Jan-Luc Nancy, Ο παρείσακτος, μτφρ. Πάνος Αγγελόπουλος, Petites Maisons 2020.
και
Ilarie Voronca, Η εξομολόγηση μιας πλαστής ψυχής, μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης, Ποταμός, 2026.
Είμαστε εργαστήρια πειραμάτων, χώρες μετανάστευσης, φορείς και ποιητές μιας νέας φωτιάς.
Jan-Luc Nancy
Το 2015, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του IFA, ο πολύ σημαντικός Γάλλος φιλόσοφος Jean-Luc Nancy (1940-2021) έδινε διάλεξη για το Είναι, το Ενδόμυχο και το Πολιτικό. Πολλοί/-ές στο ακροατήριο αγνοούσαν ότι από τις αρχές του 1990 είχε υποβληθεί σε μεταμόσχευση καρδιάς και έδινε παράλληλα έναν συνεχή αγώνα με τον καρκίνο που είχε εμφανιστεί όσο ήταν ανοσοκατασταλμένος μετά τη χειρουργική επέμβαση. Ωστόσο, αυτή η προσωπική περιπέτεια, που καθόρισε σε σημαντικό βαθμό τη φιλοσοφική του σκέψη, είχε ήδη οδηγήσει στη γραφή του εμβληματικού του έργου L’intrus (ο «εισβολέας» – ο «παρείσακτος») που ήταν άγνωστο στο μη γαλλόφωνο ελληνικό κοινό. Το φιλοσοφικό αυτό δοκίμιο κυκλοφορεί από το 2020 μεταφρασμένο στα ελληνικά από τις εκδόσεις Petites Maisons (μτφρ Πάνος Αγγελόπουλος). Σε αυτό το έργο ο Jean-Luc Nancy, με αφορμή την προσωπική τραυματική εμπειρία της ασθένειας, εξομολογείται την περιπέτειά του χωρίς να εκπίπτει σε μελοδραματισμό και αναλύει έννοιες καθοριστικές στο έργο του όπως η ευαλωτότητα, η ετερότητα και η ρευστότητα της ταυτότητας.
Μετά τη επιτυχή μεταμόσχευση στην οποία υπεβλήθη, εντός του σώματός του βρίσκεται η καρδιά κάποιου άλλου ανθρώπινου όντος, στο οποίο αναγνωρίζει ότι οφείλει την παράταση του βίου του. Η παράταση αυτή, όμως, εξασφαλίζει έναν αξιοβίωτο βίο; Η ετερότητα εντός του γίνεται ο άξονας ώστε η προσωπική περιπέτεια υγείας να γίνει φιλοσοφικό δοκίμιο για τον διαρκή διάλογο του Εγώ με ένα σώμα πάσχον αλλά και ρευστό, που υπόκειται σε αιφνίδιες αλλαγές, αλλαγές που οδηγούν σε αναστοχασμό σχετικά με την ευαλωτότητα, το νόημα της ύπαρξης και τη ρευστότητα της ταυτότητας αλλά και τη διαρκή ανάγκη ετοιμότητας υποδοχής του «ξένου».
Όπως και στη διάλεξη του IFA, έτσι και στο συγκεκριμένο φιλοσοφικό δοκίμιο, ο Jean-Luc Nancy εξακτινώνει τις σκέψεις του από το Ενδόμυχο στη σφαίρα του Πολιτικού. Η ξένη καρδιά που «εισβάλλει» στο ασθενές σώμα του υποκειμένου και το καθιστά εκ νέου λειτουργικό αλληγορικά γίνεται η «μεταμόσχευση» ανθρώπινου δυναμικού –μέσω των προσφυγικών και μεταναστευτικών ροών– στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Πάντα πολιτικός ο πυρήνας της φιλοσοφικής του σκέψης συνδέει τα υπαρξιακά ζητήματα με τους αναγκαίους όρους λειτουργίας της πολιτικής κοινότητας. Δεν είναι τυχαίο ότι η βαθιά εξομολόγηση του δοκιμίου με τίτλο L’intrus όπου εμφαντικά τονίζεται ότι ο αποκλεισμός της ετερότητας σε οριακές περιόδους, στις οποίες ένα νέο «κατώφλι» βρίσκεται εκεί και αναμένει τη διάσχισή του, μπορεί να οδηγήσει με μαθηματικό τρόπο στον θάνατο, γράφεται σε μια περίοδο (2000) κατά την οποία η Ευρώπη προσπαθούσε να αναχαιτίσει τους «εισβολείς», τους μετανάστες που –ως «παρείσακτοι»– κατέκλυζαν τα όριά της και οδηγούσαν σε μέτρα αυστηροποίησης της συνοριακής της φύλαξης.

