Ελισσάβετ Θεοδωράνου, Η σκηνή της Θεσσαλονίκης. Σχήματα εναλλακτικού θεάτρου στην τροχιά της Μεταπολίτευσης (1974-2000), Νεφέλη, Αθήνα 2026.
Το βιβλίο της Ελισσάβετ (Ελίζας) Θεοδωράνου αποτελεί μια νέα και αξιοσημείωτη προσθήκη στην ελληνική θεατρολογική βιβλιογραφία. Επανεπεξεργασμένη εκδοχή διδακτορικής διατριβής, η οποία υποστηρίχθηκε στο Τμήμα Θεάτρου του ΑΠΘ το 2019, η μελέτη εντάσσεται στο πεδίο της ιστορίας του θεάτρου και, όπως μαρτυρά ο τίτλος της, οργανώνεται γύρω από 3 άξονες: ο πρώτος είναι χρονικός (η Μεταπολίτευση και συγκεκριμένα η τελευταία 25ετία του 20ού αιώνα), ο δεύτερος είναι τοπικός (η Θεσσαλονίκη) και ο τρίτος ειδολογικός, αφορά δηλαδή αυτό που η συγγραφέας προσδιορίζει στη δεδομένη χωροχρονική συνθήκη ως «εναλλακτικό θέατρο» και περιλαμβάνει τους επαγγελματικούς θιάσους έρευνας που αναπτύχθηκαν παράλληλα με, αλλά έξω από, το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος (ΚΘΒΕ). Η εν λόγω κατηγορία εκπροσωπείται στην ανάλυση από το Θεατρικό Εργαστήρι Θεσσαλονίκης (1974-1989), το Καφέ-Θέατρο Θεσσαλονίκης (1979-1991), την Επιθεώρηση Δραματικής Τέχνης της Ρούλας Πατεράκη (1979-1986) και την Πειραματική Σκηνή της «Τέχνης» (1979-2000).
Η Θεοδωράνου συγκροτεί πριν απ’ όλα μια χρήσιμη και μεθοδικά οργανωμένη δεξαμενή πληροφορίας για μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα φάση της θεατρικής ιστορίας της Θεσσαλονίκης, που δεν είχε μέχρι σήμερα μελετηθεί συστηματικά σε επιστημονικό επίπεδο. Εξετάζοντας τη δραστηριότητα και το καλλιτεχνικό προφίλ των ανωτέρω τεσσάρων σχημάτων, αναδεικνύει την ξεχωριστή δυναμική της θεατρικής ζωής εκτός του αθηναϊκού κέντρου, όπως αυτή διαμορφώθηκε μέσα από τις έντονες πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές ανακατατάξεις της μεταπολιτευτικής περιόδου, αλλά και από το κλίμα δημιουργικής κινητικότητας, τόλμης και ευφορίας που χαρακτήρισε την εποχή.
Μετά από την εισαγωγή της συγγραφέως, όπου διασαφηνίζονται και αιτιολογούνται οι βασικές επιστημονικές επιλογές της (χρονικά όρια μελέτης, επιλογή θιάσων κ.λπ.), η κυρίως μελέτη υιοθετεί μια τριμερή δομή. Το Α΄ μέρος αναφέρεται στην πρώτη μεταπολεμική εικοσαετία και στα χρόνια της δικτατορίας, καταγράφοντας βασικές εξελίξεις στο θέατρο της Θεσσαλονίκης μέχρι το 1974. Τα τέσσερα κεφάλαιά του επισκοπούν το τοπίο στην πόλη πριν και μετά την ίδρυση του ΚΘΒΕ, τη συμβολή του Κυριαζή Χαρατσάρη, τον Φοιτητικό Όμιλο Θεάτρου και Κινηματογράφου, καθώς επίσης την ίδρυση και τα πρώτα χρόνια του Θεατρικού Εργαστηρίου της «Τέχνης». Διασφαλίζονται έτσι οι απαραίτητες συνδέσεις και γνώσεις υποβάθρου, προκειμένου να μεταβεί ομαλά ο αναγνώστης στο Β’ μέρος, που αποτελεί τον κεντρικό ερευνητικό πυρήνα της μελέτης. Αυτό εκτείνεται σε τρία κεφάλαια και φέρει τον τίτλο «Η Μεταπολίτευση και η πορεία προς μια πολυφωνική θεατρική κουλτούρα στη Θεσσαλονίκη».
