Συνομιλώντας με το βιβλίο της Ευθυμίας Γιώσα
Όταν πέφτουμε από το τρένο (Κίχλη, 2026)
ΠΤΩΣΗ ΠΡΩΤΗ: Έτος 1972. Το Apollo 17 προσεδαφίζεται στη Σελήνη. Η Σελήνη γνωρίζει για πρώτη φόρα πως είναι τα ανθρώπινα βήματα. Τοποθεσία προσεδάφισης: Η Θάλασσα της Γαλήνης. Δηλαδή, μια σεληνιακή κοιλάδα που αποκαλούμε θάλασσα. 2026. Στο Βερολίνο εγώ. Διαβάζω το βιβλίο της Ευθυμίας Γιώσα Όταν πέφτουμε από το τρένο (Κίχλη, 2026). Μου το έδωσε ο Βαλάντης Μ. Πρόκειται για ένα καλά στημένο μοντάζ είκοσι ενός πεζόμορφων κειμένων. Εύκολα τα μπερδεύω με ποιήματα. Αυθαιρετώ και τα διαβάζω ως τέτοια. Από τις πρώτες σειρές μού προσφέρουν τη δυνατότητα να σκέφτομαι και άλλα βιβλία και άλλα ποιήματα. Λ.χ. Γιώργος Πρεβεδουράκης, Οδός Ρόδων (Πανοπτικόν, 2018). Δεύτερο ποίημα. Τίτλος: Οδός Γαλήνης: «Αν κάνετε ησυχία θ’ ακούσετε». Στο φουαγιέ του ξενοδοχείου είναι βράδυ και επικρατεί σιωπή. Στο βάθος, η τηλεόραση αναμεταδίδει την επιστροφή του Artemis II. Της νέας επανδρωμένης αποστολής της NASA στο φεγγάρι μετά από περίπου 60 χρόνια. Οι φωτογραφίες με τη Γη ν’ ανατέλλει είναι εντυπωσιακές. Πιο εντυπωσιακό όμως μου φαίνεται το γεγονός ότι οι αστροναύτες, μετά την πτώση του σκάφους τους στον Ειρηνικό, πρέπει σχεδόν να μάθουν να περπατούν απ’ την αρχή, αποτέλεσμα της παρατεταμένης έκθεσής τους σε συνθήκες παντελούς έλλειψης βαρύτητας ή αντίστροφα διαρκούς αιώρησης. Η ανισορροπία και ο αποπροσανατολισμός μοιάζουν αναπόφευκτες συνέπειες της επανόδου τους στη ρευστή επιφάνεια του ωκεανού, της επιστροφής τους στο γήινο νόμο των πτώσεων. «Αν κάνετε ησυχία θ’ ακούσετε… αγωνία και μοναξιά». Για πτώσεις μιλά και η Γιώσα. Για επανόδους επίσης. Στο εναρκτήριο κείμενο του βιβλίου προηγείται, ωστόσο, μιαν Ανάβαση σ΄ ένα ίσως λογικώς προϋποτιθέμενο μα την ίδια ώρα παράδοξο ύψωμα ερειπίων. Δίπλα μου πηγαινοέρχονται ανά διαστήματα οι εργαζόμενοι της βάρδιας, ενώ εγώ νοερά ακούω το ποιητικό υποκείμενο να λέει: «Παίρνω, λοιπόν, κι εγώ τις στάχτες μου, τους έρωτές μου τους μεταστατικούς –που δεν έχει κανένα νόημα να εγχειρήσω, θα με σκοτώσουν ούτως ή άλλως –, τις ήττες μου– που βρωμάνε τσιγάρο κι αλκοόλ, αλλά μ’ αυτές βιοπορίζομαι κι όσο να πεις τις αγαπάω–, ένα μπουκάλι με νερό για να δροσίζω πού και πού το μέτωπό μου κι ανεβαίνω». Παρακάτω διαβάζω πως το υποκείμενο αυτών των γραμμών βρίσκεται σκαρφαλωμένο στο ύψωμά του, λίγο πιο εκεί, στην όμορη Θάλασσα των Κρίσεων. Που θα πει: πέραν της γαλήνης. Ύστερα, το φαντάζομαι με τη σειρά του να πέφτει.
