Μαρία Ν. Ψάχου (Φιλολογική Επιμέλεια – Επίμετρο), Ρένα Χατζηδάκη του Μύρωνα. Ποιήματα – Μεταφράσεις, Εκδόσεις Τεύθις, Αθήνα 2025.
«Ανοίγω την Κατάσταση Πολιορκίας. Την ξέρω απέξω, όμως την ανοίγω. Δεύτερη έκδοση. Του ’91. (Κάπου αλλού θα ’χω φυλάξει και την πρώτη, αλλά πού;) Διαβάζω και ξαναδιαβάζω. Είναι τεράστιο αυτό το ποίημα. Εκτυφλωτικό. Σημάδεψε και τη γενιά μου, κι άλλες. Ξέρω καλά πως με σημάδεψε κι εμένα. Μετρώ το χρόνο ανάποδα. Το ’68 που το ’γραψε η Ρένα ήταν, πόσων χρονών. Είκοσι πέντε. Και ήρθε και τα σάρωσε όλα με μια έκρηξη». [1]
Η ποιήτρια Τζένη Μαστοράκη διερμηνεύει με τα λόγια της τα συναισθήματα και των επόμενων γενεών που διάβασαν και άκουσαν πολλές φορές συνωμοτικά την Κατάσταση Πολιορκίας της Ρένας Χατζηδάκη, το σπαρακτικό ποίημα που μετέφερε τη δραματικότητα των ιστορικών στιγμών, όπως και άλλες μελοποιήσεις του Θεοδωράκη, κρυμμένες επιμελώς σε πατάρια και στρώματα, σε μια εποχή που απέπνεε τρόμο.
Η Ρένα Χατζηδάκη, ένας μικρός μύθος. Το παιδί-θαύμα με την πρώτη ποιητική συλλογή στα δεκαπέντε, η μαθήτρια του Κοραή με τη μελέτη για τον Παλαμά που εντυπωσίασε, η Μαρίνα των φοιτητικών μας χρόνων που μας συγκίνησε, η κόρη της Λιλής και του κυρίου Μύρου [2]. Γεννήθηκε στις Γερμανικές φυλακές της Αγιάς, στα Χανιά, στις 18-7-1943 («εκ γενετής πολιτική κρατούμενη» θα πει), και πνίγηκε κολυμπώντας στη Τζια τον Αύγουστο του 2003.
Ήταν η μοναχοκόρη της συγγραφέως Λιλής Ζωγράφου και του λόγιου δικηγόρου Μύρωνα Χατζηδάκη. Παρουσιάστηκε στα γράμματα με ποιήματά της στα τέλη της δεκαετίας του 1950. Αργότερα δημοσιεύει στην Επιθεώρηση Τέχνης, στην Πανσπουδαστική και σε άλλα έντυπα. Συνεργάστηκε με εκδότες περιοδικών και βιβλίων ως μεταφράστρια, επιμελήτρια εκδόσεων, κριτικός, αρθρογράφος. Τον Οκτώβρη του 1967 συλλαμβάνεται από τη δικτατορία, μεταφέρεται στη Γενική Ασφάλεια Αθηνών και ακολούθως στις Γυναικείες Φυλακές Αβέρωφ, όπου παρέμεινε ως υπόδικη έως τον Μάρτιο του 1968. Εδώ, κάτω από άθλιες συνθήκες για την ανθρώπινη ζωή και αξιοπρέπεια, συνέθεσε αρκετά ποιήματα, τα οποία κατέστρεφε. Η Κατάσταση Πολιορκίας (τρεις από τις πέντε ενότητες) σώθηκε από αντιγραφή της συγκρατούμενής της Σύλβας Ακρίτα, έφτασε, άγνωστο πώς, στον Μίκη Θεοδωράκη και μελοποιήθηκε με το ψευδώνυμο Μαρίνα [3]. Κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1974 από τις εκδόσεις Ολκός και, σε δεύτερη έκδοση, το 1990 από τον Γαβριηλίδη, με σύμφωνη γνώμη της ποιήτριας.
