frear

Μια ανάλυση στο «Θα σε δω ξανά στο άδοξο τέλος» του Σταύρου Σταυρόπουλου – γράφει η Σοφία Πλακούδη

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Τα ποιήματα του Σταύρου Σταυρόπουλου δεν έχουν αποφασίσει καλά καλά αν είναι δημιουργημένα από τον συγγραφέα τους ή αν ο συγγραφέας τους είναι το δημιούργημά τους, όπως και ο ίδιος έχει δηλώσει σε συνεντεύξεις του. Η ποιητική πραγματικότητα συντίθεται από τη συνάντηση της αγωνίας του ποιητή με την αγωνία του να εναρμονιστεί με τα δεδομένα του κόσμου του. Με ό,τι αποτελεί το υλικό αντικειμενικό του περίβλημα, με ό,τι προπάντων συνιστά τις πνευματικές διαδικασίες κατανόησης και εξημέρωσής του. Με ό,τι συνθέτει το «περιβάλλον» τής εν δυνάμει ποιητικής φύσης του. Ο ποιητής φοβάται, κάμπτεται, πολεμά, προσεύχεται, αλαζονεύεται, τυφλώνεται, υπερισχύει ή συντρίβεται. Δηλαδή το αιώνια επαναλαμβανόμενο «δρώμενο» που λέγεται, με μια μόνο ταυτολογία όλων των παραπάνω, ζωή. Και θάνατος. Η ποίηση αυτή μας συγκλονίζει, μας παρασύρει άλλοτε στα λυρικά, άλλοτε στα αλληγορικά και άλλοτε στα μεταφορικά μονοπάτια της. Ο ποιητής γίνεται μάγος, το όργανο που μεταφέρει τους ήχους, τις λέξεις, τις νότες, τις πινελιές, τα χρώματα, τα κρυφά μηνύματα, τις απουσίες, τις παρουσίες, τις απώλειες.

Να πώς ερμηνεύει ο Ρίτσος τη σχέση του ποιητή με την ποίηση και κατ’ επέκταση την ίδια αυτή σχέση του ανθρώπου μαζί της: «Το ποίημα ξεπηδάει από μιαν ανάγκη ν’ αποδοθεί η σιωπή, από μιαν εντολή της ανθρώπινης προϊστορίας, ιστορίας και μυθιστορίας. Μια εντολή που δίνεται στον ποιητή άθελά του κι εκφράζεται μέσα απ’ αυτόν. Γράφοντας ποίηση κάνει, χωρίς να το ξέρει, μια μάχη, σώμα με σώμα, με το θάνατο. Κι όταν λέμε θάνατο δεν εννοούμε μόνο το φυσικό, αλλά και όλες τις μορφές κοινωνικού θανάτου. Η καταπίεση, η σκλαβιά, οι επιθυμίες που δεν εκπληρώνονται, όλα αυτά είναι μια καθημερινή εκτέλεση, ένας θάνατος. Κι όσο θα υπάρχει ο θάνατος, θα υπάρχει και η αντίσταση στο θάνατο. (Γιάννης Ρίτσος, συνέντευξη στο περιοδικό Η λέξη, τχ. 182).

Ο ποιητής διαπραγματεύεται για λογαριασμό όλων μας τον αρμονικό ρυθμό της σκέψης, μιας σκέψης εναρμονισμένης απόλυτα με τη συγκίνηση και τον ήσυχο στοχασμό πάνω στα πράγματα του κόσμου και της ζωής. Του ενός αλλά ίσως και των πολλών ανθρώπων. Γιατί ο κόσμος —κι ίσως ολόκληρο το σύμπαν— θα τελειώσει μόνον όταν και ο τελευταίος άνθρωπος θα έχει προδώσει την πατρίδα του, θα έχει προδώσει την ποίηση.

ΤΟ «ΘΑ ΣΕ ΔΩ ΞΑΝΑ ΣΤΟ ΑΔΟΞΟ ΤΕΛΟΣ» ΩΣ ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ ΜΙΑΣ ΚΟΣΜΟΓΟΝΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ

Οι τίτλοι του Σταύρου Σταυρόπουλου λειτουργούν σχεδόν σκηνογραφικά. Είναι δραματουργικοί, εικονικοί· σαν να ανοίγουν μια πόρτα θεάτρου και σε καλούν να μπεις, να δεις —χωρίς να υπόσχονται σωτηρία. Αυτό φαίνεται καθαρά και στο Ολομόναχοι μαζί, αλλά και σε πολλά άλλα βιβλία του. Ο συγκεκριμένος τίτλος, Θα σε δω ξανά στο άδοξο τέλος, φέρει μέσα του την ειρωνεία της ελπίδας: συνδυάζει την πράξη της συνάντησης, μια κατεξοχήν ανθρώπινη και λυτρωτική στιγμή, με το άδοξο τέλος, ένα τέλος βιωμένο, χωρίς εξιλέωση και για τους δυο. Ο χρόνος του ρήματος («θα σε δω») είναι μέλλοντας: κάτι αναπόφευκτο. Η φράση υπονοεί συνενοχή ή κοινή μοίρα. Ακόμα κι αν όλα χαθούν, η υπόσχεση είναι: θα βρεθούμε εκεί. Μαζί. Το «άδοξο τέλος» υπονομεύει κάθε ηρωικό ή μεγαλόπρεπο αφήγημα. Το τέλος δεν έρχεται με φως ή με δόξα, αλλά με αφάνεια, κι όμως υπάρχει δύναμη στη συνεύρεση ακόμα και μέσα από την πτώση. Χωρίς να έχουμε διαβάσει ακόμη το περιεχόμενο, ο τίτλος μας προϊδεάζει για μια αντι-ηρωική, βαθύτατα υπαρξιακή ποίηση, που η κοινή πορεία έχει μεγαλύτερη αξία από τον προορισμό. Είναι μια ποιητική συμφωνία ανάμεσα σε όσους δεν σταμάτησαν ποτέ να αγαπούν, να σιωπούν, να γράφουν. Το βιβλίο αποτελεί μια καταβύθιση στη μνήμη, την ήττα, την απώλεια —αλλά και στη γλώσσα, ως τόπο καταφυγής και μαρτυρίας. Η ποίηση του Σταυρόπουλου συνεχίζει, εδώ και πολλά χρόνια, στον γνώριμο, αλληγορικό και φορτισμένο τόνο της: πλέκει προσωπικά και συλλογικά τραύματα, εμμονές και υπαρξιακά ερωτήματα. Η γραφή του είναι λιτή, αισθητική, αφαιρετική, με ισχυρή μεταφορική δύναμη και έντονη εικονοποιία. Μέσα από εικόνες καθημερινότητας, φύσης, ιστορίας, φιλοσοφίας, φτιάχνει μικρές αφηγηματικές μονάδες με υπαινικτικά, συχνά ανατρεπτικά συμπεράσματα. Ο χρόνος, η φθορά, η απώλεια, ο θάνατος, ο έρωτας —όλα τα μεγάλα θέματα της ανθρώπινης εμπειρίας— επιστρέφουν με μια ώριμη στοχαστικότητα.

Το βιβλίο αποτελείται από 22 αποσπάσματα και θα μπορούσε κάποιος να πει ότι έρχεται σαν επίλογος στην Τετραλογία του Σταυρόπουλου: Πιο νύχτα δεν γίνεται – Μετά – Καπνισμένο κόκκινο – Ολομόναχοι μαζί. Μια Τετραλογία με μυθολογικές διαστάσεις, μια Κοσμογονία για τη Γυναίκα-Κόσμο, μια μεταφυσική και υπαρξιακή πραγμάτωση για το τι σημαίνει να υπάρχεις, να χάνεις, να θυμάσαι και να ξαναχτίζεις τον κόσμο μέσα από την αγάπη, την ποίηση και την απώλεια. Δεν είναι απλώς ποιητικά βιβλία, είναι κοσμο-ποιητικές πράξεις. Στο Πιο νύχτα δεν γίνεται η γυναίκα παρουσιάζεται σαν προσωποποίηση της θάλασσας, δηλαδή της βαθιάς, ασυνείδητης γνώσης. Παρούσα μέσα από ψιθύρους, μνήμες, σημάδια. Η γυναίκα εδώ γίνεται διάμεσο, ένα μεταφυσικό πέρασμα. Δεν υπάρχει σωματικά, αλλά διαποτίζει τα πάντα, σαν αύρα, σαν ανάμνηση πριν την ύπαρξη, σαν ανάσα πριν τη βύθιση. Είναι ονειρική μορφή και γίνεται η μνήμη της μορφής. Στο Μετά η γυναίκα δεν εμφανίζεται καθόλου ως πρόσωπο, αλλά κυριαρχεί ως έλλειψη, ως Πριν που καθορίζει το Μετά. Ενσαρκώνεται μέσα από το τραύμα, τη σιωπή και τη συνείδηση της απώλειας. Εδώ η γυναίκα είναι αρχέγονη μνήμη, χρόνος που χάθηκε και πυρήνας της μοναξιάς. Είναι μήτρα πόνου, αλλά και ύστατο κίνητρο ύπαρξης. Στο Καπνισμένο κόκκινο, που είναι αφιερωμένο στον Lou Reed, έναν καλλιτέχνη που αγαπά πολύ ο Σταυρόπουλος, η γυναίκα είναι η απουσία που δεν αποδέχεται ο ποιητής. Η φωτιά που καίει αλλά και το φως που απομένει. Εκδηλώνεται μέσα από αισθητικά αποτυπώματα, τα οποία όμως ξεπερνούν τη σωματικότητα. Η Γυναίκα είναι ο κόσμος που χάθηκε. Είναι η θεότητα που δεν ανταποκρίθηκε. Ο τίτλος Καπνισμένο κόκκινο υποδηλώνει την εξαΰλωση της επιθυμίας —έναν κόσμο που φλέγεται, αφήνοντας πίσω του μια ανεξίτηλη στάχτη. Ο ποιητής είναι θύτης και θύμα της ίδιας της φλόγας της. Στο Ολομόναχοι μαζί η μορφή της γυναίκας κορυφώνεται, η γυναίκα γίνεται ο ίδιος ο κόσμος —μα αφανέρωτος. Της απευθύνονται τριάντα μακροσκελή ποιήματα. Το εσύ στο οποίο απευθύνεται ο ποιητής έχει πλέον μια σαρωτική δύναμη, γίνεται κοσμογονική αλληγορία. Η γυναίκα είναι η ολότητα: η αρχή και το τέλος. Ο ήλιος και η θάλασσα. Η καταστροφή και η ανοικοδόμηση. Η γέννα. Ο άλλος εαυτός του ποιητή. Πρόκειται για μια αρχετυπική μορφή, σχεδόν θεϊκή, που δεν ανήκει στον χρόνο —η «Κόσμος». Η γυναίκα στο ποιητικό σύμπαν του Σταυρόπουλου δεν είναι ποτέ απλώς εκείνη, αλλά είναι το αρχέγονο θηλυκό: Γη – Θάλασσα – Νύχτα – Φως – Πόνος – Σιγή – Γέννηση – Μητέρα – Ερωμένη – Άβυσσος. Είναι μνήμη του εαυτού, αντανάκλαση του ποιητή, η άλλη όψη του καθρέφτη. Σαν θεά των πρωτόγονων κόσμων, γεννά τον λόγο και καθορίζει την ύπαρξη του υποκειμένου. Στον απόηχο της απουσίας της, ο ποιητής χτίζει έναν καινούργιο κόσμο —τη δική του Κοσμογονία.