ΠΤΩΣΗ ΔΕΥΤΕΡΗ: Εποχή των πολυκρίσεων έχουν κάποιοι χαρακτηρίσει τις μέρες που ζούμε (Michael J. Albert, 2024). Γνωρίσματά της: παντελής ρευστότητα, αβεβαιότητα, διασταύρωση πολλαπλών απειλών και πλεονάσματα φόβου. Η Γιώσα γράφει: «Φοβάμαι πως δεν θα ξαναβρώ μια κατάφαση που να με αφορά». Θεωρώ τον στίχο αυτόν ως έναν ακόμα ορισμό της κρίσης. Ιδίως, ως προς την απόδοση τουλάχιστον ενός αισθήματος παντελούς αποπροσανατολισμού. Συνειρμικά ανατρέχω σε ένα δοκίμιο της συγγραφέα και θεωρητικού του κινηματογράφου Hito Steyerl για την ελεύθερη πτώση, που έτυχε να ανακαλύψω πρόσφατα, πάντα εξαιτίας της Μαρίας Ο. Αρχίζει περίπου έτσι: «Σκέψου ότι πέφτεις. Αλλά δεν υπάρχει κανένα έδαφος. Πολλοί σύγχρονοι φιλόσοφοι έχουν επισημάνει ότι οι μέρες που ζούμε διακρίνονται από μια κυρίαρχη συνθήκη έλλειψης εδάφους. Δεν μπορούμε να θεωρήσουμε τίποτα ως στέρεο έδαφος για να στηρίξουμε πάνω του μεταφυσικούς ισχυρισμούς ή ιδρυτικούς πολιτικούς μύθους. Όμως, αν έχουν έτσι τα πράγματα, τότε βρισκόμαστε, λοιπόν, σε μια κατάσταση διαρκούς ελεύθερης πτώσης. Γιατί δεν το αντιλαμβανόμαστε;» (2011). Κάνω την υπόθεση πως με αυτό το ερώτημα αναμετράται και το βιβλίο της Γιώσα. Στο κείμενο Ηθικό δίδαγμα, από το οποίο προέρχεται και ο τίτλος του βιβλίου, διαβάζω: «Για όλους μας έρχεται ένα βράδυ που πέφτουμε από το τρένο χωρίς να το καταλάβουμε, φορώντας τις πιτζάμες και προσπαθούμε στη μέση του πουθενά να πείσουμε κάποιον για την ταυτότητά μας». Στο Βερολίνο, οι πάντες βρίσκονται σε διαρκή διαπάλη με την ταυτότητα. Ακόμα και το ξενοδοχείο μου επονομάζεται Hotel-Motel, χωρίς να μπορεί να αποφασίσει τι είναι. Δεν ξέρω, αν αυτό περιέχει μέθη ή θάρρος. Πιστεύω και τα δύο. Το ένα χωρίς το άλλο δεν υπάρχει. Χρειάζομαι και τα δύο. Θέλω να σκέφτομαι πως γι’ αυτό ίσως το κείμενο συνεχίζει: «Και αν χρειάζεται να βγει ένα ηθικό δίδαγμα από τα παραπάνω, ας είναι, παρακαλώ πολύ, να επιλέγουμε με άκρα προσοχή τη βραδινή μας ενδυμασία». Στέκομαι λίγο και φαντάζομαι, εδώ, τον Λειβαδίτη να χαμογελά γράφοντας: «Α, ζωή! Ένα ξένο καπέλο φορεμένο βιαστικά, μέσα στον πανικό του βομβαρδισμού» (2018). Γι αυτό και τολμώ να συμπληρώσω: Κι αν δεν έχουμε πρόχειρη μια βραδινή ενδυμασία ή ένα καπέλο; Ε τότε, ας είμαστε ίσως έτοιμοι μέσα στη βαθιά νύχτα να αναλάβουμε την πιθανή γυμνότητά μας. Παρατηρώ πως η Γιώσα έγραφε λίγες σελίδες πριν «[…] Αλλά, ας μη γελιόμαστε, κανένα καμουφλάζ δεν διαρκεί για πάντα∙ όλα κάποτε υποχωρούν και μένει θεόρατη η ευθύνη ζητώντας, σχεδόν τραγουδιστά, κάποιον να την αναλάβει […]», και. Ελπίζω, πως η προσθήκη μου αυτή κάπως ευσταθεί. Η έννοια της ευθύνης, όμως, που προσθέτει η Γιώσα, θέτει κι άλλα ζητήματα.
