο όψεις του πόνου. Η εμβληματική μορφή του νεορομαντισμού, που πέθανε φυματική στο «Σωτηρία» το 1930, απογυμνώνεται από τον μυθοποιημένο, ρομαντικό της πέπλο. Ο συγγραφέας τη φέρνει στο προσκήνιο ως ένα πάσχον, φυσικό σώμα. Ο δικός της πόνος μετουσιώνεται σε τέχνη, αλλά παραμένει ωμός και απτός, συνομιλώντας απευθείας με τη σωματική εξαθλίωση του ίδιου του Μωυσή στον σύγχρονο θάλαμο. Ωστόσο δεν είναι μόνο ο πόνος που την καθορίζει, καθώς με την περήφανη στάση της επί κλίνης ενσαρκώνει το ακατάλυτο του έρωτα, την ειρωνεία της αρρώστιας και το αναπόφευκτο του θανάτου. Αντίστοιχα η Φιλησία Στάθη Πουλιοπούλου βιώνει τον πόνο ως «έγκληση, κατηγορία, ομολογία». Η σχεδόν λησμονημένη Φιλησία (σύζυγος του ηγέτη του ελληνικού τροτσκισμού, Παντελή Πουλιόπουλου) αντιπροσωπεύει τις αποσιωπημένες, αφανείς φωνές της Ιστορίας. Τα ελάχιστα διασωθέντα ποιήματά της λειτουργούν στο βιβλίο ως ένα πολιτικό και ηθικό κατηγορητήριο. Είναι ο συλλογικός πόνος των διώξεων, των χαμένων κοινωνικών αγώνων και της κρατικής βίας.
Μέσα από αυτές τις δύο μορφές, ο ήρωας διαχειρίζεται παράλληλα το βαρύ πένθος για την αυτοκτονία της δικής του γυναίκας, της Αγγελικής, η οποία του άφησε ως πνευματική παρακαταθήκη την αγάπη για το έργο τους. Η ποίηση εδώ δεν επιστρατεύεται ως διακοσμητικό στοιχείο, αλλά ως όπλο απέναντι στη φθορά.
Συναντάμε όμως και παρηγορητικά, κατευναστικά ρήματα (με διασκεδάζει, με χαϊδεύει και μ’ ανατριχιάζει) γεγονός που μαρτυρά ότι, παρά τη δραματικότητά του, το βιβλίο αναπνέει χάρη σε μια υπόγεια, αλλά διάχυτη φλέβα χιούμορ και σαρκασμού. Ο ήρωας επιστρατεύει το χιούμορ και την ειρωνεία όχι για να υποτιμήσει την κατάστασή του, αλλά ως το απόλυτο όπλο πνευματικής επιβίωσης. Ο σαρκασμός στρέφεται πρωτίστως προς τον ίδιο του τον εαυτό, τις αδυναμίες του πάσχοντος σώματός του, την ανάγκη του να νιώθει ερωτικά ενεργός, αποτρέποντας έτσι το κείμενο να διολισθήσει στον μελοδραματισμό. Παράλληλα, το χιούμορ γίνεται κοινωνικό και πολιτικό. Καυτηριάζει τις παθογένειες του νοσοκομειακού συστήματος, τις ανθρώπινες μικρότητες, αλλά και τις ίδιες τις ιδεολογικές αγκυλώσεις της αριστεράς, τις οποίες ο ήρωας βλέπει από μια διορατική, γλυκόπικρη απόσταση. Αυτή η εναλλαγή ανάμεσα στο τραγικό και το κωμικοτραγικό προσδίδει στο έργο μια σπάνια ζωντάνια.
Το απόσπασμα –όπως και ολόκληρο το βιβλίο– κλείνει με μια βαθιά ανθρωπιστική παραδοχή: «Ο πόνος με φιλιώνει, με γεφυρώνει, με αναστατώνει, με καθησυχάζει». Στο τέλος της διαδρομής, η απομόνωση του θαλάμου σπάει. Ο ήρωας, και μαζί του ο αναγνώστης, «γεφυρώνεται» με την κοινή μοίρα των ανθρώπων. Ο πόνος, από παράγοντας αποξένωσης, μετατρέπεται στο απόλυτο συνεκτικό υλικό που μας συνδέει με την ανθρώπινη ιδιότητα.
Διάβασα κάποτε πως η νόσος δεν είναι ποτέ απλώς βιολογική, αλλά φέρει κοινωνικά, πολιτικά και μυθολογικά φορτία. Ο Χατζημωυσιάδης επιβεβαιώνει αυτή τη θεωρία απορρίπτοντας κάθε ωραιοποίηση. Αναδεικνύει το φθαρμένο σώμα ως τον απόλυτο ιστορικό μάρτυρα.
⸙⸙⸙
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: ©Kiki Smit. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου όγδοου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.