Αυτό ακριβώς το ποιητικό σύμπαν θα συναντήσουμε και στο τελευταίο του έργο. Το Θα σε δω ξανά στο άδοξο τέλος έρχεται να κορυφώσει μια μυθολογία, μια κοσμογονία που αφορά τη γυναίκα. Τη «Γυναίκα Κόσμο».

Η ποιητική ανάλυση του έργου του Σταύρου Σταυρόπουλου φωτίζει την υπαρξιακή, αλληγορική και αντι-ηρωική διάσταση της ποίησής του. Η γραφή του λειτουργεί ως εσωτερικό τοπίο μιας κοινής μοίρας, εστιάζοντας σε ζητήματα όπως: ο θάνατος, η μνήμη, η ζωή, η απώλεια, ο έρωτας, η αγάπη. Το σύνολο του έργου του μοιάζει να συνομιλεί με την ίδια την ουσία της ύπαρξης και της γλώσσας ως μαρτυρία και μαρτύριο. Τη γλώσσα που είναι αγάπη. Με αφαιρετικό, αλληγορικό και μεταφορικό λόγο, ο Σταυρόπουλος επιτυγχάνει μια έντονα συναισθηματική και φιλοσοφικά φορτωμένη καταγραφή της ανθρώπινης εμπειρίας.

ΜΙΑ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΑΝΑΛΥΣΗΣ

Ι.

Οι πρώτοι στίχοι είναι υπαινικτικοί και θολοί, όπως συχνά είναι οι απαρχές των τραυμάτων ή των εσωτερικών μας πολέμων, ή ακόμα ακόμα και η ίδια η αγωνία του ποιητή να αποτυπώσει το βίωμα και το βάρος της έμπνευσης καταγεγραμμένη σε στίχους του από ανάγκη.

«Έτσι ξεκίνησε / Μπορεί και να έπρεπε / Δεδομένης και της ακατάσχετης διαρροής οφθαλμών / Που υπερασπιζόταν τη σαφήνεια» —

Μια επεξήγηση με όλο το προσωπικό βάρος που φέρει για το πως ο ίδιος ο ποιητής ξεκινά να γράφει με μια ακατάσχετη διαρροή οφθαλμών, υπονοώντας τον λυγμό, τα δάκρυα, αφήνοντας έντεχνα και υπόκωφα να διαρρέουν εικόνες, πληροφορίες και μνήμες. Μιας διαρροής που αποσαφηνίζει την αφορμή αλλά και κάποιες αμφίπλευρες εμμονές. Πάλι εδώ μπαίνει το στοιχείο της αμφισβήτησης, που έγινε απολυτίκια, έγινε κάτι ιερό για το οποίο πρέπει επιτακτικά να γράψει.

«Δύσκολα αποχωρίζεται κανείς τις εμφύλιες εμμονές του» —

Υπονοώντας ίσως, τις εσωτερικές αντιπαραθέσεις, τους ψυχικούς εμφύλιους πολέμους —και γνωρίζει καλά ο ποιητής πόσο δύσκολα τις αποχωρίζεται κανείς, αφού είναι κομμάτι του εαυτού του. Στοχαστικό, με υπόγεια ένταση και εικόνες που ματώνουν αθόρυβα. Η «εμφύλια εμμονή» — μια εσωτερική διαμάχη, ίσως είναι η πιο επίμονη. Δεν πρόκειται για έναν πόλεμο εξωτερικό, αλλά για τις μάχες μέσα μας. Εκείνες που δεν λήγουν με υπογραφές, εκείνες που επιστρέφουν σαν εκτυφλωτική ανακύκλωση της ήττας, ένα déjà vu της αποτυχίας, της ενοχής, της αδυναμίας μας.

Και έπειτα, η σχεδόν μυθική εικόνα:

«Τα συνεχή ελάφια στο δάσος / Με τις ραδιενεργές πατούσες τους» —

Κάτι αθώο και άγριο ταυτόχρονα στοιχειώνει τον χώρο. Σαν να κουβαλά το παρελθόν στα ίχνη του. Μια καταστροφή ντυμένη με ομορφιά, μια απειλή που περπατά μέσα στη φύση, αθόρυβα, ακτινοβολώντας τη μνήμη της καταστροφής. Το μοτίβο με τα ελάφια με τις ραδιενεργές πατούσες και τα κλαδιά γεμάτα λέξεις, φέρει κάτι από την ποιητική οικολογία του εσωτερικού κόσμου: είναι πλάσματα αλλόκοσμα, που κουβαλούν φορτίο, μόλυνση, αλλά και λόγο. Λόγιο.

«Πώς να τις ξεχωρίσεις μια μια;/ Πώς να απαιτήσεις χειρόγραφα / Στην τελική ανταλλαγή αιχμαλώτων;» —

Εξαιρετική η ποιητική μεταφορά, ίσως να υπονοεί το τέλος μιας ζωής ή μιας σχέσης, ή ακόμη και μιας περιόδου αυτογνωσίας. «Χειρόγραφα» τα ίχνη, η αλήθεια, η αυθεντικότητα. Η «ανταλλαγή αιχμαλώτων» μπορεί να είναι και μεταφορά για τον συμβιβασμό, τον θάνατο, την απελευθέρωση. Σ’ αυτό το απόσπασμα φαίνεται ο ποιητής να παλεύει με τις λέξεις, να αναζητά το νήμα της έκφρασης μέσα σε έναν κόσμο σκοτεινό, αινιγματικό και σπαρακτικά αληθινό.

Μοιάζει να περιγράφει τη σιωπηλή, εσωτερική πάλη του με τις αμφιβολίες του· εκείνες που φωλιάζουν σαν κλαδιά σε κεφάλια ανθρώπων, γεμάτες νόημα και βάρος. Ο Σταυρόπουλος πασχίζει να τις ξεχωρίσει, να τις αποσπάσει μία μία μέσα από τη σύγχυση, την αμφιβολία, ή ακόμα και τον πόνο μιας υπαρξιακής «ανταλλαγής αιχμαλώτων» —μιας τελικής εσωτερικής μάχης, όπου τίποτα δεν είναι βέβαιο: τι χάνεις, τι σώζεις, τι μένει δικό σου. Μπροστά στο «αχόρταγο ποτάμι» του χρόνου και της ζωής, που κυλάει ασταμάτητα δίπλα σε αόρατα, σχεδόν άπιαστα δέντρα –σαν «μωρά» που ακόμα δεν έχουν οριστεί. Μια πανέξυπνη παρομοίωση: το παρόν γεμάτο μέλλον, αλλά άγνωστο και σιωπηλό ακόμα, σαν ο ποιητής να ανακαλεί την αρχή του δρόμου που έμελλε να πάρει.

«Τα βλέπω ακόμα / Ροκανίζουν το αδιευκρίνιστο φως» —

Η ιδέα του φωτός που ροκανίζεται δίνει την αίσθηση της σταδιακής φθοράς της αλήθειας ή της μνήμης. Ή ακόμη της ίδιας της ύπαρξης, που δεν φανερώνεται πλήρως ποτέ. Το παιχνίδι του παιδιού που ποτέ δεν μεγάλωσε μοιάζει με το απόλυτο σχόλιο για τον ανεκπλήρωτο εαυτό ― εκείνον που παραμένει ευάλωτος, ονειρικός, πληγωμένος και ταυτόχρονα δημιουργικός.

«Έτσι ξεκίνησε / Μπορεί» —

Η επιστροφή στην αβεβαιότητα. Η ιδέα της αιώνιας επιστροφής του Νίτσε. Σαν να ψάχνει ο ποιητής το σημείο εκκίνησης της ιστορίας, μιας απώλειας ή μιας ενόρασης, αλλά να μην είναι βέβαιος. Το παιχνίδι του παιδιού που ποτέ δεν μεγάλωσε μοιάζει με το απόλυτο σχόλιο για τον ανεκπλήρωτο εαυτό. Εκείνον που παραμένει ευάλωτος, ονειρικός, πληγωμένος και ταυτόχρονα δημιουργικός. Έτσι ξεκίνησε: με μια ανάγκη. Μια ανάγκη να μιλήσει, να γράψει, να αρθρώσει φως μέσα από το σκοτάδι· να ροκανίσει, όπως γράφει, «το αδιευκρίνιστο φως», εκείνο το ασαφές αλλά ελπιδοφόρο φως της ποίησης, της μνήμης ή ακόμα και της σωτηρίας.

ΙΙ.

Το ποίημα εδώ διαμορφώνεται ως ένας πολυφωνικός, αποσπασματικός, λυρικός εσωτερικός μονόλογος, που κινείται ανάμεσα σε εξομολόγηση, μνήμη και στοχασμό. Με μεταφυσικούς υπαινιγμούς απώλειας και πένθους. Ο λόγος, βαθύτατα υπαρξιακός, επιχειρεί να αγγίξει τα όρια της γλώσσας και της γραφής, να διασώσει το φθαρτό μέσα από το άυλο και να αναμετρηθεί με την αμείλικτη μνήμη. Ο ποιητής τοποθετεί τον εαυτό του μεταφορικά σε μια γεωπολιτισμική τομή, στην ένωση Ιλισού και Τάμεση —έναν υπαρξιακό τόπο που συνδέει το παρελθόν με το παρόν, την Ελλάδα με την Αγγλία, το οικείο με το ξένο. Η εικόνα λειτουργεί ως σύμβολο της εσωτερικής διαίρεσης και της ανάγκης μιας γεφύρωσης με κάτι – κάποια. Η θεματολογία που περιστρέφεται γύρω από την απώλεια, τη λογοτεχνία, τη μνήμη, και την αγάπη, συχνά ενσωματωμένα στο ίδιο πλέγμα. Ο έρωτας γι’ αυτό προσωποποιείται ως βιβλίο, με διαφορετικά εξώφυλλα αλλά ίδιο περιεχόμενο —μια αλληγορία της πολλαπλότητας της αγάπης που αλλάζει μορφές, όχι όμως ουσία. Το σώμα γίνεται συγχρόνως τόπος και κείμενο, φύλλο και μνήμα, ενώ η ποίηση διατηρεί την ταυτόχρονη λειτουργία καταγραφής και αναβολής του πένθους. Οι φράσεις που ξεχωρίζουν, όπως «Γιατί πεθαίνουν τόσο γρήγορα τα βιβλία χωρίς θεατές», «Να φυτρώνουν σελίδες στα κόκαλά μου χωρίς ούτε ένα δέντρο» αποδίδουν την αίσθηση της εσωτερικής αντιστροφής: της υποκατάστασης της ζωής από τη λέξη, της γραφής από το σώμα —μια μεταμόρφωση όπου το ανθρώπινο γίνεται πια αποθηκευμένος λόγος.

ΙΙΙ.

Η δομή είναι ελεύθερη, συχνά ασθμαίνουσα, με επαναλήψεις που λειτουργούν σχεδόν τελετουργικά. Η λέξη «περίμενα» αναδεικνύεται ως κεντρικό μοτίβο ενός θρήνου, μιας προσδοκίας και μιας ματαίωσης μαζί. Το «Ξεχνάω πάντα να συμπληρώσω την ημερομηνία θανάτου σου» φέρει στην επιφάνεια την άρνηση αποδοχής της απώλειας, αλλά και την πίστη πως η μνήμη, η σχέση ή η γραφή δεν έχουν τελειώσει — και ίσως δεν πρέπει. Η φαντασία, ο εξτρεμισμός και η παιδική ηλικία, συνυπάρχουν με τη σκοτεινή εξομολόγηση.

«Να πάψουν να βγαίνουν νεκρά ψάρια από μέσα σου» —

Η αναζήτηση δεν αφορά μόνο το αγαπημένο πρόσωπο αλλά και τη συλλογική μνήμη, τα ίχνη της ύπαρξης, τα κατάλοιπα του έρωτα και της απουσίας. Η αναφορά σε πιγκουίνους, γωνιακές γκαρσονιέρες, κομμάτια στον δρόμο, γόνατα, δράκους, δείχνει πως η μνήμη παίρνει παραμυθητικές ή παρανοϊκές διαστάσεις∙ είναι σχεδόν φανταστική και εξομολογητική, αλλά ταυτόχρονα τρομακτική.

«Να συμβεί μια επιδιορθωμένη σειρά υδάτων» —

Η ελπίδα για επανόρθωση, για ένα πέρασμα καθαρτικό, σαν να μπορεί το τραύμα να επανορθώσει κάπως το απευκταίο.

«Μικρή ηρωίδα μιας μεγάλης θύελλας» —

Ακραία συγκινητική η εικόνα: το πρόσωπο, η μορφή, μια τραγική φιγούρα μέσα σε κάτι απείρως μεγαλύτερο από την ίδια. Ο λόγος του Σταυρόπουλου δεν επιδιώκει να εξηγήσει∙ αντίθετα, θέλει να μεταδώσει το αίσθημα του αποπροσανατολισμού. Πολλές φράσεις του παραπέμπουν σε αντιποιητική ποίηση, σχεδόν ομιλούσα, προφορική, με εκρήξεις λυρισμού: «Εγώ κάνω λάθος πάντα στις πράξεις και στα φθινόπωρα». Η επανάληψη λέξεων όπως περίμενα, εγώ κάνω λάθος, ενισχύουν την εμμονή, το υπαρξιακό αδιέξοδο, την αποτυχία νοηματοδότησης. Ο ποιητής δεν αναζητά λύση ή κάθαρση, αλλά αφήνεται στη ροή του υπαρξιακού λόγου, υποσκάπτοντας όλες τις βεβαιότητες. Οι εικόνες του, όπως το «τσεκούρι αδέσποτου πολέμου θαμμένο στο κομοδίνο μου», εντείνουν την αίσθηση μιας εσωτερικής σύγκρουσης, της καταπιεσμένης βίας και της ανεπούλωτης πληγής της φθοράς.

IV.

Κι όμως η φθορά δεν είναι απλώς υπαρξιακή, αλλά και γλωσσική. Φτάνει στο σημείο να γράψει: «Όλο πρόσεχα τους διακόπτες / Μην κατά λάθος πατήσω κάποιο κουμπί και μου σβήσεις» μια παραδειγματική σύλληψη του πώς η απώλεια περνά μέσα από την υπερ-τεχνολογική αγωνία, σαν να ζούμε σε ένα μέλλον όπου η μνήμη είναι μια παροδική ρύθμιση. Και μιλά ο ποιητής με μοναδικό τρόπο για μια εύθραυστη παρουσία, τόσο λεπτή, τόσο ρευστή, που μια μικρή απροσεξία μπορεί να την εξαφανίσει. Το «μη μου σβήσεις» είναι απλά συγκλονιστικό: φέρνει στο νου οθόνες, μηχανές, αναμνήσεις, αλλά κυρίως ανθρώπους που υπάρχουν κάπως μετέωροι, σαν φλόγες που τρεμοπαίζουν. Η χρήση των λέξεων «διακόπτες» και «κουμπί» μεταφέρει μια τεχνολογική, ψυχρή εικόνα, κι όμως, μέσα της υπάρχει βαθιά συναισθηματική ένταση: ο φόβος μήπως η ίδια η αφύσικη εγγύτητα απειλήσει το πολύτιμο φάντασμά της. Και τελικά αυτό που φοβάται ο ποιητής δεν είναι μόνο να τη χάσει, είναι να είναι ο ίδιος υπεύθυνος για την απώλεια, τον χαμό της. Να σβήσει κάτι αθέλητα, να πατήσει κατά λάθος έναν συναισθηματικό διακόπτη που θα προκαλέσει αφανισμό. Και τι είναι αυτό που «σβήνει»; Ίσως όχι μόνο το πρόσωπο, αλλά και η μνήμη, η σχέση, η ποίηση που τη γεννάει. Γιατί όταν σβήσεις το πρόσωπο από μέσα σου, σβήνουν και τα ποιήματα που το συντηρούσαν. Και γιατί προσέχει τόσο; Ίσως επειδή του έχει μείνει μόνο αυτό — ένα φως που τρεμοπαίζει, που δεν θέλει να χαθεί. Ένας πένθιμος δισταγμός. Και συνεχίζει:

«Όμως εσύ έσβηνες μόνη σου / Κάθε μέρα έσβηνες κι από έναν θεό / Ένα σπίτι / Έναν τόπο / Κάθε μέρα έσβηνες κι από έναν κόσμο» –

Αυτοί οι στίχοι είναι καθηλωτικοί — και φέρουν έναν βαθύ, υπαρξιακό θρήνο, όχι μόνο για την απώλεια ενός προσώπου, αλλά για την αργή αποδόμηση ενός κόσμου. Θα σταθώ σε αυτούς τους στίχους με ευλάβεια, σαν μια κατάθεση σεβασμού προς την επερχόμενη απώλεια, με ιερότητα σε έναν αργόσυρτο ποιητικό αποχαιρετισμό που πονάει το είναι σου, με βαθιά ενσυναίσθηση, αφού το συναίσθημα αυτών των στίχων δεν μεταφέρεται απλά, ανα-βιώνεται, και γινόμαστε κοινωνοί του. Δεν είναι μόνο οι λέξεις που μεταφέρουν το βαθύ, πένθιμο συναίσθημα, είναι η πνευματικότητα που χαρακτηρίζει το συγκεκριμένο απόσπασμα, η θεϊκή του διάσταση, μια βαθιά φιλοσοφική και ψυχολογική προσέγγιση. Ας το εξετάσουμε πιο αναλυτικά όπως του αρμόζει:

«Κάθε μέρα έσβηνες κι από έναν θεό» —

Ο Σταυρόπουλος αγγίζει την πνευματική παραίτηση, την απώλεια της πίστης, την εγκατάλειψη των ιδανικών. Όταν «σβήνουμε κι από έναν θεό», δεν είναι μόνο μια θρησκευτική απώλεια — είναι το σβήσιμο κάθε νοήματος. Του στηρίγματος της ζωής.

«Ένα σπίτι / Έναν τόπο» –

Αγγίζει τον ξεριζωμό, την απώλεια της ασφάλειας, της ρίζας. Το σπίτι ως σύμβολο του ανήκειν, ο τόπος ως συνέχεια της ταυτότητας. Είναι σαν να διαγράφεται σταδιακά από κάθε χάρτη της ύπαρξής της.

«Κάθε μέρα έσβηνες κι από έναν κόσμο» –

Η απομόνωση εδώ φτάνει στο απόλυτο: δεν χάνεται μόνο η σχέση, αλλά και όλη η πραγματικότητα που την περιβάλλει. Αυτός ο «ένας κόσμος» θα μπορούσε να είναι και η συλλογική της ταυτότητα, η θέση της μέσα στο σύμπαν. Αν το διαβάσουμε μεταφορικά, η γυναίκα του ποιήματος δεν πεθαίνει, αλλά διαλύεται. Ίσως γιατί δεν άντεξε — τον εαυτό της, την ποίηση, το βάρος της αξιοπρέπειάς της. Ίσως γιατί ήθελε να φύγει. Κι αυτός — ο ποιητής — παραμένει παρατηρητής της εξόδου της, χωρίς δύναμη να τη σταματήσει. Αν το βλέπαμε από μια καθαρά φιλοσοφική σκοπιά, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η πράξη του «σβησίματος» αποδίδεται ως μια υπαρξιακή επιλογή, και το «σβήσιμο» εδώ δεν είναι απλώς αδυναμία· είναι μια πράξη βούλησης, ίσως της ύστατης ελευθερίας. Όπως στον Καμύ ή στον Σαρτρ, η ανθρώπινη ύπαρξη, ριγμένη σε έναν παράλογο κόσμο, έχει μόνο μία αυθεντική δύναμη: να αρνηθεί. Η ηρωίδα του ποιήματος δεν καταρρέει τυχαία — αποσύρεται. Και αυτό είναι φιλοσοφικά επαναστατικό. Δεν την διαγράφει ο κόσμος. Αυτή διαγράφει τον κόσμο από μέσα της.