Αυτά και άλλα πολλά μαθαίνουμε από το βιβλίο Ρένα Χατζηδάκη του Μύρωνα. Ποιήματα – Μεταφράσεις, με επιμέλεια και επίμετρο της Μαρίας Ν. Ψάχου, για την ποιήτρια, ψυχαναλύτρια και διανοούμενη Ρένα Χατζηδάκη. Η έκδοση έρχεται να συμπληρώσει ένα σημαντικό βιβλιογραφικό κενό. Το λογοτεχνικό και μεταφραστικό έργο της Ρένας Χατζηδάκη, της Μαρίνας της Κατάστασης Πολιορκίας, έχει προ πολλού εξαντληθεί εκδοτικά, ενώ από τις έγκυρες Ανθολογίες Ποίησης η ποιήτρια απουσιάζει. Πέρα από τα αφιερωματικά τεύχη των περιοδικών Οδός Πανός [4] και Μανδραγόρας [5] ελάχιστες αναφορές συναντά κανείς για τη ζωή και το έργο της. Το βιβλίο της Μαρίας Ψάχου μας δίνει λοιπόν τη δυνατότητα να διαβάσουμε και να χαρούμε ξανά το έργο μιας σημαντικής μορφής της μεταπολεμικής λογοτεχνίας μας και επανασυστήνει τη λογοτέχνιδα στους νεότερους αναγνώστες.
Με υποδειγματική φιλολογική φροντίδα η Ψάχου συγκεντρώνει, σε έναν ευσύνοπτο και χρηστικό τόμο, το ποιητικό και μεταφραστικό έργο της Χατζηδάκη, αλιευμένο από το αρχείο της ποιήτριας και από δημοσιεύσεις στον περιοδικό τύπο. «Δυστυχώς δεν κατέστη δυνατό να εντοπιστεί το σύνολο του αρχείου της [Χατζηδάκη], με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή, για την ώρα, η επίτευξη της εκδοτικής πληρότητας» [6], σημειώνει, με επιστημονική εντιμότητα. Είναι εμφανής, ωστόσο, η συνεπής και διαρκής στόχευσή της στην εγκυρότητα των κειμένων τα οποία παρουσιάζονται και στην αξιοποίηση όλων των υπαρκτών τεκμηρίων. Κυρίως, του αρχείου της ποιήτριας και των δύο αφιερωμάτων από τα περιοδικά Οδός Πανός και Μανδραγόρας.

Στον τόμο περιλαμβάνονται τα νεανικά ποιήματα της Ρένας Χατζηδάκη του 1958, η Κατάσταση Πολιορκίας, βασισμένη στην έκδοση Γαβριηλίδη του 1990, για πρώτη φορά η μετάφραση του δοκιμίου «Μαύρος Ορφέας» του Σαρτρ από τα γαλλικά, η «Μικρή ανθολογία της νέγρικης ποίησης», δημοσιευμένη το 1965 στην Επιθεώρηση Τέχνης, η αλληλογραφία της Ρένας Χατζηδάκη με τον ανθολόγο της νέγρικης ποίησης Λεοπόλδο Σεντάρ-Σενγκόρ, ανέκδοτα ποιήματα και πεζά της ποιήτριας, το ποιητικό αφήγημα «Τα κύκλεια ερείπια – Το μεταφυσικό κουτσό», ο χαιρετισμός της επιστήθιας φίλης τής Χατζηδάκη Βαρβάρας Δεληβοριά και το πυκνό και εξαιρετικά σημαντικό «Επίμετρο» της επιμελήτριας που αναπτύσσεται σε δύο κεφάλαια: «Σημείωμα για την έκδοση» και «Ενοποιώντας τη ζωή της… Για την ποιήτρια Ρένα Χατζηδάκη».
Το Επίμετρο, με τρόπο συστηματικό και λόγο ευθύβολο, παρέχει πληροφορίες για την έκδοση και κρίσεις για το έργο. Υιοθετεί και υλοποιεί την πρόθεση της ποιήτριας «να ενοποιήσει τη ζωή της», με συγκατοίκηση ποιητικού και μεταφραστικού έργου, από το μακρινό 1958 και τη νεανική ποιητική συλλογή, έως το αδημοσίευτο ποιητικό αφήγημα «Τα κύκλεια ερείπια – Το μεταφυσικό κουτσό», που γράφτηκε, όπως εκτιμάται, γύρω στο 2000. Τα στοχευμένα ερμηνευτικά σχόλια της επιμελήτριας φωτίζουν αναδρομικά το έργο και ανοίγουν ενδιαφέροντα θέματα.
Για την παρουσίαση των έργων έχει επιλεγεί η χρονολογική σειρά συγγραφής τους. Η συγκεκριμένη εκδοτική επιλογή παρέχει στον αναγνώστη τη δυνατότητα να διερμηνεύσει την ιδεολογική διαδρομή της ποιήτριας η οποία καθόρισε τις αισθητικές αναζητήσεις και επιλογές της. Παρακολουθούμε τις έντονες πνευματικές και συνειδησιακές ανησυχίες, τη «δραματική εσωτερική περιπέτεια πρόωρης ωριμότητας» [7], το απρόσμενο πνευματικό βάθος και την έντονη εσωτερικότητα της δεκαπεντάχρονης ποιήτριας, την ευαισθησία με την οποία η τελευταία αποδίδει τον αντιφατικό ψυχισμό, την αντισυμβατικότητα και την ορμητικότητά της. Η επιμελήτρια προσλαμβάνει με κριτική οξύνοια την «επώδυνη υπαρξιακή καταβύθιση αυτοπροσδιορισμού» με την οποία η νεαρή ποιήτρια ξεκινά: «Κυττάω, αγαπημένο, στον καθρέφτη / (για την ανύπαρχτη ύπαρξή μου να πεισθώ) / μα τίποτα δε βλέπω… δεν μου στέλνει / πίσω ο καθρέφτης την εικόνα μου / (αυτό ’ναι για τους ζωντανούς προνόμιο)…» [8]. Προβάλλει τη νεανική της πρόθεση να ανατρέψει στερεότυπα, τη λαχτάρα της για ουρανό, τη διάχυτη θλίψη μιας πονεμένης νεότητας.
Η Μαρία Ψάχου εστιάζει (δικαίως) στην εμβληματική Κατάσταση Πολιορκίας, στο συνθετικό ποίημα-ποταμό, το οποίο γράφτηκε τον Φλεβάρη του 1968, ένα «οντολογικό ξέσπασμα» και ταυτόχρονα ένας τρόπος «επιβίωσης», όπως το χαρακτηρίζει η ποιήτρια [9]. Σχολιάζει την έκδοση, τη μελοποίηση, την κριτική υποδοχή της, τον δισταγμό της Ρένας Χατζηδάκη, της «χαμηλόφωνης, διακριτικής και συνάμα δυναμικής και δραστήριας» ψυχοθεραπεύτριας, με το λαμπρό επιστημονικό έργο, σχετικά με τη δημοσιότητα. Ακόμη, την επιλογή της εκδοτικής σιωπής της ως έκφραση ποιητικής ηθικής, τη συνεπή πολιτική στάση τής «πραγματικής αριστερής ιδεολόγου», τη μοναχική της περιπλάνηση στον πολιτικό χώρο αλλά και την προσωπική οντολογική της περιπέτεια.

Δημοσιεύοντας και σχολιάζοντας τα ποιήματα της Ρένας Χατζηδάκη η Μαρία Ψάχου αποκαλύπτει τη γνησιότητα του αισθήματος που υπόκειται στους στίχους αυτούς, σε μια ποίηση λιτή και εύστοχη, φωτίζει το βιωματικό υπόστρωμα της γραφής της, τη γήινη υπαρξιακή αγωνία που τη συνέχει, τη συμπλοκή του τραύματος της εμπειρίας τής ύπαρξης με εκείνο της Ιστορίας. Βλέπει την Κατάσταση Πολιορκίας, μέσα στα ιστορικά της συμφραζόμενα, ως «πράξη ελευθερίας και λυτρωτική επιλογή ηθικής ποιότητας στην απανθρωπιά της δικτατορίας» [10], αλλά και ως διαχρονική ανθρώπινη ανάγκη για αγάπη και επαφή ανθρώπινη, ως παραμυθία στη μοναξιά, στον φόβο, στην αδιαφορία. Μια σύνθεση που «τραντάζει τη ζωή με τη γλώσσα τούτη του θανάτου» [11], που θέτει στο κέντρο της τον δοκιμαζόμενο σε κάθε εποχή άνθρωπο και επαναπροσδιορίζει τον κοινωνικό χαρακτήρα της τέχνης.
Οι παρατηρήσεις του τύπου αυτού, στο κατατοπιστικό «Επίμετρο», αποκτούν ιδιαίτερη σπουδαιότητα, καθώς υπερβαίνουν στερεοτυπικές αντιλήψεις περί «αγωνιστικής-κοινωνικής» ποίησης και βοηθούν τον αναγνώστη να εμβαθύνει στο έργο. Γράφει η Μαρία Ψάχου:
Η Κατάσταση Πολιορκίας είναι […] η έμπρακτη απόδειξη της καίριας θέσης που μπορεί να έχει η ποίηση στη ζωή μας, την οποία [η Ρένα Χατζηδάκη] κληροδοτεί στις επόμενες γενιές. Μολονότι σφραγίστηκε από μια ιστορική συγκυρία, κι ίσως εγκλωβίστηκε σ’ αυτήν και λόγω της μελοποίησής της, έχει τη δύναμη να διαπεράσει τα δεσμά του χρόνου και να ταξιδεύσει πέρα και πάνω από αυτήν –αυτό άλλωστε αποτελεί εγγενές χαρακτηριστικό του ποιητικού λόγου– χωρίς ωστόσο να την υποτιμά. Η Ιστορία είναι η αφορμή, ο λόγος όμως της ποιητικής της γραφής είναι ο δοκιμαζόμενος άνθρωπος. [12]
Η επιμελήτρια, βαθύτατη γνώστρια των μεταπολεμικών ποιητικών ζητημάτων [13], συνεχίζει:
Η Ρένα Χατζηδάκη διαλέγει να μιλήσει για τη στέρηση και την απώλεια που επιβάλλει η ανελευθερία και η βία. Συμμετέχει καθοριστικά στον τρόπο που μετασχηματίζεται δραστικά η έννοια του πολιτικού στη μεταπολεμική ποίηση εντάσσοντάς την μέσα σε μια νέα, ευρύτερη οντολογική συνθήκη. Ταυτίζοντας τη ζωή με τον έρωτα, γράφοντας ουσιαστικά ένα ερωτικό γράμμα προς τον αγαπημένο, διατηρεί πρωτίστως την ταυτότητά της ως ευαίσθητος σκεπτόμενος άνθρωπος και διαφυλάσσει ό,τι θέλει κάθε καταπιεστικό σύστημα να συντρίψει, τη δύναμη να αισθάνεται και να εκφράζεται, να μην ξεχνά τι σημαίνει να ζεις ακόμα κι όταν στο στερούν. Αποδεικνύεται μια σύγχρονη ελεύθερη πολιορκημένη δημιουργώντας ένα έργο προοπτικής που ακουμπά και σε σύγχρονες μορφές πολιορκίας. [14]
Η ποιήτρια, σύμφωνα με την Ψάχου, μιλώντας για τα αθέατα βιώματα των ιστορικών συγκυριών, καθιστά πολιτική πράξη την καταγγελία κάθε μορφής ανθρώπινης στέρησης. Η Κατάσταση Πολιορκίας δεν ήταν απλώς η ιστορικά καθορισμένη στέρηση της ελευθερίας, η αίσθηση μιας διαρκούς εμπειρίας θανάτου· ήταν η στέρηση των ονείρων ενός νέου ανθρώπου αλλά και όλων όσων διαλέγουν να ονειρεύονται. Ένα πολύτιμο «σφραγισμένο μήνυμα» στις επόμενες γενιές.
Η επιμελήτρια σχολιάζει και το μεταφραστικό έργο της ποιήτριας. Προσλαμβάνει τη μετάφραση του δοκιμίου «Μαύρος Ορφέας» του Ζαν Πωλ Σαρτρ ως «μια στοχαστική προσέγγιση» του Σαρτρ στην ποίηση της νεγροσύνης [15] και φωτίζει τους λόγους που οδήγησαν στη μετάφραση αυτή. Πρόκειται για την Εισαγωγή του Σαρτρ στην «Ανθολογία της καινούριας Νέγρικης και Μαδαγασκαρικής ποίησης» του Σενγκόρ (1948), την οποία η Ρένα Χατζηδάκη έβλεπε ως πολιτική πράξη που έφερνε στο προσκήνιο τη συμβολή των νέγρων στην ευρωπαϊκή κουλτούρα.
Το ποιητικό αφήγημα «Τα κύκλεια ερείπια – Το μεταφυσικό κουτσό» παρουσιάζει, σύμφωνα με την επιμελήτρια, ιδιαίτερο ειδολογικό ενδιαφέρον. Είναι μια νέα, ξεχωριστή ποιητική απόπειρα που «διευρύνει το πεδίο των υπαρξιακών καταβυθίσεων σε τοπία εφιαλτικά» [16], αντίδραση του ανθρώπινου προσώπου «σε έναν πολιτισμό ιατρικού φασισμού με την επίφαση του ουμανισμού και του ορθολογισμού» (έκφραση της ποιήτριας) που «αναδεικνύει τον παραλογισμό των σύγχρονων κοινωνιών και τα πολλαπλά ψυχικά αδιέξοδα των ανυπεράσπιστων μοναχικών ανθρώπων» [17].

Η Μαρία Ν. Ψάχου, με απόλυτη επιστημονική τεκμηρίωση, με σεμνότητα και σπάνιο ήθος γραφής, με γλώσσα λεπτουργημένη, λιτή και ευθύβολη, λόγο επίχαρι, ακριβό και καίριο, με στέρεη συλλογιστική, μας παραδίδει ένα υψηλής αισθητικής και επιστημονικής αξίας έργο. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του έργου αυτού είναι οι θερμοί ανθρώπινοι τόνοι και η αγάπη, πίσω από τη σοβαρότητα, με την οποία υποδέχεται την ποιήτρια. Φαίνεται ότι η ποιητική πρόθεση της Ρένας Χατζηδάκη, της τραγικής ποιήτριας που την πήραν πρόωρα τα κύματα, να υπερασπίζεται με το έργο της «τα ασθενή, τα πλέον ανυπεράσπιστα του κόσμου»[18] βρίσκει σύμφωνη την επιμελήτρια. Η θέρμη με την οποία η τελευταία δεξιώνεται το έργο, η αγάπη και το ενδιαφέρον με το οποίο σκύβει πάνω σ’ αυτό, έχουν ως αποτέλεσμα ένα καθ’ όλα άρτιο βιβλίο για μια λησμονημένη ποιήτρια, για έναν υπέροχο άνθρωπο και μια σπάνιας υφής διανοούμενη. Μια ευτυχής συνύπαρξη ποιήτριας-ερευνήτριας.