ΠΤΩΣΗ ΤΡΙΤΗ: Γιάννα Μπούκοβα, Μαύρο Χαϊκου: «1.1. Για κάποιον λόγο τα συντρίμμια / φαντάζουν πιο κοντά / στη γεωμετρία της αλήθειας» (2024). Ο δυτικός πολιτισμός μάς έχει μάθει καταρχήν να συνδέουμε την πτώση με το κακό, την απώλεια, την απουσία. Ο Ίκαρος θα συντριβεί. Η πλατωνική ψυχή θα απωλέσει την αλήθεια των Ιδεών. Ο Αδάμ και η Εύα θα εξοριστούν στον θάνατο και στην ανθρώπινη ιστορία. Ο Μακβέθ θ’ αποτρελαθεί, ο Φάουστ θ’ αναγκαστεί να κάνει συμφωνία με τον διάβολο, και ο Ζαν Μπατίστ Κλαμάνς στην Πτώση του Καμύ θα καταλήξει να παραληρεί, μάλλον ολομόναχος και έκπτωτος απ’ την κοινωνική του δόξα. Αποξένωση, ενοχή, αμαρτία, κρίση, κατάρρευση. Σε πρώτο πλάνο, λοιπόν, είναι σχεδόν αναμενόμενο που και στο βιβλίο της Γιώσα, σε καθαρά αριθμητικό επίπεδο, κυριαρχούν καταρχάς οι αναφορές σε αρνητικά συναισθήματα. Παραθέτω στίχους ή τέλος πάντων αποσπάσματα: «Ακούω την αγωνία μου να φτάσουν κι απόψε τα τσιγάρα», «Μια τέτοια αλλόκοτη απελπισία με πιάνει ορισμένα βράδια», «Τα μάτια μου δεν βολεύονται. Με ρωτάνε πού να στραφούν, τους λέω: «Όπου υποψιάζεστε ότι θα ʼχει λιγότερο φόβο», «Συχνά υπερασπίζομαι τον θυμό μου όπως οι γονείς το πιο αδύναμο παιδί τους», «Πάντα το ʼνιωθα, πλέον το ξέρω: το να κόβεις την απόγνωση στα δύο είναι ύψιστη πολιτική πράξη» κ.α. Το τι αποτελεί όμως εν τέλει αρνητικό συναίσθημα και τι όχι, όπως μας έχει δείξει η Sara Ahmed, είναι μια μεγάλη κουβέντα, και πάντως κατεξοχήν πολιτική (2014). Με άλλα λόγια: Η κάθετη προοπτική εκείνου που σε βλέπει να πέφτεις, το βλέμμα σε κάθετο άξονα, το βλέμμα από πάνω, συνδέεται πολλές φορές με ένα αίτημα ελέγχου, καταγραφής και εξουσίασης. Γίνεται στρατιωτική αεροφωτογραφία, παντεπόπτης χάρτης του Google, Drone και πόλεμος μεταξύ των κυρίαρχων τάξεων και των υποτελών τους. Τότε σε αυτές τις περιπτώσεις, δεν ξέρω, αλλά νομίζω πως το μοίρασμα της απελπισίας, του αδιεξόδου, αλλά και ο φόβος και ο θυμός είναι δίκαιες και αναγκαίες συνθήκες για να υπάρχεις. Από την άλλη πλευρά, όλα αυτά τα κάθετα καθεστώτα ελέγχου φαίνεται να αποκρύβουν μιαν αλήθεια: Η πτώση αποτελεί συσχετιστικό φαινόμενο. Αν όντως πια δεν υπάρχει έδαφος προς το οποίο πέφτεις, τότε η πτώση αποδεικνύεται δίδυμη αδερφή της αιώρησης. Και έτσι γίνεται και αμφισβήτηση, ανυπακοή, απειθαρχία, αφετηρία αντιστάσεων. Η Εύα επιζητά τη γνώση, ο Ίκαρος παρακούει τον πατέρα, ο Φάουστ θέλει να υπερβεί τον χρόνο για τον έρωτα. Το να πέφτεις σημαίνει καμιά φορά το να κάνεις τα χέρια σου φτερά μέσα στο αβαθές σύμπαν του πραγματικού για να αποτρέψεις την πειθάρχηση της επιθυμίας, να της εξασφαλίσεις γραμμές διαφυγής. Να μια ευθύνη. Σημαίνει, ακόμα, αποδοχή της ανάγκης για δράση. Να και άλλη. Δεν είναι καθόλου τυχαίο πως τα ρήματα πέφτω και πετώ έχουν την ίδια γλωσσική ρίζα, σηματοδοτώντας, μία ή άλλη, μια κίνηση στον αέρα. Με τα ρεύματα να μπορούν να μπερδεύουν το πάνω και το κάτω. Και τα πουλιά ή οι παλιές και νέες γραφές των άστρων, ενίοτε, να μας διδάσκουνε απροσδόκητα πολιτική ομαδόν.
ΠΤΩΣΗ ΤΕΤΑΡΤΗ: Βέβαια, η πρώτη φορά που η Γιώσα κάνει ρητά αναφορά στην πολιτική είναι από ένα μπαλκόνι: «Τα μπαλκόνια που βλέπουν σε ακάλυπτο είναι διαφορετικά από τα μπαλκόνια που βλέπουν σε δρόμο […] μα σαφώς και υφίσταται κοινωνική διαστρωμάτωση∙ ποτέ δεν έπαψε να υφίσταται και θα συνεχίσει να υφίσταται – δεν ξέρω γιατί επαναλαμβάνω το ρήμα ‘’υφίσταται’’, ούτε γιατί μιλώ ξαφνικά για πολιτική, ενώ το θέμα είναι ξεκάθαρα τα μπαλκόνια». Το μπαλκόνι, παρατημένο, βρώμικο, στενό ή ευρύχωρο, με πιξάρια, λιγούστρες, γεράνια ή όχι, είναι εκείνος ο μετέωρος τόπος που, εν προκειμένω, θα κάνουμε στάση καθώς πέφτουμε. Το δικό μας παράξενο ύψωμα. Το μπαλκόνι είναι ένας τόσο περίπλοκος τόπος που αξίζει να σταματάς. Έχει την οικειότητα του εσωτερικού δωματίου που προεκτείνεται νοητά, και την τόλμη ενός άλματος προς τον κόσμο έξω από αυτό. Έχει κάτι από ασφάλεια και κάτι από ρίσκο. Είναι ίσως η στιγμή που ο ένοικος του κλειστού χώρου αντιλαμβάνεται τον εαυτό του και ως χειρονομία αναζήτησης του άλλου, και. Βγαίνει σε λίγα τετραγωνικά μέτρα που τα χτυπά ο αέρας και ο δρόμος για να δει τους γείτονες να καπνίζουν, να ακούσει τη μουσική τους, τα μηχανάκια που περνούν στο βάθος, να βρει ίσως κάποιον από απέναντι που θα τον ρωτήσει «τι συμβαίνει και έχουν γεμίσει δάκρυα τα μάτια σου». Στο μπαλκόνι μπορεί κανείς να μοιραστεί κάπως τη μοναξιά του, εάν τέλος πάντων τυχαίνει εκείνη την ώρα της σύμπτωσης να είναι μόνα τους και άλλα πλάσματα. Να φανταστεί έναν κόσμο αλλιώς. Μπορεί ακόμα να σκηνοθετήσει μιαν αγάπη ή και να απευθύνει διάγγελμα στα ήσυχα λουλούδια, αρκεί να μην ξεγελαστεί απ’ την ιεραρχία του ύψους και να μην κρύβει ποτέ τον ήλιο ή τ’ αστέρια στους από κάτω. Λοιπόν: Τα μπαλκόνια αποτελούν θεματικά οργανικό μέρος της αρχιτεκτονικής και του πολιτικού αιτήματος του βιβλίου της Γιώσα. Ιδού: Μετά από τα δύο εκτενή και πολυσπόνδυλα κείμενα («Στο μπαλκόνι» και «Ξανά στο μπαλκόνι») που αφιερώνει η συγγραφέας στα μπαλκόνια (τα οποία, μαζί με το «Θερινό το φθινόπωρο», είναι αυτά που κυρίως εισάγουν και το αστικό τοπίο στο βιβλίο), ακολουθούν πιο κάτω –πιστεύω όχι τυχαία– άλλα τρία κείμενα που εκβάλλουν κυριολεκτικά στην πολιτική φέροντας του τίτλους Πολιτική πράξη 1, 2 και 3, και επιχειρώντας μια μετάβαση από την απτή (πολιτικότατη) αγωνία της συνύπαρξης σε μια πολιτική οικονομία του συνυπάρχειν. Κι εγώ από μια πόλη που δεν αγαπά τα μπαλκόνια όσο το βιβλίο της Γιώσα, θα σταθώ λίγο ακόμα σε αυτά καθώς αιωρούνται σαν μεγάλες φωλιές πάνω απ’ τις ροές των πεζοδρομίων, γιατί νομίζω πως εδώ ακριβώς επιχειρεί η Γιώσα να διατυπώσει με την πιο μετουσιωμένη ακρίβεια το ανοιχτό συλλογικό της κάλεσμα. Στο μωσαϊκό αυτών των μπαλκονιών θα μπορούσαν να μάθουν οι αστροναύτες του Artemis II τα νέα τους βήματα. Ίσως, εν τέλει, ευκολότερα απ’ ότι σε μιαν υδάτινη επιφάνεια, αν κρίνουμε από το Τοπίο με την πτώση του Ικάρου ενός Pieter Bruegel.
ΠΤΩΣΗ ΠΕΜΠΤΗ: Γιάννης Στίγκας: Ο δρόμος μέχρι το περίπτερο. Ποίημα: «Το έτσι μου το αγχέμαχο». «Γιατί στο κάτω κάτω της κραυγής / εγώ δεν ήρθα εδώ να πτοηθώ» (2014). Πώς πέφτει κανείς χωρίς να γκρεμίζεται; Πώς κρατά ζωντανή τη δυνατότητα της πτήσης; Πώς επιλέγει τις πτώσεις για τις οποίες αξίζει να δώσει τις μάχες του κραδαίνοντας άναρχα τα μέλη του στον αέρα; Λογής λογής φιλόσοφοι και ψυχαναλυτές (λακανικοί κατά συνήθεια και κατά συρροή) υποστηρίζουν ότι οι μόνες ελλείψεις στις οποίες πέφτει κανείς, χωρίς να χρονοτριβεί ψάχνοντας απαντήσεις σε ερωτήματα παρόμοια, είναι ίσως η αγάπη και ο έρωτας (fall in love, tomber amoureux). Κατά τους Lakoff & Johnson η απώλεια ελέγχου μιλά μέσα από εννοιολογικές μεταφορές που δείχνουν προς τα κάτω (2005), και ο έρωτας δεν μπορεί παρά να εκκινεί απ’ την απώλεια ελέγχου, αλλιώς δεν είναι τέτοιος συμπληρώνουν οι προηγούμενοι. Εγώ ξεχνιέμαι και σκέφτομαι: Κανείς μπορεί να ερωτευτεί το Βερολίνο. Όπως και κάθε πόλη. Ίσως μάλιστα ερωτευόμαστε πόλεις πιο γρήγορα, πιο ανησυχαστικά απ’ ότι ανθρώπους. Ήρθε η στιγμή, η στάση που κάναμε στο μπαλκόνι να λάβει τέλος. Να συνεχίσει η πτώση. Το επιβάλλει, εξάλλου, το γεγονός πως στο βιβλίο, λίγο μετά τις ποιητικές συνθέσεις για τα μπαλκόνια, ακολουθούν δύο ερωτικά ποιήματα, απανωτά το ένα μετά το άλλο: Η «Απόπειρα ερωτικού ποιήματος» και το «Θερινό το φθινόπωρο». Στον έρωτα η πτώση οφείλει να συνεχίζει εκστατικά. Η πτώση εδώ δεν είναι τιμωρία, φθορά, απώλεια κάποιας μοναχικής πληρότητας, αλλά: Άνοιγμα και παραδοχή της ανάγκης του άλλου. Δεν σημαίνει, βέβαια, πως δεν ενέχει τους δικούς της κινδύνους, και τη δική της πολιτική συγκρότηση. Η πτώση του έρωτα, του ελάχιστου κομμουνισμού κατά τον Alain Badiou (2014), ενέχει πάλη, και μάλιστα μπορεί και αυτή να εκπέσει στην προδοσία και την κατάρρευση. Για παράδειγμα: Ο έρμος μικροαπατεώνας Michel Poiccard, στην ταινία Με κομμένη την ανάσα (À bout de souffle, 1960) του Jean-Luc Godard, την ταινία που βλέπει μαζί το ζευγάρι του ποιήματος «Θερινό το Φθινόπωρο», στο τέλος θα πεθάνει προδομένος από την ίδια την ερωμένη του, την πολυμήχανη Patricia. Όμως. Τι ιστορία έχουν ζήσει προηγουμένως οι δυο τους! Τι ουτοπία πρόλαβαν να δομήσουν και ν’ αποδομήσουν! Γράφει η Γιώσα: «Αλήθεια, όταν σφίγγονται δυο χέρια και διασταυρώνονται οι κοιλάδες της παλάμης, τι μυστικές ανταλλαγές συμβαίνουν;» Η αποδοχή των ριψοκίνδυνων πτώσεων δεν μας προσφέρει μια νέα νομοτέλεια προς εφησυχασμό. Ίσα ίσα και επαναλαμβάνοντας: Απαιτεί μάλλον να αγκαλιάζουμε την ευθύνη και το βάρος της επιθυμίας, ιδίως σε συνθήκες που τα υποκείμενα αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τη ψευδαίσθηση του πηδαλίου. Εύθραυστοι, ευάλωτοι, γενναίοι. Πράγματα καθόλα αντιφατικά, ωστόσο: «Die Widersprüche sind die Hoffnungen!», έλεγε κάποτε, σε εντελώς άλλο συγκείμενο, ο Brecht, και. Αισθάνομαι μια κάποια ομοειδής αντίληψη διαπερνά πέρα ως πέρα και το βιβλίο που διαβάζω.
ΠΤΩΣΗ ΕΚΤΗ ΚΑΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ: Γι’ αυτό και δεν μου φαίνεται καθόλου περίεργο πως η Γιώσα, μετά από ένα μοντάζ πολλαπλών καταστάσεων πτώσης, καταλήγει ξαφνικά (ξαφνικά κατά τα φαινόμενα) σε ένα ποίημα που φέρει τον τίτλο «Άσκηση αισιοδοξίας μπροστά στον καθρέφτη». Κείμενο, μάλιστα, διατυπωμένο σε πρώτο πληθυντικό πρόσωπο. Το να πέφτεις με όρους free fall, πέραν των κινδύνων, σου επιτρέπει, απ’ την άλλη πλευρά, να αποδράς από τη γραμμικότητα, να μπορείς να ανακατεύεις τον εαυτό σου με τα πράγματα και τους άλλους, να μην ξέρεις, ας πούμε, αν είσαι ο πιλότος, το αεροπλάνο, το φτερό ή ο αέρας, να πολλαπλασιάζεσαι ξαφνικά κατά βούληση, να γίνεσαι εμείς ή και λαός απροσδιόριστος και ανιθαγενής, μετά ερωτευμένος και ταυτόχρονα αντήχηση, με λίγα λόγια: Το να πέφτεις σε υψώνει κάποτε εις την ν. Σου επιτρέπει να αλλάζεις απρόβλεπτα. Σίγουρα μετά από τόσες πτώσεις ο τόπος θα γεμίζει συχνά από γκρέμια, σοβάδες, τζαμάκια και θραύσματα. Fall apart στα αγγλικά δεν θα πει απλά πέφτω, αλλά διαμελίζομαι, διασκορπίζομαι, γίνομαι κομμάτια. Αντί όμως να δώσει κανείς σημασία σε αυτή καθαυτή τη θραύση, να θρηνήσει την ταυτότητα, αντί να δει μονάχα την καταστροφή, γιατί να μην σκεφτεί σε πόσες νέες σειρές θα μπορούσε να βάλει τα κομμάτια, τι δόξα επανασυγκόλλησης ξανοίγεται μπροστά; Και: Αλλιώς πώς θα μπορούσε να γίνει; «Θα ήθελα να γράψω ένα ποίημα τρυφερό. / Να μου χαϊδεύει τα μαλλιά όταν κλαίω, να μου λέει: «Ααγής σημαίνει άθραυστος και είναι απλώς μια ωραία λέξη, δεν είναι για τη ζωή – μη συμψηφίζεις λεξικά και πραγματικότητες», να επιμένει: «Να σπας με σειρά προτεραιότητας, να σπας πρώτα από αγάπη», να εξηγεί: «Όλοι όσοι δεν παραλείπουν, σπάνε». Και στην τελευταία της σελίδα η Γιώσα έγραψε όντως ένα τέτοιο ποίημα, συνομιλώντας με την Κατερίνα Γώγου, που υποσχέθηκε πως «κάποτε οι άνθρωποι –σκέψου!– θα μιλάνε με χρώματα» και «πως θα την αλλάξουμε τη ζωή» (2007). Ενώ η Γιώσα με τη σειρά της λέει: «Θα έρθουν μέρες σπασμένες σε μικρά κομματάκια. Όμως εμείς θα τα κολλήσουμε ένα ένα και θα τις φτιάξουμε ξανά από την αρχή, γιατί τότε θα έχουμε γίνει σοφοί και θα πιστεύουμε στις μάχες». Κι εγώ επιστρέφοντας στο δωμάτιο μου, σε μια πόλη, σε όποια πόλη υπάρχει για να επιστρέφω, ανακαλώ, συνεχίζοντας αυτό το νήμα, στίχους του Ρίτσου που μνημονεύει ο Διονύσης Καψάλης (2022): «Ας ενθρονίσουμε / αυτή τη μικρή πεταλούδα στο ραγισμένο τζάμι». Σε κάθε ραγισμένο τζάμι μπορεί να ενθρονιστεί μια πεταλούδα. Και ποιος μας λέει ότι κάποτε δεν θα καταφέρει να γίνει κοσμοναύτης, να φτάσει κι αυτή ως το φεγγάρι…πέφτοντας. Τώρα μην κάνετε ησυχία. Διάττοντες, όπως είμαστε και ʼμεις, πάνω σε ραγισμένα τζάμια ή πέφτοντας διαρκώς από ένα τρένο, ίσως δεν κατοικούσαμε ποτέ αποκλειστικά στο έδαφος..
*Γίνεται κατά σειρά αναφορά στα έργα: Γιώργος Πρεβεδουράκης, Οδός Ρόδων (Πανοπτικόν, 2018)∙ Michael J. Albert, Navigating the Polycrisis: Mapping the Futures of Capitalism and the Earth (MIT Press, 2024)∙ Hito Steyerl, «In Free Fall: A Thought Experiment on Vertical Perspective». In: E-flux Journal, 24 (Apr., 2011)∙ Τάσος Λειβαδίτης, Ποίηση 3 1979-1990 (Μετρονόμος 2018)∙ Γιάννα Μπούκοβα, Μαύρο χαϊκού (Ίκαρος, 2024)∙ Sara Ahmed, The Cultural Politics of Emotion (Edinburgh University Press, 2014)∙ Γιάννης Στίγκας, Ο δρόμος μέχρι το περίπτερο (Μικρή άρκτος, 2014)∙ Lakoff & Johnson, Ο μεταφορικός λόγος: Ο ρόλος της μεταφοράς στην καθημερινή μας ζωή. Μτφρ. Ό. Καλομενίδου (Εκδ. Πανεπιστημίου Μακεδονίας, 2005)∙ Alain Badiou, Εγκώμιο στον έρωτα. Μτφρ. Φ. Σιατίτσας – Δ. Βεργέτης (Πατάκης, 2014)∙ Κατερίνα Γώγου, Ιδιώνυμο (Καστανιώτης, 2007)∙ Διονύσης Καψάλης, Ο Καταρράκτης (Άγρα, 2022).
⸙⸙⸙
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: ©Léonard Misonne (1870-1943). Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου όγδοου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]