Επισυμβαίνει μια αποδόμηση της τάξης των πραγμάτων: από τον Θεό στο Τίποτα. Ο Σταυρόπουλος με τη σειρά που σβήνει τα πράγματα Θεός-Σπίτι-Τόπος-Κόσμος δείχνει την αντίστροφη πορεία αποδόμησης της ανθρώπινης πραγματικότητας και της τάξης. Με τον Θεό, ως το απόλυτο πλαίσιο του νοήματος. Το Σπίτι, ως την προσωπική και βιοτική ασφάλεια. Τον Τόπο, ως ρίζα της ιστορίας και ταυτότητα. Και τέλος τον Κόσμο, ως την τελική σφαίρα σχέσης με την πραγματικότητα.

Έτσι το υποκείμενο δεν έχει πια πρόσβαση σε κανένα θεμέλιο — απομένει μόνον η έκθεση στο απόλυτο Τίποτα και αποκαλύπτεται η γυμνή ύπαρξη. Θα μπορούσαμε να το δούμε ως μια πράξη απόλυτης ελευθερίας, όπως στον Σαρτρ, η άρνηση γίνεται κι εδώ εργαλείο αυτοπροσδιορισμού. Η ηρωίδα δεν φεύγει, απλώς. Αρνείται τον εαυτό της, αρνείται κάθε δομή, κάθε νόημα, κάθε ταυτότητα. Έως ότου μείνει τελικά «εκτός κόσμου».

V.
Η ποίηση ως ψευδαίσθηση και αποκάλυψη

Το ποίημα εδώ κινείται ανάμεσα σε λυρικές, αισιόδοξες εικόνες και δραματικές, αποδομητικές αναφορές, ενσωματώνοντας στοιχεία ιστορικά, θρησκευτικά, αισθητικά και τελετουργικά. Όλα αυτά μεταπλάθονται μέσα σε μια εσωτερική «πινακοθήκη», ίσως είναι ο ίδιος ο νους που πάλλεται ανάμεσα στην αμφιβολία και την ποίηση, ανάμεσα σε φαντασιακές παραισθήσεις και συγκινησιακές εξάρσεις. Οι στίχοι λειτουργούν ως κραυγές μιας έσχατης αλήθειας:

«Γιατί νεκροί ήμασταν εξαρχής» —

Ο θάνατος δεν προσεγγίζεται ως τέλος, αλλά ως αφετηρία· σαν να γεννιόμαστε ήδη με την καταδίκη εντός μας. Όπως στον Καμύ, με την τραγικότητα της συνειδητοποίησης. Όπως στον Μπατάιγ, με την ένταση του υπαρξιακού και του μεταφυσικού. Όπως στους νεκρούς του Θιβέτ, όπου η τελετουργία απελευθερώνει. Η λογοτεχνία εμφανίζεται ως ένα από τα «πιο όμορφα ψέματα». Ένα ψέμα που όμως φωτίζει, που έχει τη δύναμη να ειπωθεί εκεί που η πραγματικότητα σιωπά. Αυτό το ρήγμα οδηγεί στον πυρήνα του ποιήματος: η λογοτεχνία είναι ψευδαίσθηση και σωτηρία μαζί. Η ποίηση αποκαλύπτεται ως ανάθεμα και λύτρωση. Το βλέμμα γίνεται μνήμη, τα μάτια γίνονται ποίηση. Η γραφή, αν και βίαιη — υπαρξιακά και ιστορικά — μετατρέπεται σε αντίδοτο: μεταμορφώνει το τραύμα σε λόγο. Ο ποιητής ακουμπά και στο πολιτικοκοινωνικό: η ανθρώπινη βούληση παρουσιάζεται παραμορφωμένη, δίχως αυτογνωσία· υποχείριο των «μυστικών επιθυμιών», σχολιάζοντας μια κοινωνία αποξενωμένη από το ίδιο της το βάθος.

«Η κάρτα του αιμοδότη στα δόντια σου / Έγραφε το όνομά μου» —

Εξαιρετική η δύναμη αυτών των στίχων: μια ταυτοτική πράξη μέσω της αιμοδοσίας — το αίμα σου, το όνομά μου. Μια διαρκής σχέση εξάρτησης, παραβίασης, προσφοράς και θυσίας. Ένα έντονο ποιητικό κολάζ μεταξύ εξομολόγησης και φιλοσοφικής αναζήτησης, με επιρροές από υπαρξισμό, συμβολισμό, ρομαντισμό, αλλά και τη μεταμοντέρνα αποδόμηση της γλώσσας και της τέχνης. Είναι μια ποιητική κραυγή για τη διάψευση, τον έρωτα που έγινε πόλεμος, τη μνήμη που έμεινε ως παγίδα, και την τέχνη που δεν σώζει — αλλά παραμένει αναγκαία.

VI.
Η αποδόμηση της ταυτότητας και η συμβολική μετάλλαξη

Στο 6o απόσπασμα είναι εμφανές πως συνεχίζεται ένας μακρύς ποιητικός κύκλος με έντονα συμβολικά, υπερρεαλιστικά και βαθιά υπαρξιακά στοιχεία. Ο έκτος αυτός «πίνακας» ή «άσμα» του έργου (θυμίζει τα Άσματα του Μαλντορόρ του Λωτρεαμόν), εν είδει βιωματικού κατηγορητηρίου, διατηρεί μια τρομερή ένταση, όπου η αποδόμηση του υποκειμένου και η αποσύνθεση της ταυτότητας, συνοδεύεται από μορφικές μεταμορφώσεις: κροκόδειλος, τίγρη, μέδουσα, φίδι, λύκαινα — όλες πλάσεις της φύσης και της φαντασίας, που φέρουν συμβολισμούς επιβίωσης, απειλής, μυστικισμού και μητρικού / θηλυκού αρχέτυπου.

«Τότε χωρίστηκες στα δύο» —

Η ρήξη του εαυτού σε δύο μέρη παραπέμπει σε σχιζοειδή διάσπαση ή βαθειά υπαρξιακή κρίση: «το ένα κομμάτι σου μοιράστηκε στα βιβλιοπωλεία», δηλαδή η έκθεση της ψυχής στην αγορά, η εμπορευματοποίηση της ίδιας της τέχνης και του πόνου της. Τα «γράμματα στο στόμα» υποδηλώνουν έναν παράξενο εναγκαλισμό με τη γλώσσα, που όμως δεν είναι πλέον ασφαλής ή οικεία.

Η δομή του λόγου εναλλάσσεται, από πυκνές φράσεις σε σύντομες εκρήξεις, δίνοντας την αίσθηση μιας μουσικής παλμικότητας, ένα «σκοτεινό βαλς» αγωνίας. Συγκλονιστικά αποσπάσματα όπως: «Το φαγητό ενός μυδιού», «η νεκρή λύκαινα», «σαν τυπογραφική βοήθεια για τους μετανάστες των εξωφύλλων» φέρνουν πολιτικές, ποιητικές, φιλοσοφικές και υπαρξιακές διαστάσεις μαζί. Η ποίηση γίνεται εδώ μια πράξη αντίστασης στην ευτέλεια. Εκεί που η ζωή χάνει το νόημά της η ποίηση «θα τα έχυνε… σε ποιήματα / Ακέραια / Που διαρκούν χρόνια». Κι αυτό είναι μια πράξη μνήμης και λύτρωσης.

VII.

Σε αυτή την ενότητα βλέπουμε μια κορύφωση σε έναν εφιάλτη, όπου το «εσύ» γίνεται αντικείμενο δημόσιου λόγου, ενώ το ποιητικό υποκείμενο ζητά διαρκώς συγγνώμη χωρίς να λαμβάνειι απάντηση. Το σώμα της ποίησης γίνεται πολυφωνικό, διατρέχεται από μνήμη, αποτυχία, πόνο και ανάγκη λύτρωσης, σε μια διαρκή, σχεδόν θεατρική, εξομολόγηση. Η μνήμη, η απουσία και η μαρτυρία των ματιών — «ποιήματα ακέραια που διαρκούν χρόνια» — συμπυκνώνουν την ανάγκη της ψυχής να κρατηθεί από τον Λόγο. Ο Θεός, ο μοναχός, οι «ξύλινοι αξιωματικοί» του Αναγνωστάκη, λειτουργούν ως αρχετυπικές μορφές του μεγαλείου και της πτώσης. Η βεβαιότητα συγκρούεται με την ευθραυστότητα της πίστης. Αλλά οι αξιωματικοί «μένουν όρθιοι» — ένδειξη πως ακόμη και μέσα στην αποσύνθεση, υπάρχει η αντίσταση στο τέλος. Και ακόμη και «παρά τον Αναγνωστάκη», που έχει κηρύξει το τέλος των ιδεολογιών, η γραφή του Σταυρόπουλου επιμένει, η ποίηση αντιστέκεται.

VIII.

Εδώ o Σταυρόπουλος φτάνει στη συγκλονιστικότερη υπαρξιακή καταβύθιση. Ο άνθρωπος ως έργο, ο άνθρωπος χωρίς τον εαυτό του, αλλά με θεατές, είναι μια ραγδαία αλήθεια που διαπερνά την εποχή μας. Θίγει με τραγική εντιμότητα την αποξένωση της ύπαρξης: να παραμένεις άνθρωπος είναι σημαντικότερο απ’ το να παραμένεις ζωντανός. Η εικόνα του βάλτου — ενός τοπίου ακίνητου, παγωμένου, με τη βρωμιά και την καθαρότητα να συνυπάρχουν — είναι συμβολική για την κατάστασή σου, για το ναρκωμένο βίωμα, για τη ζωή που σταματά χωρίς να έχει τελειώσει.

Το πολυπόθητο στοιχείο της ανάστασης: Μετά τον «αποκλεισμό» του προηγούμενου μέρους, έρχεται αυτός ο ψίθυρος λύτρωσης μέσα από τον άλλον. Το γεγονός ότι αυτό «συνέβη, ξανά και ξανά, και με απέκλεισαν», επαναφέρει την ιδέα του αιώνιου κύκλου, της αιώνιας επιστροφής, της οδύνης, σαν μια μοντέρνα, αναθεωρημένη Οδύσσεια του αποκλεισμένου.

IX.

Πρόκειται για ένα ερωτικό – μεταφυσικό όραμα. Σαν την Αποκάλυψη. Το ποίημα πάλλεται ανάμεσα στην ένωση δύο σωμάτων και την ένωση δύο κόσμων: του εδώ και του αλλού, του τώρα και του αιώνιου. Υπάρχει ένας αισθησιασμός που φτάνει σχεδόν σε κοσμογονική έκσταση.

«Έτσι θα ζήσουμε τώρα» —

Το ζευγάρι βρίσκεται ενώπιον μιας νέας συμφωνίας μετά το «Νω». Ό,τι προηγήθηκε, αποκλεισμός, τραύμα, απώλεια της ανθρωπινότητας, της ψυχής, μετασχηματίζεται εδώ σε ένα όραμα νέας ζωής, άγριας, ποιητικής, ακραία ερωτικής: «Με οπλές αλόγων ευοίωνων / Σε δασύτριχα όρη». Η φύση είναι παλαιολιθική, ζωώδης, θεϊκή και μέσα της προμηνύεται κάτι καλό («ευοίωνο»). Είναι ένα τοπίο αρχετυπικό και συγχρόνως μυητικό, που ταιριάζει με το ύφος ενός προσωπικού μύθου επιβίωσης. Το ποίημα συνδέει τον έρωτα με το θεϊκό και το σώμα με το συμπαντικό ρίγος. Αυτός ο έρωτας είναι ιεροτελεστία, όχι μόνο πράξη. Μια στάση που μετατρέπει το πρόσωπο σε εικόνισμα, σε κέντρο λατρείας και νοήματος. «Θα γίνεις ένα υπόγειο φαρμακείο φωτός». Ο ποιητής κορυφώνει την συμφωνική ορχήστρα του, ζητώντας θεραπεία από το φως του άλλου. Είναι ένα από τα πιο υπερβατικά σημεία του ποιήματος: το σώμα ως κιβωτός φωτός, ως φαρμακείο της ύπαρξης.

Η «αόρατη ήπειρος» είναι ο ουτοπικός χώρος της ελευθερίας και του παιδικού βλέμματος μέσα μας. Τα σύννεφα είναι «διπλά», γιατί ίσως αντανακλούν τις διπλές ταυτότητες, τα συμπλέγματα του ανθρώπινου που συνυπάρχουν στην ποίηση: το τραύμα και το θαύμα, την οδύνη και την ομορφιά. Το σώμα ως φορέας μνήμης, η παιδικότητα ως καθαρτήριο ψυχής. Και οι «συνοικίες των μελλοθάνατων» ως Κόλαση, που προηγούνται, μας θυμίζουν ότι η σωτηρία δεν αποφεύγει τον θάνατο αλλά περνάει μέσα απ’ αυτόν. Η πυκνή, κινηματογραφική γλώσσα του Σταύρου Σταυρόπουλου: Μια ροή εικόνων που δεν είναι ποτέ απλώς διακοσμητικές, διακειμενικές, αλλά έντονα υπαρξιακές. Η σύνδεση έρωτα, σώματος και θεότητας: Όχι πορνογραφική, αλλά θεϊκή, λόγια, λογοτεχνική.

Το στοιχείο της Ανάστασης: Μετά τον «αποκλεισμό» του προηγούμενου μέρους, έρχεται αυτός ο ψίθυρος λύτρωσης μέσα από τον άλλον – η.

X.

Εδώ ο τόνος γίνεται πιο σκοτεινός, πιο διακειμενικός, πιο συγκρουσιακός. Είναι μια συνομιλία με τον θάνατο, με τη μνήμη, με την απουσία και με το «έργο» — την ίδια τη γραφή, την τέχνη του ποιητή, ίσως και το ίδιο το νόημα της ζωής. Η ζωή ως γραφή ή και το ανάποδο. Οι αναφορές σε πραγματικά λογοτεχνικά πρόσωπα (Μπέκετ, Κάφκα, Πλαθ, Βιρτζίνια Γουλφ, Κοέν κ.ά.) λειτουργούν σχεδόν σαν φαντάσματα ή σαν δαίμονες μιας προσωπικής εσωτερικής μυθολογίας που αγγίζει την απώλεια και την αναγκαστική μετουσίωσή της σε Τέχνη. Είναι μια λογοτεχνική αποθέωση και συνάμα καταδίκη. Η ζωή είναι το έργο. Το έργο της ζωής που είναι λέξεις. Ή τίποτα.

«Και μετά μου είπαν για το έργο / Ότι πρέπει να είμαι το έργο» —

Αυτή είναι η πιο ισχυρή συμβολικά, η πιο συντριπτική ίσως, υπαρξιακή εντολή. Δεν υπάρχει πλέον διάκριση μεταξύ ζωής και τέχνης. Ο εαυτός γίνεται το ίδιο το κείμενο, η αισθητική του κειμένου. Ο Κοέν, με τα ράσα φορεμένα ανάποδα και το ξυρισμένο κεφάλι, αναλαμβάνει τον ρόλο ενός σύγχρονου Χριστού — ή του Σίσυφου που τραγουδάει. Ένας μελωδός, ένας ασκητής που εδώ αποκτά ιερή χροιά. Οι στίχοι «Αλλά κουβαλούσα μόνο / Ένα μεγάλο Σταυρό / Δικός σου ήταν αυτός / Όχι δικός μου» είναι τρομακτικά δυνατοί. Εκεί μετατρέπεται ο Χριστιανικός συμβολισμός σε μια προσωπική, σχεδόν κοσμική μυθολογία, μια τιμωρία η οποία σου επιβλήθηκε χωρίς τη δική σου συγκατάθεση. Τα μάτια «παραμένουν κλειστά» σαν «μετανάστες άποροι» — μια εικόνα με αστικό υπόστρωμα, αλλά και μια βαθειά υπαρξιακή αίσθηση αποξένωσης. Η απόσυρση από τον κόσμο, η ερημιά στην καρδιά της πόλης, είναι ένας οικουμενικός συμβολισμός. Η Σταδίου και ο Σηκουάνας μπαίνουν στην ίδια ποιητική επικράτεια. Από τη μια ο Σταυρόπουλος αγγίζει τον έρωτα και την δυνατότητα ανάστασής του μέσα απ’ αυτόν, και από την άλλη αγγίζει την απώλεια και την αναγκαστική μετουσίωσή της σε Τέχνη. Το ένα είναι ανάσταση σαρκός, το άλλο μνήμη της σαρκός. Το ένα είναι φως που γεννιέται με δυσκολία, το άλλο είναι μαύρο που φωτίζεται μόνο από το «Έργο».

XI.

Αυτή η ενότητα έρχεται σαν χείμαρρος λέξεων και ταυτόχρονα σαν μια πράξη καταγγελίας, αλλά όχι μνησικακίας· είναι λόγος που θέλει να αποκαλύψει την αλήθεια της απουσίας μέσα από τις λέξεις. Υπάρχει η συγχώρεση του λάθους Εκείνης. Η άφεση. Συνεχίζει την πορεία του Χ. όμως σπάει τη σιωπή πιο πολιτικά, πιο μεταφυσικά, πιο θεατρικά, πιο τραγικά. «Και όλα αυτά εξαιτίας του κόσμου / Του τέλους του κόσμου». Στο σημείο αυτό ο ποιητής μας βάζει στο απόλυτο. Ο κόσμος δεν είναι πια τοπίο, είναι μια συνθήκη τιμωρίας. Και αυτή η τιμωρία ανήκει σε κάποιον — το εσύ, που σταθερά παραμένει αινιγματικό αλλά κυρίαρχο. «Η δική σου λυσσώδης δικτατορία / Ούτε ελληνική / Ούτε ισπανική…». Καμία από τις γνωστές δικτατορίες δεν επαρκεί για να περιγράψει τη βία αυτής της σχέσης. Αρσενικό – Θηλυκό. Είναι προσωπική, διμερής, αμφίβια. Φέρει σάρκα, έχει «Συντάγματα κατοχής», όχι μόνο νομικά — σωματικά: «Να είναι σαρκώδη / Φιγούρες στις ταλαντεύσεις μιας ζωής». Σαν οι νόμοι αυτοί να είναι άνθρωποι, μορφές που σε στοιχειώνουν, θεατές – δυνάστες στην παράσταση της ζωής σου.

«Που ήταν ανέκαθεν απούσα» —

Μια τρομακτικά έντιμη διατύπωση. Δεν είναι η ζωή που απουσίασε· είναι η παρουσία της ζωής που ήταν πάντα απουσία. Μια άρνηση της γέννησης. Σχεδόν μυστικιστικό ποίημα.

«Φρουροί και αρχάριοι νάνοι / Αυτής της Έρημης Χώρας» —

Η σαφής αναφορά του Σταυρόπουλου στον Έλιοτ δείχνει καταλυτική. Η έρημος που περιγράφει δεν είναι μόνο πνευματική. Είναι μια απόλυτα προσωπική έρημος. Ένα πεδίο που κάθε τι ελπιδοφόρο έχει καταστεί αδύνατο. Ο Σταυρόπουλος καταλήγει σε μια καθημερινή σκηνή: «Σε κάποιο μεθύσι Θεσσαλονίκης…». Απόκοσμο, σχεδόν θεατρικό σκηνικό, όπου όλοι είναι παρόντες εκτός από την μία που θα έδινε το νόημα. Η έλλειψη αυτής της θεότητας – γυναίκας διαποτίζει και το φεγγάρι, το οποίο: «Δεν θυμόταν πλέον κανείς». Σαν να έσβησε ακόμα και η μήνη της μνήμης.

XII.