Το πρώτο κεφάλαιο παρουσιάζει διεξοδικά τη θεατρική παραγωγή των τεσσάρων μελετώμενων θιάσων στα διάφορα στάδια της πορείας τους, συγκεντρώνοντας στοιχεία και συντελεστές για όλες τις παραστάσεις τους, μαζί με τα δημοσιογραφικά δημοσιεύματα και τις κριτικές που τις συνόδευσαν. Το δεύτερο κεφάλαιο εστιάζει στην καλλιτεχνική ταυτότητα, στις πολιτικές ρεπερτορίου, στους πρωτεργάτες, στον τρόπο λειτουργίας και στην ιδιαίτερη πολιτιστική συμβολή του εκάστοτε σχήματος, καθώς και στους πολλαπλούς παράγοντες (εξωτερικούς και εσωτερικούς) που επηρέασαν τις διαδρομές και την επιβίωσή τους. Τεκμηριώνονται έτσι με στοιχεία οι κοινωνικο-πολιτικές προτεραιότητες του Θεατρικού Εργαστηρίου, η μουσικο-θεατρική φυσιογνωμία του Καφέ-Θεάτρου και το ειδικό ενδιαφέρον του για την κωμωδία, ο καθαρά πειραματικός χαρακτήρας της Επιθεώρησης Δραματικής Τέχνης και, τέλος, η έννοια του θιάσου ρεπερτορίου που καθόρισε το προφίλ της Πειραματικής Σκηνής της «Τέχνης». Το μικρότερο σε έκταση τρίτο κεφάλαιο παραθέτει δεδομένα για τις περιοδείες όλων στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, συνδέοντας τη συγκεκριμένη πρακτική με τη βούλησή τους να διευρύνουν το κοινό και την αναγνωρισιμότητά τους, πέρα από τα περιορισμένα, τοπικά όρια.
Το Γ΄ Μέρος, με πέντε επιμέρους κεφάλαια και τίτλο «Συμπεράσματα: Παράμετροι μιας έντονης θεατρικής δραστηριότητας», περιλαμβάνει ουσιαστικά τη συζήτηση και την ερμηνευτική ανασύνθεση των ερευνητικών ευρημάτων. Γίνεται χωριστή αναφορά στους θεατρικούς χώρους που αξιοποιούν τα σχήματα, στη λειτουργία που επιτελούν ως φυτώρια καλλιτεχνών, στο γενικότερο ζήτημα της εκπαίδευσης των ηθοποιών, στη σχέση με το ΚΘΒΕ και την Αθήνα, όπως επίσης και στις συνεργασίες θιάσων και καλλιτεχνικών συντελεστών. Αυτό που εν κατακλείδι διαπιστώνεται στο βιβλίο, είναι ότι, από το τέλος της δεκαετίας του 1970, το θεατρικό τοπίο στη Θεσσαλονίκη αλλάζει σημαντικά: αναπτύσσονται νέες και καλλιτεχνικά ανήσυχες ομάδες που, στις αρχές της δεκαετίας του 1980, καταλήγουν να συνδιαμορφώνουν το γενικότερο πολιτιστικό κλίμα της πόλης. Με τον θεσμό των κρατικών επιχορηγήσεων να διαδραματίζει ζωτικό ρόλο στη δύσκολη επιβίωσή τους, συνιστούν ένα «ενδιαφέρον θεατρικό καλειδοσκόπιο», όπου συνυπάρχουν διαφορετικές καλλιτεχνικές φυσιογνωμίες, στόχοι και ρεπερτόρια, στοιχείο που εκφράζει την ποικιλία και τη ζωντάνια των θεάτρων έρευνας. Η παρακμή τους θα έρθει στο τέλος της δεκαετίας του 1980, όταν τα δεδομένα αρχίζουν να αλλάζουν, με την Πειραματική Σκηνή της «Τέχνης» να είναι ο μόνος – εκ των τεσσάρων – θίασος που θα επιβιώσει στις δυο επόμενες δεκαετίες.
Ως σύνολο, και πέρα από τη συμβολή της στη γενικότερη γνώση μας για τη μεταπολιτευτική ελληνική σκηνή, η μελέτη της Θεοδωράνου εμφανίζει ορισμένα χαρακτηριστικά που είναι χρήσιμο να επισημανθούν:
-Πρώτα από όλα, διαθέτει ισχυρή ερευνητική διάσταση, καθώς η συγγραφέας εντόπισε και εξέτασε έναν εντυπωσιακό όγκο πρωτογενούς υλικού. Συγκεκριμένα, συλλέχθηκαν και μελετήθηκαν πάνω από 15.000 δημοσιεύματα, άρθρα, συνεντεύξεις, κριτικές παραστάσεων και αφιερώματα, που βρέθηκαν διασκορπισμένα σε δεκάδες έντυπα του ημερήσιου και περιοδικού Τύπου από το 1970 έως και το 2000. Σε αυτό το πλαίσιο, η μελέτη επιβεβαιώνει πόσο σημαντικές πηγές για την ιστορική και παραστασιολογική έρευνα είναι τα αρχεία του Τύπου: όχι μόνο οι πληροφορίες, τα συμφραζόμενα και οι ατμόσφαιρες μιας εποχής που διασώζονται μέσω της ειδησεογραφίας, αλλά και οι απόψεις, οι δημόσιες συζητήσεις και οι αξιολογικές διαδικασίες πρόσληψης που αντικατοπτρίζονται στην κριτική, αποθησαυρίζοντας έτσι πολύτιμα ίχνη της εφήμερης τέχνης του θεάτρου.
-Ο ερευνητικός μόχθος αλλά και ο σύγχρονος χαρακτήρας της έκδοσης αποτυπώνονται και στο εξής: αυτό που υπήρξε αρχικά ένας δεύτερος τόμος-παράρτημα της διατριβής με χρονολόγιο παραστάσεων, παραστασιογραφικά στοιχεία και κριτικογραφία, είναι τώρα προσβάσιμος στον αναγνώστη μέσω QR code που περιλαμβάνεται στο βιβλίο και το εμπλουτίζει με χρήσιμες πληροφορίες τεκμηρίωσης, χωρίς όμως να το βαραίνει με επιπλέον σελίδες.
-Μολονότι δεν είναι προτεραιότητα της μελέτης να ορίσει θεωρητικά την έννοια του «εναλλακτικού θεάτρου», συνεισφέρει εντούτοις εμπειρικά στη διαμόρφωση μιας σύνθετης και χωροχρονικά προσαρμοσμένης αντίληψης για αυτό, που φαίνεται να συσχετίζεται με τις εξής ιδέες: με το μη εμπορικό, το μη παραδοσιακό το μη συμβατικό, και κατά συνέπεια με τον πειραματισμό, την έρευνα και την καινοτομία σε επίπεδο ρεπερτορίου. Επίσης, συνδέεται γενικότερα με την καλλιτεχνική πρωτοπορία και, σε πολλές περιπτώσεις, με τη νεαρή ηλικία των δημιουργών. Κυρίως, όμως, ο όρος μοιάζει να σηματοδοτεί για τη Θεοδωράνου μια συνθήκη θεατρικής πολυφωνίας, όσο και μη θεσμικότητας, αφού περιγράφεται ως η «εκτός Κρατικού θεατρική ζωή της Θεσσαλονίκης», του οποίου και εκλαμβάνεται ως ο αντίποδας. Δεν είναι τυχαίο ότι η δραστηριότητα του ΚΘΒΕ αναφέρεται βεβαίως, αλλά έπεται των υπό μελέτη σχημάτων και μάλιστα παρατίθεται αρκετά αργότερα, σε ενότητα με τον τίτλο «Υστερόγραφο»: Η ιεραρχική αυτή επιλογή φέρνει συνειδητά την (θεατρική) περιφέρεια στο (ερευνητικό) επίκεντρο αντικατοπτρίζοντας και σε επίπεδο δομής τους στόχους του βιβλίου, ενώ συγχρόνως προσθέτει ερμηνευτικές παραμέτρους στον όρο «εναλλακτικός».
-Βασική πρακτική του βιβλίου είναι η αξιοποίηση αυθεντικών μαρτυριών από ζώντες συντελεστές των θεατρικών σχημάτων που έδρασαν στη Θεσσαλονίκη κατά τις πρώτες μεταπολιτευτικές δεκαετίες. Θα μπορούσαμε εν προκειμένω να μιλήσουμε για άτυπες πρακτικές μιας «προφορικής ιστορίας του θεάτρου», με βιωματικό υλικό που αποκτά ειδική βαρύτητα, αφενός επειδή πληροφορεί εκ των έσω, αφετέρου επειδή, για πρώτη φορά, συλλέγεται μεθοδικά και αρχειοθετείται από τη θεατρολογική έρευνα. Σε ένα δεύτερο επίπεδο, η μελέτη διαθέτει εν σπέρματι και μια κοινωνιολογική δυναμική, ανοίγοντας προοπτικές για μελλοντικές αναλύσεις από την ίδια τη συγγραφέα ή άλλους ερευνητές. Ενδεικτικά, οι παρέες και ο ρόλος τους στη συγκρότηση και τη φυσιογνωμία των θεατρικών σχημάτων στη Θεσσαλονίκη της Μεταπολίτευσης φαίνεται να είναι πολυσύνθετος και ενδεχομένως μια επόμενη, εστιασμένη στο θέμα έρευνα, θα αναπλαισίωνε με καινούργιους τρόπους τη γνώση μας για τη συγκεκριμένη περίοδο.
Συνοψίζοντας, το βιβλίο μπορεί να διαβαστεί πολλαπλώς χάρη στα ειδικά χαρακτηριστικά του: όχι μόνο ως ιστορική, θεατρολογική μελέτη, αλλά και σαν μια θερμή αφήγηση, από όπου αναδύεται οικείο το πρόσφατο θεατρικό παρελθόν, οι άνθρωποί του, αλλά και γενικότερα η πολιτισμική μνήμη μιας πόλης και μιας ολόκληρης εποχής. Για να μάθουν οι νεότεροι, και να νοσταλγήσουν αυτοί που την έζησαν. Και ίσως για αυτούς τους τελευταίους να έχει και προστιθέμενη αξία.
⸙⸙⸙
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Η φωτογραφία από τη Φαύστα του Μέντη Μποσταντζόγλου (Μποστ), σε σκηνοθεσία Γιώργου Εμιρζά. Θεατρικό Εργαστήρι της Τέχνης, 1972. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου όγδοου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]