Ο παρείσακτος εισδύει διά της βίας, αιφνιδιαστικά ή ύπουλα, σε κάθε περίπτωση χωρίς να το δικαιούται και χωρίς να έχει γίνει εκ των προτέρων δεκτός. Στον ξένο πρέπει να υπάρχει ο παρείσακτος, ειδάλλως χάνει την ξενότητά του. Αν έχει ήδη δικαίωμα εισόδου και παραμονής, αν τυγχάνει αναμονής και αποδοχής χωρίς τίποτα από αυτόν να παραμένει απρόσμενο και απορριπτέο, δεν είναι πια παρείσακτος, αλλά δεν είναι πια ούτε ξένος. Έτσι, δεν είναι ούτε λογικά παραδεκτό ούτε ηθικά αποδεκτό να αποκλειστεί κάθε παρείσφρηση κατά τη έλευση του ξένου. (σελ.11).
Ο Nancy, σε συνεχή διάλογο με τις θέσεις περί φιλοξενίας του Derrida, τονίζει ότι η έκθεση στην ετερότητα και η φιλοξενία είναι μονόδρομος επιβίωσης, βασιζόμενος πλέον όχι μόνο σε φιλοσοφικές θεωρίες/ θέσεις αλλά και στο προσωπικό παράδειγμα που προέκυψε από την περιπέτεια υγείας του.
Η καρδιά μου γινόταν ο ξένος μου: ξένος γιατί ακριβώς ήταν μέσα μου. Η ξενότητα δεν έμελλε να έρθει από έξω παρά γιατί είχε αναδυθεί κατ’ αρχάς έσωθεν. (σελ.17)
και
Ο παρείσακτος βρίσκεται μέσα μου και εγώ γίνομαι ξένος στον ίδιο μου τον εαυτό.
(σελ.31)
Βέβαια, η μεταμόσχευση καρδιάς και η συνακόλουθη παράταση του βίου του οφείλεται όχι μόνο στην αποδοχή της από το ίδιο το υποκείμενο αλλά, κυρίως, στην επιστημονική πρόοδο που επιτρέπει πλέον τέτοιες αδιανόητες στο παρελθόν, επεμβάσεις στο ανθρώπινο σώμα. Ο Nancy χαρακτηριστικά αναφέρει:
Στην πραγματικότητα είμαστε μαζί με όλους τους ομοίους μου που ολοένα πληθαίνουν, οι αρχές μιας μετάλλαξης: Ο άνθρωπος ξαναρχίζει να υπερβαίνει απείρως τον άνθρωπο (αυτό ήθελε πάντα να πει ο «θάνατος του Θεού», σε όλες τις πιθανές σημασίες του). Γίνεται αυτό ακριβώς που είναι: ο πιο τρομακτικός και ο πιο φοβερός τεχνίτης, όπως δήλωνε ο Σοφοκλής πριν από εικοσιπέντε αιώνες, αυτός που εκφυλίζει και ξαναφτιάχνει τη φύση, που αναδημιουργεί τη δημιουργία, που την εξάγει από το τίποτα και που, ίσως, την οδηγεί εκ νέου στο τίποτα. Αυτός που είναι ικανός για την απαρχή και για το τέλος. (σελ. 43)
Ο Jan-Luc Nancy στο φιλοσοφικό του δοκίμιο μάς τονίζει ότι ο «παρείσακτος» δεν είναι ένας άλλος από εμάς που διαρκώς γινόμαστε «άλλοι», άλλοτε ευάλωτοι/-ες, άλλοτε υπερεξοπλισμένοι/-ες, σε έναν κόσμο διαρκώς μεταβαλλόμενο και απειλητικό που μας φέρνει αντιμέτωπους/-ες με την εμφάνιση του ανοίκειου και τη συνακόλουθη ανάγκη διαχείρισής του. Επομένως, ο Nancy και στο συγκεκριμένο έργο του ανέδειξε τη φευγαλέα ενότητα του «εγώ» αλλά και τη συνάρτηση της ανθρώπινης ζωής τόσο με το πολιτισμικό όσο και με το τεχνολογικό περιβάλλον. Ανάλογα θέματα απασχολούν και τον Ilarie Voronca (1903-1946), Ρουμάνο σουρρεαλιστή λογοτέχνη που στο έργο του Η εξομολόγηση μιας πλαστής ψυχής, που πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Ποταμός», πραγματεύεται με τρόπο καλλιτεχνικό τη ρευστότητα της ταυτότητας όταν εισβάλλει η ετερότητα και το ανοίκειο σταδιακά –και αναγκαία– καθίσταται οικείο.
Να σημειώσουμε ότι ο εβραϊκής καταγωγής Ι. Voronca ανήκει στους ποιητές της ρουμανικής πρωτοπορίας του Μεσοπολέμου. Με σπουδές στη φιλολογία και στη λογοτεχνία γνωρίζει στη γενέτειρά του τα νέα καλλιτεχνικά ρεύματα (κονστρουκτιβισμός, υπερρεαλισμός κ.ά.) καθώς κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου η Ρουμανία γνώρισε μια εκρηκτική άνθηση του Μοντερνισμού και της Avant Garde. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Ρουμανία την περίοδο εκείνη ανέδειξε σημαντικούς καλλιτέχνες όπως ο γλύπτης Constantin Brâncuși, ο ιδρυτής του κινήματος του Ντανταϊσμού Tristan Tzara, ο σημαντικός ζωγράφος της Avant Garde Victor Brauner, ο Marcel Janco κ.ά.
Ο Voronca εγκαθίσταται το 1927 στο Παρίσι, στο κέντρο της καλλιτεχνικής Πρωτοπορίας, όπου γνωρίζει θερμή υποδοχή από τους λογοτεχνικούς κύκλους και σταδιακά εντάσσεται στην καλλιτεχνική κοινότητα της Avant Garde. Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου παίρνει μέρος στη Γαλλική Αντίσταση. Το συλλογικό βίωμα του πολέμου εγχαράσσεται στον ψυχισμό του και απηχείται σε μετέπειτα έργα του, όπως είναι και η υπερρεαλιστική νουβέλα του Η εξομολόγηση μιας πλαστής ψυχής, που είχε την αγαθή τύχη να μεταφραστεί στα ελληνικά από τον Αχιλλέα Κυριακίδη. Στο σημαντικό αυτό έργο ο Volonca μας αφηγείται την ιστορία ενός ανθρώπου στον οποίο εμφυτεύεται η ψυχή ενός νεκρού στρατιώτη που σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια πολέμου. Ο αφηγητής είναι ένας τυπικός γραφειοκράτης, ένας λογιστής (σαν χαρακτήρας θυμίζει πολύ τα ποιητικά υποκείμενα στα οποία μας έχει συνηθίσει ο Κ. Καρυωτάκης) σε έναν κατακερματισμένο κόσμο, με «αδύναμη» ψυχή, που προσπαθεί να ενδυναμωθεί μέσω της τεχνικής δυνατότητας που του παρέχεται από την ιατρική επιστήμη. Στο λογοτεχνικό σύμπαν που δημιουργεί ο Volonca είναι εφικτή η «μεταμόσχευση ψυχής»…

Ήταν ένας χειρουργός ασυνήθιστος, που σου αφαιρούσε την ψυχή στο άψε-σβήσε. «Δεν θα πονέσετε» έλεγε, «απλώς στηριχτείτε καλά στην πολυθρόνα σας». Και σου μιλούσε περί ανέμων και υδάτων: για τον αίθριο καιρό που συνεχιζόταν, για την τελευταία παράσταση στην Όπερα, για μυστικά διαβούλια περί ειρήνης⋅ διότι, ας μην το ξεχνάμε, ήμαστε εν καιρώ πολέμου, και στον αέρα πλανιόταν μια μόνιμη απειλή ειρήνης. Οπότε, το μυαλό σου πήγαινε πότε στα πεδία της μάχης, πότε στους πολύβοους δρόμους της πόλης. Και ξαφνικά, εκεί που δεν το περίμενες, ο εν λόγω δεξιοτέχνης σου αποσπούσε την ψυχή. «Όπως βλέπετε» έλεγε μ’ ένα χαμόγελο, «δεν πεθάνατε. Αυτό ήταν». Και σου’ δειχνε, πιασμένο σε μια λευκή τανάλια, ένα πράγμα λευκό που αιμορραγούσε. (σελ.11)
Ο αφηγητής, όπως και οι υπόλοιποι άνθρωποι της απροσδιόριστης εποχής του, μπορεί να ζήσει και χωρίς «ψυχή». Ωστόσο, επιλέγεται για την περίπτωσή του από τον χειρουργό η μεταμόσχευση της ψυχής όχι ενός ζώου αλλά ενός γενναίου νεαρού στρατιώτη που στη σύντομη ζωή του ήταν γεμάτος πάθος για ζωή αλλά και παθιασμένος για μια νεαρή πιανίστρια. Η μεταμόσχευση στέφεται με απόλυτη επιτυχία και η ψυχή του νεαρού γενναίου στρατιώτη όχι μόνο ενδυναμώνει τον, έως πρότινος, λιπόψυχο γραφιά αλλά βρίσκει και τρόπους να του γνωστοποιήσει τις βαθύτερες επιθυμίες της. Η πλοκή εξελίσσεται ραγδαία όσο ο ήρωας βιώνει και προσπαθεί να ικανοποιήσει τις επιθυμίες ζωής ενός άλλου που βρίσκεται εντός του. Πρόκειται για ένα αριστούργημα ποιητικής πρόζας, πολυεπίπεδων αναγνώσεων αλλά και έντονων συμβολισμών. Η αφήγηση κινείται διαρκώς μεταξύ πραγματικού και φαντασιακού όπου το μόνο πραγματικό φαίνεται να είναι τελικά η Αγάπη. Εμβόλιμα μας αιφνιδιάζει το ιδιαίτερα ενδιαφέρον κεφάλαιο με τίτλο «Εγκώμιο του σκόρδου» όπου ο ήρωας μεταξύ άλλων ανακαλύπτει και την αξία του φαινομενικά ασήμαντου, τη χρησιμότητα του καθημερινού και αγνοημένου, ατενίζοντας τον κόσμο μέσα από μια έκκεντρη οπτική.
Η τιμητική θέση να δοθεί στο σκόρδο. Είναι το στήριγμα και ο φίλος του άμοιρου. Όταν όλα τα πλούτη εξανεμίζονται, όταν ο πλάνης μένει μόνος με το θλιβερό δισάκι του, όταν ο μετανάστης στο αμπάρι ανοίγει τη θήκη του βιολιού του, το σκόρδο, πιστό, είναι εκεί, περιμένει. (σελ.59)
Ο Ι. Volonca, σε αυτήν τη μικρής έκτασης νουβέλα, αγγίζει λογοτεχνικά κάποια από τα ζητήματα που πραγματεύεται φιλοσοφικά και ο Nancy. Κοινός άξονας δεν είναι μόνο η μεταμόσχευση οργάνου (πραγματικού ή φαντασιακού). Ο ήρωάς του βρίσκεται –όπως και στην περίπτωση του φιλοσόφου– αίφνης αντιμέτωπος με την ετερότητα εντός του σώματός του. Η «ψυχή» ενός άλλου εγκαθίσταται εντός του και ανατρέπει βεβαιότητες και κανονικότητες. Η «επιστήμη» του έδωσε τη δυνατότητα παράτασης του βίου ή της ζωής του; Αυτό αναρωτιέται και εκείνος όπως ο Nancy. Ποιο είναι το νόημα της ζωής σε συνθήκες πολέμου, ιδίως όταν ο ‘πόλεμος’ καθίσταται μια διαρκής συνθήκη; Όταν, δηλαδή, το υποκείμενο διαπιστώνει τη διαμόρφωση μιας διαρκούς κατάστασης εκτάκτου ανάγκης που θέτει υπό κρίση τις επισφαλείς ισορροπίες των δημοκρατικών συνταγμάτων; Ο λογοτεχνικός ήρωας, όπως και ο φιλόσοφος που παρατηρεί επισταμένα τις ραγδαίες αλλαγές των απαρχών του 21ου αιώνα σε ζητήματα βιοηθικής αλλά και δημοκρατίας, κινείται εντός ενός απειλητικού ιστορικού πλαισίου και εντός ενός διασαλευμένου εσωτερικού τοπίου. Η εκούσια ιατρική παρέμβαση στο σώμα του τον οδήγησε αναπόδραστα σε κρίση ταυτότητας και σε πρωτόγνωρη, για τον ίδιο, ενσυναίσθηση σχετικά με τις ζωές των άλλων. Κυρίως, σε αναστοχασμό για το τι είναι τελικά σημαντικό και τι όχι…

Τα δύο έργα, βαθιά φιλοσοφικά και γι’ αυτό πολιτικά, αντιμετωπίζουν με σκεπτικισμό και αγωνία έναν κόσμο που ραγδαία αλλάζει. Έναν κόσμο όπου η «exceptio» του ρωμαϊκού δικονομικού συστήματος, δηλαδή η κατάσταση «εξαίρεσης» ή αλλιώς «κατάσταση έκτακτης ανάγκης» και σε ατομικό και σε συλλογικό επίπεδο «φυσικοποιείται» (για να θυμηθούμε τον στοχασμό του G. Agaben).
Και τα δύο κείμενα ευτύχησαν να μεταφραστούν και να εκδοθούν με ιδιαίτερη μέριμνα από τους δύο εκδοτικούς οίκους. Ιδιαίτερα στην περίπτωση του έργου του Ilarie Voronca, η μετάφραση του Αχιλλέα Κυριακίδη ρέει με έναν εσωτερικό ρυθμό που ακολουθεί τη συνείδηση του ήρωα και τις μεταπτώσεις της διάθεσής του, ενώ το εξαιρετικό επίμετρο του Christophe Dauphin επιτρέπει την καλύτερη κατανόηση του πολιτισμικού και ιστορικού πλαισίου εντός του οποίου συγκροτήθηκε η προσωπικότητα και το έργο του Ilarie Voronca.
⸙⸙⸙
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: ©Charles Lafrance. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου όγδοου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]