Το απόσπασμα αυτό του βιβλίου είναι ένας διάλογος με τη μνήμη, μια αναμέτρηση με την αξία της ύπαρξης και την αναγκαιότητα της ανάμνησης. Ο Σταυρόπουλος θέτει το ερώτημα αν αξίζει να θυμόμαστε πρόσωπα που δεν άφησαν καν φωνή, που δεν διεκδίκησαν ούτε ένα ουρλιαχτό μέσα στον χρόνο. Δεν μετρά ποιος έζησε, αλλά ποιος τόλμησε να υπάρξει με πάθος. Το ποίημα μεταμορφώνεται εδώ σε μαρτυρία, όχι θρήνου, αλλά αντίστασης στη λήθη. Με μια σχεδόν θαυμαστή, δικανική υφή, ο ποιητής δηλώνει, με επίγνωση όλων των συνεπειών, το δικαίωμα στην ύπαρξη, μέσα από τον πόνο του θυμού, όχι μιας αβάσταχτης παθητικότητας. Η απόλυτη κορύφωση έρχεται με τον στίχο: «Το εγώ παρακαλώ να διαβαστεί εσύ». Εδώ η ταυτότητα διαλύεται στη σχέση, η ύπαρξη του Εγώ μετουσιώνεται μέσα από την αντανάκλαση του άλλου, του Εσύ. Μια βαθιά φιλοσοφική παραδοχή: δεν υπάρχω χωρίς να υπάρχεις. Η ποίηση ακουμπά στο αστρικό και στο ιδιωτικό, όταν η αγαπημένη γίνεται σαν «ένα σβησμένο αστέρι στη βυθισμένη Σαντορίνη». Το φως συνεχίζει να ταξιδεύει, έστω κι αν η πηγή του έχει χαθεί. Αυτή είναι η δύναμη της μνήμης της ποίησης: διαρκεί, ακόμα και μέσα στο σκοτάδι της απουσίας. Το ποίημα κλείνει με αναφορές στην τέχνη: Duchamp και Van Gogh. Η δημιουργία γίνεται πάθος, είναι κατανάλωση, είναι αυτοκαταστροφή. Δεν αρκεί να φτιάξεις κάτι, πρέπει να το ζήσεις μέχρι να σε κάψει. Η ύπαρξη κατοχυρώνεται μέσα από την κραυγή. Όχι τη σιωπή. Η μνήμη δεν είναι πια δεδομένη. Πρέπει να διεκδικηθεί. Το «Εγώ» διασώζεται μόνο μέσα στο «Εσύ», η ταυτότητα είναι η σχέση. Ο έρωτας, η μνήμη, η Τέχνη, η τρέλα είναι τα συγκοινωνούντα δοχεία μιας ακραίας συναισθηματικής εμπειρίας με υπερβατικά χαρακτηριστικά. Η Τέχνη δεν είναι μόνο το μέσο της έκφρασης, αλλά και το μέσο της επιβίωσης — ή και της αυτοκαταστροφής.

ΧΙΙΙ.
Το μυθικό και ερωτικό παλίμψηστο

Ο έρωτας παρουσιάζεται ως μια οντότητα που υπερβαίνει τον χρόνο και τη λογική. Επεκτείνεται μέσα σε 3.500 χρόνια μνήμης, από το Λίνεαρ Α και τον δίσκο της Φαιστού ως τη ροκ συναυλία των Pink Floyd. Και ακόμα βαθύτερα, μέσα στη βιολογία του σώματος. Το ποίημα περιγράφει έναν γκρεμό, έναν έρωτα υπερβατικό, εκκρεμή, που εκτείνεται μέσα στους αιώνες, ξεπερνώντας τον γραμμικό χρόνο, τη λογική και τη γλώσσα. Ξεκινά με την ψευδαίσθηση παύσης, που γρήγορα αναιρείται, φανερώνοντας την εξάρτηση από τη μνήμη και τη γραφή. Ο ποιητής παλεύει με τη ματαιότητα του τέλους, γνωρίζοντας πως η αγάπη επιμένει, όπως επιμένει και η μνήμη της. Μέσα από ιστορικές και μυθικές αναφορές — από τον Τρωικό Πόλεμο και τον δίσκο της Φαιστού έως τη γραμμική Α και τον Παλαμά — εκφράζεται η ιδέα πως ο έρωτας προϋπάρχει της Ιστορίας. Ο έρωτας πιθανόν για τη λογοτεχνία γίνεται σύμβολο, όχι πρόσωπο, μια διαχρονική παρουσία που φέρει μέσα της μυστήριο, μνήμη, σιωπή και φως. Η Ακαδημία, η φόρμα και η τεχνική έρχονται σε αντίθεση με τη ζωντανή συγκίνηση, καθώς ο ποιητής δεν βρίσκει πια τον Άλλο στη λέξη αλλά στα κύτταρα και στη βιολογία της μνήμης. Ο λόγος του απευθύνεται σε ένα ακροατήριο ανύπαρκτο, τονίζοντας τη μοναξιά του πόθου και τη ματαιότητα της επικοινωνίας. Η προσμονή στην οδό Ασκληπιού — συμβολική της θεραπείας και της μύησης — γίνεται αιώνια αναμονή, που δεν γνωρίζει αποδέκτη αλλά συνεχίζεται με πίστη και αξιοπρέπεια. Το ποίημα τελειώνει με ποιητική υπόκλιση προς την ελληνικότητα και την τραγικότητα της ύπαρξης.

XIV.
Η τρυφερότητα ως αντίσταση

Σε ένα από τα πιο εύθραυστα και επικίνδυνα ποιητικά χωρία, η φαντασία εμφανίζεται ως μορφή αντίστασης και η ποίηση ως τελετουργία καλλιέργειας του κόσμου. Η αναφορά στην ισπανική πόλη Carvajal λειτουργεί μάλλον ως συμβολικό, υπαρξιακό τοπίο, ένας χώρος όπου συνυπάρχουν μέλισσες, γάτες του Μπωντλαίρ και «υλικά» του αγαπημένου προσώπου. Ο κόσμος δεν χρειάζεται επανεφεύρεση με ριζικές τομές αλλά μια μελαγχολική τρυφερότητα — το spleen του Μπωντλαίρ — που στα χέρια του ποιητή γίνεται πανίσχυρο μέσο αναγέννησης.

XV.
Η μεταφυσική της σάρκας

Το ποίημα αποκτά σωματική διάσταση με ανταλλαγές αισθήσεων και μια μυθική συγχώνευση των προσώπων. Η ακραία ερωτική φράση «Έχω στο πρόσωπό μου το ένα σου μάτι» αποκαλύπτει τη συναισθηματική μετάλλαξη: οι άνθρωποι δεν σχετίζονται μόνο — μεταμορφώνονται ο ένας στον άλλον. Η παρομοίωση με τη μεταμόσχευση οργάνων μεταξύ «δίκαιων συγγενών» είναι εξαιρετική: εμπεριέχει τη θυσία, την ανταλλαγή και την επιβίωση μέσω της συνύπαρξης. Τα χέρια, η βροχή και τα μάτια αποκτούν ιερατική σημασία, σαν λειτουργικά μέσα ενότητας. Η τελική συγχώνευση ονομάτων δηλώνει όχι μια κατάκτηση, αλλά μια ωριμότητα σύνδεσης που δημιουργεί ζωή μέσα από τις λέξεις. Η βροχή, που είδαμε και σε προηγούμενο απόσπασμα, αποκτά τώρα σχεδόν μεταφυσική δύναμη και ιδιότητες: δεν πέφτει απλώς, αλλά «μας βλέπει». Κι εσείς, εσύ και το εσύ του ποιήματος, την βλέπετε ενωμένοι, με τις πατούσες σαν ρίζες αγγέλων. Ακόμα και η βροχή παύει να είναι φυσικό φαινόμενο· γίνεται δίαυλος ενότητας, επικοινωνίας, σχεδόν μια διπλή ευλογία κοινής ταυτότητας. Η κατακλείδα με το όνομα — «ο συνδυασμός ενός αρσενικού και ενός θηλυκού ονόματος/ που απλώς αγκαλιάστηκαν» — είναι καθηλωτική. Δεν υπάρχει τίποτα θριαμβευτικό ή απόλυτο. Υπάρχει απλώς μια τρυφερότητα, η απλότητα και η ωριμότητα της συγχώνευσης, της κοινής ανάσας. Ένα «πλήρες ονοματεπώνυμο που δημιουργήθηκε για να επουλώσει τη ζωή με τις λέξεις του».

XVI.
Το αντι-ευαγγέλιο μιας απουσίας που είναι διαρκώς παρούσα

Εδώ η ποίηση γίνεται κραυγή απελπισίας και οργής. Ο κόσμος συνεχίζει χωρίς τον/την εσένα, παγωμένος και αποξενωμένος. Η αντιπαραβολή Disney και Ανταρκτικής είναι αιχμηρή: η φαντασία έναντι μιας παγερής σιωπής. Οι εικόνες (Οκτάβιο Πας, η γάτα του Μπουκόφσκι, οι δύο Ίκαροι) σχηματίζουν ένα αρχετυπικό μωσαϊκό μοναξιάς και ματαιότητας. Το ποίημα σπάει τη σύνταξη, γίνεται άναρχο, βρίθει από αρχέτυπα και εικόνες που παγώνουν τη συγκίνηση — οι μάσκες των κλόουν, τα άσπρα μαντίλια, οι νεκροί που ζουν σε νικηφόρα παρένθεση. Αυτός ο στίχος λειτουργεί σχεδόν ως ειρωνική, ύστατη λύτρωση· ίσως γιατί οι νεκροί παύουν πια να πονούν, ίσως και να δικαιώνονται στον κύκλο της μνήμης, όπως αυτός που χτίζεται: «Μεταρσιωμένοι / Από την απουσία της αγωνίας τους». Μια τέλεια ανατροπή. Δεν είναι η λύτρωση, αλλά η απώλεια του αισθήματος που οδηγεί στην απογείωση. Ένας υπαρξιακός θρίαμβος μέσα στην ατονία. «Με τα πτερύγια των χεριών τους ενωμένα». Εικόνα σχεδόν αγγελική. Αναρωτιέται κανείς: είναι άνθρωποι, είναι μηχανές, είναι σκιές απογειωμένων υπάρξεων;

«Αεροδρομίου εννοώ» — μας προσγειώνει ο Σταυρόπουλος. Εδώ έρχεται η πρώτη καίρια ειρωνεία. Η πτήση δεν είναι ουράνια, είναι σύγχρονη, κοσμική, καθημερινή, τεχνολογική, με αναμονή και αναχωρήσεις, που καμιά φορά δεν οδηγούν πουθενά.

«Αν έρχεσαι θα πεθαίνουμε λιγότερο» —

Ο στίχος είναι κοσμοποιητικός. Θα μπορούσε να σταθεί μόνος του σαν μανιφέστο. Έχει μια υπόσχεση ζωής μέσα από τη σύνδεση. Ίσως και μια προσευχή.«Οι ζητιάνοι της αγάπης / Που ήθελαν όλες τις ιστορίες λευκές». Κλείσιμο γυμνό, λιτό και τραγικό συγχρόνως. Η αγάπη, θαρρείς, ζητιανεύεται και η λευκότητα των ιστοριών είναι καθαρότητα ή ακυρωμένη γραφή. Σαν γράμμα που δεν στάλθηκε ποτέ. Γράφει ο Σταυρόπουλος: «αγεφύρωτες σαν κενό γράμμα». Το απόσπασμα αυτό, μαζί με τα δύο προηγούμενα, δείχνει ότι χτίζεται μια βαθιά ποιητική ενότητα γύρω από την απουσία, την ανάμνηση και την υπέρβαση.

XVIII.

Η ενότητα είναι μια συμπυκνωμένη κραυγή τρυφερότητας και θρυμματισμένου υποκειμένου, που αγγίζει την πιο οριακή μορφή μνήμης και σχέσης — εκείνη που παραμένει μόνιμα ανοιχτή πληγή, αλλά και τελετουργικό επανεφεύρεσης του άλλου μέσα από τη λέξη.

«Θα βρω όλο το λάθος / Στους βολβούς των ματιών σου / Θα το φυτέψω εκεί» —

Εδώ, το «λάθος» δεν είναι απλώς μια ενοχή ή αποτυχία — είναι ύλη, σπόρος, κάτι που μπορεί να ριζώσει μέσα στον άλλο. Είναι μια εσωτερική μετάλλαξη του βλέμματος, που αλλάζει πια για πάντα τη σχέση: αγάπη που στήνει παγίδες στο φως.

«Σε κάθε αθέατη εσοχή των Εξαρχείων / Θα διαβάζω ποίηση σε μετάφραση» —

Η αναφορά στα Εξάρχεια, χώρο φορτισμένο πολιτικά και υπαρξιακά, μαζί με την ποίηση σε μετάφραση, δηλώνει τον εκπατρισμό του ίδιου του νοήματος. Οι λέξεις, το σώμα, ο έρωτας μεταφράζονται, παρερμηνεύονται, χάνουν κάτι, αλλά εξακολουθούν να είναι τελετές εγγύτητας. Ανασκαφή και ανακατασκευή της μνήμης.

«Θα σε ξαναδιαβάσω / Με τις τελίτσες μιας επικίνδυνης αθωότητας» —

Ο ποιητής δηλώνει μια επανεξέταση της αγαπημένης, όχι μέσα από τις πληγές, αλλά μέσα από τα κενά — τις τελείες — που άφησε η σχέση. Η «επικίνδυνη αθωότητα» είναι εκείνη που ξαναμπαίνει στο ίδιο όνειρο, ξέροντας ότι θα καεί.

«Θα σε Νάξω / Με τα ασύμφορα δευτερόλεπτα των στιγμών» —

Πιθανόν αναφορά ιστορικού τόπου μνήμης που έχει χαράξει βιωμένες εμπειρίες και στιγμές. «Θα σε χωρέσω όλη σε μένα / Περισσεύοντας στο σώμα σου / Θρύψαλα από άγνωστο τσιμέντο αγάπης». Η αγάπη εδώ είναι ανολοκλήρωτη κατασκευή, ένα «τσιμέντο» χωρίς αρχιτέκτονα, που διαλύεται στα θρύψαλα μιας σχέσης που δεν μπορεί να στεγαστεί. Ο άλλος είναι πια ένας τόπος που δεν σε χωράει, ενώ εσύ παραμένεις ακίνητος σε εσένα, μήπως και μέσα από τη στασιμότητα υπάρξει έστω και μια υπόνοια παρουσίας του άλλου.

«Είμαι ιδιαίτερα επιρρεπής στις λέξεις» —

Η διαπίστωση – ομολογία της ευαλωτότητας ξεκινά με τρόπο αφοπλιστικό. Όχι: στις πράξεις, στα βλέμματα, στα σώματα, αλλά στις λέξεις. Είναι μια ύπαρξη που κινείται μέσα από την γλώσσα — ίσως και λόγω αυτής. Αυτό καθιστά τις επόμενες εικόνες εικόνες Αποκάλυψης, γιατί ο κόσμος δεν χτίζεται με βεβαιότητες, αλλά με ονόματα, που συνεχώς αλλάζουν νόημα.«Μοιράζοντας πράσινα και μπλε τριαντάφυλλα / Βαμμένα από σένα». Εδώ ο ποιητής αγγίζει το υπερρεαλιστικό: μπλε και πράσινα τριαντάφυλλα, σαν μια χειρονομία προσφοράς που δεν υπάρχει στη φύση, μια χειρογραφία αφοσίωσης. Είναι βαμμένα από τον ίδιο – ο έρωτας δίνει νέο χρώμα στο αδύνατο, ποιεί το μη-υπάρχον και μετά το σκορπίζει στους δρόμους. «Γεννήθηκε ξανά / Ο γενναίος καιρός». Τώρα ξεπροβάλλει ένας πυρηνικός μετασχηματισμός: ο χρόνος δεν είναι γραμμικός, αλλά ξαναγεννιέται με την παρουσία του άλλου. Δεν είναι τυχαία η επανάληψη του επιθέτου «αδίστακτος»: πεδιάδες και θάλασσες, τόποι απέραντοι, αλλά και ασύμβατοι με την τρυφερότητα. Το «νοητό» και το «γραμμένο» διασύρονται. Ο έρωτας ξεφεύγει από τη σκέψη και γίνεται ερείπιο σωμάτων.

«Αν μπορούσα θα εμφιάλωνα τα μι των ματιών σου» —

Αυτό είναι ποίηση που σχεδόν πονάει. Κόβει. Το «μι» (ήχος, συλλαβή, γράμμα, νότα) των ματιών δεν υπάρχει — ο ποιητής το επινοεί, ένα μι που το βλέπει μέσα από τα μάτια, πιθανόν αρχικό γράμμα γυναικείου ονόματος. Θέλει να το εγκλωβίσει, να το φέρει κοντά του, να το φοράει φυλαχτό. Είναι η πιο σαρκική, η πιο σωματική ποιητική μεταφορά της τρυφερότητας του ανήκειν: να γίνεσαι διακοσμητικός από κάτι που δεν ειπώθηκε ποτέ.«Κάθε φορά που το παράλογο φως / αποκτά ονοματεπώνυμο». Γίνεται μια υπαρξιακή ανατροπή: το φως δεν είναι πια ουδέτερο. Το φως τώρα ανήκει. Έχει «ταυτότητα», είναι κοινωνικό ον. Επομένως, το τοπίο δεν είναι ουδέτερο: ο έρωτας αλλάζει την ύλη. «...σαν ερείπιο ιστορικής σημασίας / Σε ακατάλληλη σχέση με την πραγματικότητα» Ίσως η πιο πολιτική στιγμή του ποιήματος. Η μνήμη, το σώμα, ο έρωτας, ακόμα και η κουλτούρα — είναι ερείπια. Μνημεία που δεν έχουν πού να σταθούν στον σημερινό κόσμο. Η συνείδηση είναι σαν να λέει: δεν υπάρχει πια τόπος για τα συν-αισθήματα, μόνο για εκθέματα, κορδέλες, εγκατάλειψη.

«Ενώ δημοσιεύεσαι / Όπως βιβλίο που εκδίδεται / Και μετά πεθαίνει / Πεθαίνω σαν βιβλίο» —

Οι στίχοι αυτοί λειτουργούν σαν λέξεις – πυροδότες. Ο άλλος δημοσιεύεται, εκτίθεται, γίνεται δημόσια εμπειρία. Μέσα από τα λόγια του ποιητή, ίσως χωρίς να το θέλει. Είναι ορατός, αλλά απών. Εκδίδεται και πεθαίνει. Τυπώνεται και τελειώνει.

Η σειρά δεν είναι τυχαία. Το XVII. έρχεται σαν η αφήγηση του αποτελέσματος. Μετά τη συναισθηματική απογύμνωση ακολουθεί η εκδίκηση της ευαισθησίας, η ανάγνωση του άλλου ως χαρτογράφηση, η ανάγκη να υπάρξεις στον εαυτό σου για να υπάρξει ο άλλος. Αυτό το τρίπτυχο (XIII – XVII) αποτελεί μια κλιμάκωση από το αρχέγονο και μυθικό (XIII), στο φαντασιακό και τελετουργικό (XIV–XV), για να καταλήξει στο τραγικό και βαθύτατα κοσμογονικό (XVI – XVII). Ο άλλος αποτυπώνεται ως ιστορικό γεγονός, κοσμική αναγκαιότητα, μεταφυσική σάρκα και γλωσσική υπόσταση. Το ποίημα δεν προσπαθεί να εξιδανικεύσει τον πόνο ή τη χαρά. Τους μετατρέπει (τους δυο) σε ποιητικό υλικό που επιβιώνει μέσα από το σώμα, τη λέξη, τη σιωπή και τη μνήμη.

XVIII – IXX.

Ο Σταύρος Σταυρόπουλος κινείται πλέον με την χαρακτηριστικά ιδιοσυγκρασιακή, σχεδόν παραισθητική γραφή του, φορτισμένη από έναν συναισθηματικό καταιγισμό που αναδύεται από την έλλειψη, τη μνήμη, τον πόνο και μια αποστασιοποιημένη εσωτερικότητα. Ο ουρανός προσωποποιείται· γίνεται καθρέφτης διαλόγου με τον άλλον. Η διάκριση ανάμεσα στο «αστείο» (το βλέμμα του άλλου) και στο «σοβαρό» (το βίωμα του εαυτού) ανοίγει έναν μονόλογο οδύνης και αυτοαναίρεσης, σαν ο ουρανός να είναι υπόγειος κι εμείς απλώς να δεχόμαστε την ειρωνεία του. Η φθορά του λόγου γίνεται αισθητή σε αυτή την τρομακτικά σκληρή εικόνα: ένας λόγος που έχει χάσει την όρασή του, που έχει περάσει από πολλά στόματα χωρίς να μεταφέρει καμιά αλήθεια.

«Δεν έχω μάθει ακόμα να ορθώνω το ανάστημά μου / Θα ήταν και επιζήμιο λόγω ύψους / Και ο χώρος δεν επαρκεί ποτέ» —

Αυτοσαρκασμός, αδυναμία, παραίτηση — όλα ειπωμένα με τη λογική της παραδοχής, αλλά και με μια υποδόρια ειρωνεία στη φόδρα. Κι όμως, η φωνή επιμένει: «Ξέρω μόνο να το ουρλιάζω». Το ουρλιαχτό δεν είναι απλώς εξωτερίκευση· είναι σχεδόν ιεροτελεστία: γίνεται πράξη επικοινωνίας, μια μορφή προσευχής. Η γνώση και η τέχνη δεν προσφέρουν έδαφος στον ήρωα-ποιητή του αποσπάσματος. Εκκρεμεί σε μια πλάνη, ανάμεσα σε πόλεις-φαντάσματα και ποτάμια που δεν είναι «τα γνωστά». Δεν αναζητά κάτι γεωγραφικό, αλλά υπαρξιακό. Η ανάγκη επικοινωνίας με το άψυχο — με τις φωτογραφίες — συνοδεύεται από ένα αίσθημα έκθεσης· το βλέμμα τους τον «καίει», ενώ εκείνος παγώνει. Πρόκειται για μια σύγχρονη ελεγεία με μεγάλο υπαρξιακό βάθος, δραματουργική ένταση και μεταφυσική της σιωπής.

XX.