Η λαμπρή εργασία αποκτά ιδιαίτερη φιλολογική αξία επαναφέροντας στο προσκήνιο ένα έργο σημαντικό και εγείρει, ταυτόχρονα, κατά την άποψή μου, αξιώσεις ενός μεταφορικού συστήματος για την κατανόηση του κόσμου, των ποικιλώνυμων καταστάσεων πολιορκίας του σήμερα, αλλά και μιας ηθικής υποθήκης, που ευαγγελίζεται τη δυνατότητα της ανθρωπότητας «να αναρρώσει», όπως προσδοκούσε ο Μπωντλαίρ, να ανακτήσει τη δύναμη της γνώσης των πραγμάτων, τη δύσκολη κατανόηση του προσώπου. Να λαχταρά και να ατενίζει έναν ουρανό «που να σ’ αφήνει ν’ ανασαίνεις, / επιτέλους, να σε κάνει να ονειρεύεσαι» [19].
Σημειώσεις
1. Τζένη Μαστοράκη, «Ρενάκι», περ. Οδός Πανός. Εργοτάξιο Εξαιρετικών Αισθημάτων [αφιέρωμα: Ρένα Χατζηδάκη, η Μαρίνα της Κατάστασης Πολιορκίας], τχ. 128, Απρίλιος-Ιούνιος 2005, σ. 2-6: 2.
2. Βλ. Λένα Τζεδάκη – Αποστολάκη, «Σκόρπιες εικόνες», Οδός Πανός. Εργοτάξιο Εξαιρετικών Αισθημάτων, ό.π., σ. 35-36.
3. Βλ. αναλυτικά, Γιώργος Μπαλούρδος, «Ρένα Χατζηδάκη: Κατάσταση Πολιορκίας», Οδός Πανός. Εργοτάξιο Εξαιρετικών Αισθημάτων, ό.π., σ. 41-44.
4. Βλ. Οδός Πανός. Εργοτάξιο Εξαιρετικών Αισθημάτων, ό.π.
5. Μανδραγόρας, τχ. 44, Αφιέρωμα Ρένα Χατζηδάκη 1943-2003 (επιμ. Νίκος Ι. Χουρδάκης), Μάιος 2011.
6. Μαρία Ν. Ψάχου [Φιλολογική Επιμέλεια – Επίμετρο], Ρένα Χατζηδάκη του Μύρωνα. Ποιήματα – Μεταφράσεις, Τεύθις, Αθήνα 2025, σ. 209-210.
7. Ό.π., σ. 246.
8. Ό.π., σ. 247. (Οι στίχοι από το νεανικό ποίημα της Ρένας Χατζηδάκη «Έφυγες αγαπημένο», στο Μαρία Ν. Ψάχου, ό.π., σ. 11).
9.Ό.π., σ. 239 και 245.
10.Ό.π., σ. 250.
11. Ό.π., σ. 251. Η ποιήτρια, κατά το εμπειρίκιο, «έκανε οίστρο της ζωής τον πόνο του θανάτου» («Εις την Οδόν των Φιλελλήνων», Οκτάνα, Άγρα, 1980).
12. Ό.π., σ. 251.
13. Βλ. Μαρία Ν. Ψάχου, Η ποιητική γενιά του ’70. Ιδεολογική και αισθητική διερεύνηση, Διδακτορική Διατριβή, Ιωάννινα 2011 (υπό έκδοση).
14. Βλ. Μαρία Ν. Ψάχου [Φιλολογική Επιμέλεια – Επίμετρο], Ρένα Χατζηδάκη του Μύρωνα. Ποιήματα – Μεταφράσεις, ό.π., σ. 251-253.
15. Βλ. ό.π., σ. 229 και 253.
16. Ό.π., σ. 259.
17. Ό.π., σ. 259-260.
18. Λάμπης Καψετάκης, «Λογική λατρεία», Το ραγισμένο νερό και άλλα ποιήματα, Τυπωθήτω – Λάλον ύδωρ, Αθήνα 2015, σ. 19.
19. Ρένα Χατζηδάκη, «Τρεις πρόλογοι κι ένας επίλογος», στο Μαρία Ν. Ψάχου, ό.π., σ. 192 και 256.
⸙⸙⸙
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: ©Robert Häusser. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου όγδοου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]








