frear

Για «Το αντίθετο του εκλεκτού» του Νικόλα Περδικάρη – γράφει η Ισμήνη Καρυωτάκη

Νικόλας Περδικάρης, Το αντίθετο του εκλεκτού, εκδ. Μονόκλ, Αθήνα 2026.

Διατρέχοντας τις σελίδες του βιβλίου του Νικόλα Περδικάρη με τον οξύμωρο τίτλο Tο αντίθετο του εκλεκτού, προσωπικά άρχιζα και τελείωνα το κάθε του αφήγημα με μία κραυγή – ακουγόταν δεν ακουγόταν ήταν πάντως κραυγή, σιωπηρή ή ηχηρή δεν έχει σημασία – ο ίδιος άλλωστε αναφέρει στο τελευταίο του διήγημα το «Μπέικον» πως το στοιχείο που παρέμενε διαυγές σε κάθε πνευματική και χειρωνακτική εργασία του Τόμη –του ήρωά του– ήταν ένα ολοκάθαρο ουρλιαχτό.

Εκλεκτό έως εκλεκτικό – ακραία εκλεκτικό – το βιβλίο του Νικόλα Περδικάρη και έως ακραία εκλεκτικός ο συγγραφέας του μας παρασύρει κάθε φορά σε μια είδους υπερβολή – extravagance όπως την ορίζουν οι Γάλλοι – για να μας προβληματίσει, να μας τέρψει, να μας αγανακτήσει, να μας συγκινήσει, να μας αποσβολώσει, εντέλει, με την όποια έκβαση του αφηγήματός του.

Για να σας μυήσω κάπως στις κραυγές μου ας πιάσουμε την πρώτη του ιστορία την με τίτλο «Ι.Α.». Είναι η ιστορία με τους δυο εραστές, δυο αγνώστους που μόλις έχουν συναντηθεί σε μια στάση… Αυτοί οι δυο λοιπόν – άντρας γυναίκα – ξένοι μεταξύ τους καταφεύγουν σε κρυψώνα, κρυψώνα ερωτική κυρίες και κύριοι, όπου ερωτοτροπούν ανηλεώς και αβάσταγα –είναι η πρώτη σκηνή του διηγήματος και μα την αλήθεια σ’ αυτήν κραύγασα ηδονικά! Και ενώ μας κεντρίζει, μας διακατέχει θα έλεγα ηδονίζοντάς μας η φωλιά τους, ένα αυτοκίνητο παρκαρισμένο είναι η φωλιά τους, αποδοσμένη αριστοτεχνικά από τον συγγραφέα όσο και το κρετσέντο του πάθους των δύο, και ενώ λοιπόν μας ηδονίζει η περιγραφή της κρυψώνας τους όπως και της φιλήδονης μεταξύ τους επαφής, αρχίζουν να αναδεικνύονται ένα ένα τα πρώτα αγκάθια, τα πρώτα δηλητηριώδη αγκαθάκια, κι αρχίζουν να παίρνουν αποστάσεις οι δυο εραστές και να απομακρύνονται, να απομακρύνονται όχι ακριβώς στα καλά καθούμενα, στα ξεκούδουνα θα έλεγα αν και υπάρχει και το έτσι ξερά και άχαρα, όπως το αναφέρει ο ίδιος ο ήρωας του συγγραφέα επιστρατεύοντας την πιο φαιδρή όψη της ηρωίδας για να την εγκαταλείψει. Δυο ερωτευμένοι ή έστω ερωτικά διακαώς ποθούμενοι «χάνονται», και επιμένω σ’ αυτή τη λέξη «χάνονται», αδυνατούν να επιστρέψουν στη φωλιά τους, αποστασιοποιούνται με γνώμονα την Ιερή Αμνησία – είναι το Ι.Α. κεφαλαία –, κι εμείς αναρωτιόμαστε (!) μήπως θα πρέπει να κολλήσουν αγγελίες αναζητώντας τη χαμένη τους οντότητα; Έτσι κάπως καταλήγει ο συγγραφέας κι εκεί ο αναγνώστης τι άλλο; Κραυγάζει.

Στη δεύτερη ιστορία με την ακαταμάχητη αρχή όπου ένας πιανίστας εκτελεί μια σονάτα όπως ένας κοινός θνητός περιπατητής περιδιαβαίνει ένα πάρκο, αυτός ο ίδιος πιανίστας, θεόφτωχος ο δόλιος και πολύ πιο πεζά αυτή τη φορά, σουλατσάρει σ’ ένα σούπερ μάρκετ, στο σούπερ μάρκετ της γειτονιάς του και δεν φτάνει αυτό ούτε καν η φτώχια του, δέχεται την ώρα του πεζού σουπερμαρκετικού σουλάτσου του την απρόσμενη ερώτηση από κάποια εκεί στην ουρά πελάτισσα (;) να του πληρώσει τα ψώνια του – μού έχει συμβεί αυτό και απόμεινα στήλη άλατος βιώνοντάς το και ακόμη πιο πολύ διαβάζοντάς το… αλλά εκτός αυτού κάθε που πάω στο σούπερ μάρκετ από τη μέρα που το διάβασα ακούω σε κάθε μου βήμα το τικ τακ του μετρονόμου του πιανίστα σου, Νικόλα Περδικάρη.

Στο τρίτο του αφήγημα, το «Ένα τραγούδι που γυαλίζει», βούρκωσα, συγκινήθηκα, βαλάντωσα, δάκρυσα, καρδιοχτύπησα, μα το Θεό έπαθα Μελωδία… Το τρυφερότερο, το πιο αγαπησιάρικο –σκίρτησα γλυκοπικραμένη – κι ακόμη κι αν κραύγαζα σε όλη τη διάρκεια της ανάγνωσής του συνέβαινε μελωδικά, καθότι γυναίκα η Μελωδία.

Στο τέταρτο διήγημα, στις «Λευκές βιβλιοθήκες», ένας δημοσιογράφος – διανοούμενος οπωσδήποτε – ζει τη ρουτίνα του μυώδη εργάτη ως ευκαιρία αποτίμησης των χαρισμάτων του χειρώνακτα με εκείνα του διανοούμενου, φτάνει να συγκρίνει τα χέρια τους: ροζιασμένα του εργάτη, ροδαλά απαλά, παχουλά τα δικά του – ως και του κάθε διανοουμένου – αλλά λόγια ν’ αγαπιόμαστε – σκέφτεται ο ήρωας και την ίδια στιγμή, εκεί πάνω σ’ αυτή ακριβώς τη σκέψη είναι που ο «Ντοστογιέφσκι» ανεβαίνει στις σκαλωσιές κι ο «Βλαντίμιρ Ναμπόκοφ» πιάνει το μυστρί. Ε, δεν είναι και λίγο… κραυγάζεις.

Και περνώ στο πέμπτο, με την ελπίδα μιας επανόδου σε μια απ’ τις κάπως γνωστές μας αφηγήσεις, στην κανονικότητα σαν να λέμε – την χωρίς κραυγές – αλλά όχι ο συγγραφέας δεν χαρίζει κάστανα, περιγράφει «ακραίες» πράξεις, με τον τρόπο που ορίζει η πένα του την έννοια του ακραίου. Και ορίστε μας που εδώ στο πέμπτο, με τίτλο «Ο συγγραφέας» σέρνει τα εξ αμάξης στους συγγραφείς και τους συν αυτοίς, πνέει τα μένεα κατά των δήθεν κατά των «προσκυνήστε με» κατά των «εγώ και κανείς άλλος» καθώς ετούτος ο ήρωάς του «ο συγγραφέας» – βραβευμένος παρακαλώ σημειώστε το – παίρνει αμπάριζα και βγαίνει, και μπρος στα μάτια ενός μαθητή ομολογεί πως αρκείται στη Σούκι, τη Φιλιππινέζα σύζυγό του αλλά και οικιακή βοηθό του, ως στίγμα εκκίνησης για να εξακοντίσει τη φήμη του στην παγκόσμια σφαίρα – ποιος είδε το Θεό και δεν τον φοβήθηκε – λαμβάνοντας υπόψη τη μεγάλη τροχιά που ονειρεύομαι να διαγράψουν οι λέξεις μου ανά την υφήλιο – ακριβώς τα λόγια τον Ν.Π. Αφήστε δε που ο ήρωάς μας βλέπει στο πρόσωπο της Σούκι την ευκαιρία να ανακάμψει ως άντρας, ως τρυφερός, αισθηματικός διεκδικητής του ωραίου φύλου– και σ’ αυτό το σημείο ακριβώς η αφήγηση ξεπερνά την ειρωνεία και χορεύει τσικ του τσικ με τη γελοιότητα, μην αφήνοντας κανένα περιθώριο στα μάτια του αναγνώστη για την όποια συγγραφική φιλοδοξία την εφαπτόμενη της κατά κόρον εμφανιζόμενης γνωστής σε όλους μας με πολλούς τρόπους, διόδους, δρομάκια κ.λπ. ματαιοδοξίας, αλαζονείας, υπεροψίας, ξιπασιάς, ματαιοφροσύνης εντέλει. Εδώ ξαναουρλιάζεις.

Στο έκτο αφήγημα συμβαίνει μια συνηθισμένη έξοδος για γεύμα ενός ζευγαριού – άντρας και γυναίκα – κι όμως ικανής για να φτάσει το ζεύγος να χωρίσει ή μάλλον ικανής για να φτάσει να εμφανιστεί στα μάτια της συζύγου ο σύντροφός της ως απόλυτο «τέρας» έτσι ώστε να ξεφουσκώσουν αυτόματα από τον εγωισμό τους σαν ασήμαντες γαλοπούλες στην έρημο – πώς τις σκαρώνει αυτές τις φράσεις ο συγγραφέας και βγάζουν στο πιτς φιτίλι στο φως όλη την κρυμμένη, εν προκειμένω, γύμνια της συνύπαρξης δυο ανθρώπων παράταιρων όπου τα χνώτα τους όχι μόνον δεν ενώνονταν σ’ ένα γλυκό σύννεφο αλλά προπάντων μας οδηγούσαν σε θάνατο από αναθυμιάσεις.

Πέρασα στο «Μπότοξ» με την ελπίδα να πάρω μιαν ανάσα από τρυφεράδα εφηβική – όπου μια κοπελιά στην εφηβεία της ερωτεύεται τη δασκάλα της, τη δασκάλα του πιάνου – έρως κρυφός, έρως ανομολόγητος, έρως πόθου σωματικού. Πνέει ερωτική αύρα λέω – αμήν και επιτέλους…. – αλλά φευ ο έρως αντιστέκεται στη μαθητευόμενη, αντιστέκεται όσο και τα ίδια τα μουσικά όργανα στα χέρια της: η κιθάρα τη μισεί, το φλάουτο της ξεγλιστράει, το πιάνο παραπαίει. Ατάλαντη η μαθητευόμενη στη μουσική, ανεκπλήρωτη στον ερώτα η έφηβη και το ανυπότακτο αιδοίο της – υγρό πάντα ουρλιάζει και ο αναγνώστης φτιάχνεται – ε ναι, πώς να το κάνουμε – ώσπου σηκώνεται η αυλαία και για άλλη μια φορά το ανεκπλήρωτο ψηλώνει, παίρνει πόντους, τρανεύει, αφήνει την ηρωίδα και τις σελίδες της στην απέλπιδα ελπίδα της με παρηγοριά την καθημερινότητα… αφού κι ο ήλιος με το που βγαίνει είναι το λιγότερο επιεικής με τα ανθρώπινα.

Θα κλείσουμε με Mπέικον –δεν ξέρω αν πεινάτε… – αλλά πρόκειται για τον Φράνσις Μπέικον τον ζωγράφο τον τολμηρό, τον γκροτέσκο, τον σκοτεινό, τον ερχόμαστε στη ζωή και φεύγουμε από αυτή με μια κραυγή και ίσως η αγάπη να είναι απλώς η κουνουπιέρα μεταξύ του φόβου της ζωής και του φόβου του θανάτου. Αυτή η φράση εντέλει σηματοδοτεί όλες τις σελίδες του βιβλίου του Νικόλα Περδικάρη, όπου το ακραίο δεν εμφανίζεται ως ρήξη αλλά ως οικιακή συνθήκη, ως περιβάλλον, ως κανονικότητα και δεν χρειάζεται ούτε να αιτιολογηθεί ούτε να μετασχηματιστεί.

Κάθε άλλο παρά αισιόδοξος, ο Νικόλας Περδικάρης διατηρεί στις σελίδες του εκείνη την κειμενική, σχεδόν εργαστηριακή ψυχρότητα.

Τα περισσότερα διηγήματά του είναι μινιμαλιστικής πλοκής ωστόσο σε κάποια, όπως το πρώτο το «Ι.Α» ή το «Ο συγγραφέας» γίνονται απόπειρες επέκτασης της αφήγησης με την παράθεση άλλων συναφών αφηγήσεων.

Γήινος, υψηλότονος, καθημερινός στις λέξεις του, ακτινοβόλος στις ατάκες του, ανθρώπινος πάντα στο δια ταύτα, και τελικά ελπιδοφόρα άπελπις ο Νικόλας Περδικάρης, παραμένει προσηλωμένος σε διλήμματα της ζωής – θα έλεγα της καθημερινότητας – των ηρώων του ενώ με μια αιωρούμενη απειλητική αίσθηση και έναν υποδόριο απειλητικό τρόπο μας προετοιμάζει επαρκώς – ίσως μάλιστα σκανδαλωδώς επαρκώς – για το αναπάντεχο, για το υπερβολικό και το ακραίο για το εξοργιστικά απαράδεκτο, για το γκροτέσκο, αλλά και για το γλυκόπικρα τρυφερό.

Μας αφήνει να παρακολουθούμε τα δρώμενα πάντα μέσα από μια λεπτομερή αλλά και αποστασιοποιημένη έως κεραίας παρατήρηση ενώ σε κάποια διηγήματά του όπως το «Ι.Α.» και το «Μπότοξ» αλλά και το «Ένα τραγούδι που γυαλίζει» μας τυλίγει ταυτόχρονα η αύρα της ερωτικής επιθυμίας –έστω της ανεκπλήρωτης.

Ας κρατήσουμε για το τέλος τα λόγια του Μπέικον, συνδετικού κρίκου του Τόμη του τελευταίου ήρωα του συγγραφέα: «Ερχόμαστε στη ζωή και φεύγουμε από αυτή με μια κραυγή» και ίσως η αγάπη να είναι απλώς η κουνουπιέρα μεταξύ του φόβου της ζωής και του φόβου του θανάτου.

⸙⸙⸙

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: ©Abu Hanif. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου όγδοου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη