Éric Chacour, Όσα ξέρω για σένα, μετάφραση Στέλα Ζουμπουλάκη, Μεταίχμιο, Αθήνα 2026.
Στο πρώτο του μυθιστόρημα, Όσα ξέρω για σένα (Μόντρεαλ, 2023), ο Éric Chacour γράφει ως γιος μιας Αιγύπτου, στην οποία δεν έζησε, ένιωσε ωστόσο τις γεύσεις και την κουλτούρα της και την παρατήρησε σε κάθε της λεπτομέρεια. Κεντρικός ήρωας είναι ο Ταρέκ, μέλος μια οικογένειας Λεβαντίνων στο Κάιρο, πρωταγωνίστρια όμως είναι και η χώρα. Η ιστορία του, από την παιδική ηλικία ώς την ωριμότητα, δεν είναι απλώς μια προσωπική ιστορία αγάπης σε όλες τις εκδοχές και τις διακυμάνσεις της (οικογενειακή, αδελφική, συζυγική και κυρίως ομοερωτική, απαγορευμένη σε μια κοινωνία που καταδικάζει τη σχέση μεταξύ δύο ανδρών και μάλιστα με αβυσσαλέες κοινωνικές διαφορές μεταξύ τους), είναι και η ιστορία της Αιγύπτου, της ταυτότητας και της θέσης της στον κόσμο.
Απαντώντας σε απλές ερωτήσεις, τόσο απλές σαν τη μαντεψιά προσώπων που παίζει με την αδερφή του, αρχικά συμμορφώνεται με όσα οι άλλοι περιμένουν απ’ αυτόν, μέχρι τη στιγμή που μια τυχαία συνάντηση θα πυροδοτήσει την ερωτική επιθυμία για τον νεαρό μουσουλμάνο Αλί, ανατρέποντας «ένα σύστημα απλό και τακτοποιημένο» (σ. 116), εντελώς απρόβλεπτο στην πραγματικότητα:
Η ζωή σου αποτελούνταν από ομόκεντρους κύκλους που ονομάζονταν σπίτι, κοινότητα, χώρα. Απλό. Το σπίτι περίμενε από σένα να καθοδηγήσεις την οικογένειά σου και να διασφαλίζεις τη συνέχειά της. Η κοινότητα σου παραχωρούσε την ιδιότητα του πατέρα σου με την ψευδαίσθηση πως είχε ακόμη μέλλον. Η χώρα, με την εμμονική αναζήτηση της σταθερότητας, απαιτούσε από όλους να εξυψώνουν την ηθική και την παράδοση. Τακτοποιημένο. Κι όμως, αποκεί ξεπηδούσε το χάος (σ. 116).
Αντιμέτωπος με το «ντετερμινιστικό χάος», ο ήρωας συνειδητοποιεί την αληθινή του φύση και βιώνει μια τραγωδία, αγνοώντας την αλήθεια και ζώντας μια ζωή μακριά από την Αίγυπτο, σύμφωνα με το σχέδιο που έχει εξυφάνει μια ανώτερη δύναμη (ενσαρκωμένη στη μορφή της μητέρας). Η αναζήτηση και η αποκάλυψη της προσωπικής αλήθειας έπειτα από χρόνια, σε μια σκηνή που θυμίζει νεκρομαντεία (σ. 300-301), είναι συγχρόνως και η αποκάλυψη της Αιγύπτου, στην πληρότητα και την αυθεντικότητά της, όπως εκφράζεται μέσα από το εμβληματικό τραγούδι της Δαλιδά, με το οποίο τον υποδέχεται το πλήθος: «τι όμορφη που ʼναι η πατρίδα μου! / Πού πήγε κείνος ο έρωτας;» (σ. 303).
Καθώς η προσωπική ιστορία προχωρά, έρχονται στην επιφάνεια και συμπλέκονται με αυτήν ζητήματα ιστορικά (η εποχή διακυβέρνησης του Νάσερ και ο πόλεμος των έξι ημερών), κοινωνικά και ταξικά (κοινωνικές ανισότητες και αποκλεισμοί), ζητήματα φύλου, ζητήματα πληθυσμιακών ομάδων, εθνικών και πολιτιστικών ταυτοτήτων (Λεβαντίνοι, Αρμένιοι και άλλες κοινότητες της Αιγύπτου), θρησκείας, γενιάς (γιοι και πατέρες, με τον Ταρέκ ενδιάμεσο αυτών), σεξουαλικής ταυτότητας (που αποδεικνύεται εξαιρετικά ρευστή), διαφορές Ανατολής και δυτικού κόσμου (μια Ανατολή ζωντανή που κινείται έξω στους δρόμους, κρίνει αυστηρά, κρύβεται, πεθαίνει και ζει, και από την άλλη, μια ανοιχτή κοινωνία ισότητας, αυτή του Μόντρεαλ, όπου ο σεβασμός δεν ξεχωρίζει απ’ την αδιαφορία και όπου η ζωή κλείνεται σε ένα αποστειρωμένο νοσοκομείο)· και, τέλος, ζητήματα γραφής και αφήγησης, καθώς το «Εσύ» της κατανόησης και της απόστασης του πρώτου μέρους θα γίνει αριστοτεχνικά ένα «Εγώ» απορίας και οικειότητας στο δεύτερο, για να οδηγηθεί στη σύνθεση και την προσέγγιση του «Εμείς» στο τελευταίο. Κανένα από αυτά τα ζητήματα δεν επισκιάζει το άλλο. Η ώσμωση και η συνύπαρξη είναι στοιχεία της ίδιας της ταυτότητας της Αιγύπτου και μέσα από τη ζωντάνια της μνήμης και στοιχεία της ιστορίας. Η αφήγηση της ιστορίας ενός έρωτα σε αυτό το πλαίσιο δεν θα μπορούσε να γίνεται επιθετικά ως μανιφέστο για τη διεκδίκηση δικαιωμάτων ούτε ως αφ’ υψηλού σχολιασμός μιας κοινωνικής συνθήκης δεδομένης· γίνεται με τη φυσικότητα μιας συνομιλίας, ως λόγος αντίδωρο και ως προσπάθεια κατανόησης του κόσμου και της ανθρώπινης φύσης. Από την άποψη αυτή το μυθιστόρημα είναι στην ουσία του queer όχι απλώς γιατί ο ήρωας αντιπαρατίθεται στις κοινωνικές συμβάσεις, αλλά κυρίως γιατί η στάση του αφηγητή απέναντι στον ήρωα υπερβαίνει τις κυρίαρχες σήμερα συνήθεις αφηγηματικές πραγματεύσεις της ομοερωτικής επιθυμίας στη λογοτεχνία.
Από την άλλη, παρά τη σύνθετη αφηγηματική του συγκρότηση, το μυθιστόρημα διαθέτει τη γοητεία μιας αρχετυπικής ιστορίας: Ένας ήρωας (ο αφηγητής) που ενηλικιώνεται αναζητώντας έναν άγνωστο θησαυρό, το πιο πολύτιμο γι’ αυτόν πρόσωπο, αντιμετωπίζει εμπόδια (από μια γυναίκα, τη Μίρα με τα πολλά της προσωνύμια), έχει τη συνδρομή μιας βοηθού (της Φατέγια που ενσαρκώνει τη φροντίδα) και φτάνει ακόμη και να μεταμορφωθεί, αλλάζοντας όνομα και ιδιότητα, για να προσεγγίσει τον στόχο του, γεγονός που εντέλει επιτυγχάνει.
Τη γλυκύτητα, την αδημονία και τη γαλήνη ενός παραμυθιού, με τα χρώματα, τις γεύσεις και τα αρώματα της Ανατολής σε σύγχρονο πλαίσιο, μεταφέρει η ελληνική μετάφραση από τα γαλλικά, της Στέλας Ζουμπουλάκη, η οποία αποδίδει την ιδιαίτερα απαιτητική εναλλαγή της αφηγηματικής φωνής, τις διαδοχές θερμότητας και ψυχρής αποστασιοποίησης στις περιγραφές της θερμής Αιγύπτου και του παγωμένου Καναδά, την αισθησιακή πληθωρικότητα των συναισθημάτων και τον συγκρατημένο δισταγμό των κοφτών διαλόγων, την παιχνιδιάρικη αδελφική οικειότητα και την ερωτική φόρτιση. Διαβάζουμε, έτσι, και στα ελληνικά, ένα μυθιστόρημα που συναρπάζει και συγκινεί, αρθρώνοντας λόγο για την ανόθευτη αγάπη και τη δυναμική της.
⸙⸙⸙
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Zωγραφική: ©Alex Katz. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου όγδοου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]