Ο ποιητής συναντά το πρόσωπο που τον στοιχειώνει μέσα στον ύπνο του, αλλά η μορφή αυτή εμφανίζεται αλλοιωμένη, εφιαλτική: κρατά μαχαίρι, το στόμα του βγάζει το κεφάλι ενός μισοφαγωμένου ελαφιού. Ο ήχος της σειρήνας και η παραφωνία του τραγουδιού των Stones «Wild Horses» δημιουργούν μια αποσταθεροποιημένη ατμόσφαιρα. Το άλογο —σύμβολο δύναμης και ελευθερίας— ενσαρκώνεται στον άλλον, που μοιάζει πια απειλητικός, αλλά αδύναμος. Σαν όνειρο, λύκοι πλέκουν ένα ακάνθινο στεφάνι και του το φορούν, ενώ μύγες με τρία κεφάλια πετούν, θυμίζοντας τους μνηστήρες της Πηνελόπης — ίσως μια αναφορά στη μάχη για την ψυχή ή τη μνήμη του αγαπημένου προσώπου. Τα ποιήματα του Σεγκόβια και τα πρόσωπα του Πεσσόα εμπλέκονται σε μια ποιητική σύνθεση – σύγκρουση, σαν να παλεύουν ιδέες και φωνές μέσα του. Ο ποιητής νιώθει τυφλός, σαν τον Μπόρχες — βλέπει μόνο θραύσματα εφιαλτικής πραγματικότητας: κουκούλες, τραυματιοφορείς, κραυγές. Η μορφή του προσώπου που τον αφορά, η εξιδανικευμένη μορφή της γυναίκας έχει διαιρεθεί σε δύο κομμάτια που τώρα κάνουν παρέλαση «στο κέντρο του κόσμου», δείχνοντας πως η απώλεια και η θραύση της εικόνας του άλλου έχουν πάρει σχεδόν παγκόσμιες διαστάσεις.

XXI.

Ο ποιητής περιγράφει μια καθημερινή πράξη — το κατέβασμα των σκουπιδιών — που αποκτά υπαρξιακή και οντολογική διάσταση. Μέσα από αυτή την πράξη νιώθει πως κατεβάζει «ανθρώπους», όχι απλώς αντικείμενα. Οι μαύρες σακούλες γίνονται μεταφορά για την απαξίωση όλης της ανθρώπινης ύπαρξης, για το βάρος της απώλειας και της φθοράς που κουβαλά. Ο ίδιος φοβάται μην έρθει η στιγμή που θα «κατεβάσει» και τον ίδιο τον εαυτό του, δηλαδή την πιθανότητα να χαθεί μέσα σε αυτή την απορριπτική και αδηφάγα ροή της ζωής. Ονειρεύεται μια αντίσταση σε αυτήν τη μηχανική διαδικασία, να σταθεί μπροστά στον μπλε κάδο, μέσα σε μια κατάσταση «νεκροφάνειας», αντικρίζοντας το αγαπημένο πρόσωπο που λάμπει, ζωντανό, σαν νεογέννητο.

XXII.

Συγκλονιστικό και το τελευταίο μέρος από το συνθετικό ποίημα Θα σε δω ξανά στο άδοξο τέλος του Σταύρου Σταυρόπουλου. Πρόκειται για αποσπάσματα βαθιά βιωματικά, εξομολογητικά, σχεδόν μυστηριακά, μυσταγωγικά, που ολοκληρώνονται με μια σπαρακτική ηρεμία: σαν σιωπή που απλώνεται μετά από μια κοσμική ταραχή. Τα αποσπάσματα είναι υποβλητικά, χωρίς υπερβολές ή λυρισμούς, με φράσεις σύντομες, λιτές, που θυμίζουν περισσότερο μονόλογο σε εσωτερικό χρόνο, παρά ρητορική ποίηση. Άλλωστε ο Σταυρόπουλος απεχθάνεται τις ρητορείες. Η απογύμνωση της γλώσσας, η λιτότητα, υπογραμμίζουν την αποδοχή, τη φθορά, την κατασταλαγμένη δίψα. Ο λόγος μοιάζει τελετουργικός — είναι η σφραγίδα ενός κύκλου που κλείνει. Το τελευταίο μέρος του ποιήματος είναι η κορύφωση μιας μεγάλης διαδρομής μνήμης, θρήνου και αγάπης. Έχει κάτι το ανθρωπολογικά οικουμενικό — γιατί όλοι κάποτε αναμετριόμαστε με τα φαντάσματα του παρελθόντος, με τα πρόσωπα που χάσαμε, με τις ζωές που δεν ζήσαμε. Το ποίημα δεν εξιλεώνεται, δεν εξαγνίζει. Μόνο δηλώνει. Και αυτή η δήλωση είναι η πιο σπαρακτική: όλα τελειώνουν κάποτε. Κι αυτό είναι το μόνο που μένει. Η κορύφωση του ποιήματος συντελείται σ’ έναν τόνο ιερό και ήρεμο, σχεδόν απορροφημένο στη σιωπή του. Δεν υπάρχει εξιλέωση ούτε κάθαρση, όπως στις αρχαίες τραγωδίες, αλλά μια απλή δήλωση: όλα τελειώνουν. Η δύναμη του λόγου δεν έγκειται στο να υπερβεί την απώλεια, αλλά στο να την αποδεχθεί. Το «τέλος» δεν είναι μια έκρηξη, αλλά ένας ψίθυρος: μια μακρόσυρτη αποδοχή πως όσα δεν ζήσαμε μάς βαραίνουν εξίσου με όσα χάσαμε. Η γλώσσα, λιτή και πυκνή, λειτουργεί σαν πένθιμη ψαλμωδία — ένα «αντίγραφο» της αγάπης, της απουσίας, μιας ζωής που δεν ολοκληρώθηκε. Στην αποφώνηση «Τελειώνει / Τελείωσε / Τέλος», η επανάληψη δεν είναι απλώς ρητορική: είναι η πάλη της μνήμης με την αποδοχή, μια εσωτερική τελετή αποχαιρετισμού. Όμως, κι αυτό το τέλος, με όλη τη σιγουριά του, μοιάζει εύθραυστο. Έωλο, διεκδικήσιμο. Γιατί όσο υπάρχει μνήμη τίποτα δεν τελειώνει στ’ αλήθεια. Το τέλος γίνεται η αρχή ή ενώνεται με την αρχή. «Θα σε δω ξανά». Βεβαιότητα που σοκάρει.

Το Θα σε δω ξανά στο άδοξο τέλος μπορεί να διαβαστεί ως ένας βαθιά υπαρξιακός και στοχαστικός επίλογος (;) της Θεογονίας του Σταύρου Σταυρόπουλου, ενός έργου σε συνέχειες που η γυναίκα γίνεται σύμπαν, δημιουργία και αρχή των πάντων. Αν η Κοσμογονία συγκροτεί τον ποιητικό μύθο της γέννησης του κόσμου μέσα από την ένωση, τον έρωτα και την παρουσία της Κόσμου, της Γυναίκας- Οντολογίας, τότε αυτό το παρόν βιβλίο μοιάζει να κλείνει αυτόν τον κύκλο με μια διφορούμενη, σχεδόν μεταφυσική σιγή: το «Άδοξο Τέλος» δεν είναι ήττα, αλλά καθαρή επιστροφή στην ουσία, εκεί όπου τα λόγια τελειώνουν και απομένει μόνο η μνήμη. Το ποιητικό υποκείμενο δεν αποχαιρετά απλώς μια ένωση, αλλά τον ίδιο τον κόσμο που χτίστηκε πάνω της. Και μέσα σε αυτή τη γυμνή παραδοχή του Σταυρόπουλου, αναδύεται μια σιωπηλή υπόσχεση: ότι θα συμβεί ξανά, πάλι, όχι στην διάρκεια, αλλά στην τελείωση του· εκεί όπου όλα χάνονται για να ξαναγίνουν αληθινά.

Απόσπασμα από το βιβλίο:

 

VIII.

Κι έπειτα μου είπαν
Ότι θα έπρεπε να είμαι το έργο
Να συνεχίσω να είμαι το έργο
Χωρίς εμένα αλλά με θεατές
Γιατί κάθε άνθρωπος είναι το έργο
Χωρίς τον άνθρωπο
Και κάθε άνθρωπος προσφεύγει μόνο στο έργο
Που είναι αυτός με θεατές
Χωρίς να είναι άνθρωπος

Τότε συνέβη
Το ανήκουστο
Αυτό που δεν υποφέρεται
Που προεξέχει του ανθρώπινου

Σαν τα εξογκώματα στη ράχη ενός κροκόδειλου
Σαν τα ξέφτια μιας σημαίας
Που ανήκε σε άλλη χώρα
Και την οικειοποιήθηκαν
Σαν τα γραμματολογικά λάθη
Που έκρυβαν με επιμέλεια φιλολόγου μέσα τους
Για να μην είναι ορατά τα επίθετα
Και να μένουν οι λέξεις Ομηρικές
Δύσκολες καταπακτές θανάτου
Απαλλαγμένες από ερμηνεία
Εκ γενετής νεκρές

Έτσι συνέβη
Και συνέβη ξανά
Και ξανά
Και με απέκλεισαν
Μέχρι να σκεφτώ ότι είναι σημαντικότερο
Να παραμένεις άνθρωπος
Απ’ το να παραμένεις ζωντανός
Μέχρι να πεθάνω
Χωρίς υποσημειώσεις
Να πεθάνει το χρυσάφι της ζωής μέσα μου
Και να μείνω ακίνητος
Σαν βάλτος
Να ταιριάζουν τα νερά και τα χνώτα μας
Να εφάπτεται το βρώμικο με το καθαρό
Και να μη νοιώθω

Ούτε πόνο
Ούτε θλίψη

Μόνο μια αρρώστια εκμεταλλεύσιμη

Να μην νοιώθω
Έτσι ξεβαμμένος
Σαν μια αόρατη κλωστή
Στον θρόνο του χρόνου
Πόσο χρώμα χάθηκε
Πάνω σε σώματα
Σε χαρτιά
Σε σεντόνια

Να μην νοιώθω
Πόσο αναντικατάστατο αύριο
Κατοικήθηκε από μένα
Για να δώσει αύριο σε άλλους
Ήρωες εξολοθρευτές
Με επαναληπτικά όπλα

Όμορφους σαν το βλέμμα σου

⸙⸙⸙

[*Η Σοφία Πλακούδη είναι ζωγράφος. Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Όλες οι φωτογραφίες (πλην της τελευταίας) είναι του ©André Kertész. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου όγδοου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη