Ζώης Κάσαρης, Γιάννης Μπαλαμπανίδης, Bar Italia. Δύο ταξίδια, Πόλις, Αθήνα 2025.
Γράφει η Ελένη Κοσμά
Μόλις έπιασα στα χέρια μου το βιβλίο του Ζώη και του Γιάννη, η πρώτη σκέψη δεν αφορούσε την Ιταλία, αλλά το εγχείρημα της έκδοσης ενός βιβλίου από κοινού με έναν φίλο. Συχνά έχουμε την εντύπωση ότι η λογοτεχνία είναι μια διαδικασία που προϋποθέτει τη μοναξιά, την απομόνωση, την εσωστρέφεια, σε όλα τα στάδια της παραγωγής της μέχρι και την κατανάλωση. Η εξωστρεφής λογοτεχνία –και παραδόξως, ιδιαίτερα η ταξιδιωτική– είναι ένα αίτημα παράξενο, ακριβώς επειδή αιώνες τώρα έχει αφομοιωθεί στο συλλογικό μας ασυνείδητο μια ορισμένη εικόνα του συγγραφέα. Καθώς ο διάλογος προϋποθέτει συνήθως δυο ξεχωριστά, καλά οριοθετημένα σύμπαντα για να υπάρξει, μπορούμε να μιλάμε για διάλογο μεταξύ ολοκληρωμένων βιβλίων, αλλά σπανιότερα για διάλογο εντός του ίδιου βιβλίου, εγχείρημα που απαιτεί ισορροπία σε ρευστό έδαφος. Βέβαια, η ιδέα της συν-συγγραφής, της συγγραφής από κοινού, δεν είναι καινούργια και σίγουρα είναι εξαιρετικά συχνή και δοκιμασμένη σε είδη κυρίως μη λογοτεχνικά. Στην προκειμένη περίπτωση, ωστόσο, βρισκόμαστε μπροστά σε ένα είδος υβριδικό: σε μια «γκρίζα ζώνη» ανάμεσα στην ταξιδιωτική λογοτεχνία –σαφώς ανανεωμένη, φρέσκια, μοντέρνα– την ημερολογιακή καταγραφή και τους πολιτικούς/φιλοσοφικούς στοχασμούς.
Μέσα από αυτό το βιβλίο αποκαλύπτεται ένα πληθυντικό και ετερογενές κείμενο, ένα κείμενο που «γράφεται» στο περιθώριο, στα χάσματα ανάμεσα στα είδη, ένα κείμενο που σε τελική ανάλυση αφηγείται μια ιστορία επιστροφής στα κυρίαρχα ερωτήματα που μας διαμορφώνουν: πολιτικά, αισθητικά και φιλοσοφικά. Μέσα από μια στρατηγική αμοιβαίου και διαρκούς διαλόγου μεταξύ των δύο συγγραφέων, αναδεικνύεται ακριβώς η σημασία που έχει να δανείζεται κανείς και να επιστρέφει, σε μια αδιάκοπη ροή, λέξεις, ιδέες, εμπειρίες και σχήματα σκέψης. Έχουμε μπροστά μας, λοιπόν, έναν πανηγυρικό, έναν ύμνο στη μετακίνηση, στη μετατόπιση, στο πλαίσιο τόσο μιας εσωτερικής όσο και μιας εξωτερικής γεωγραφίας. Μέσα από τα δύο αυτά ταξίδια, στον ιταλικό Βορρά και στον ιταλικό Νότο, αποκαλύπτονται οι εκλεκτικές συγγένειες που δένουν τους φίλους, τα σημεία σύγκλισης και απόκλισης, το πεδίο στο οποίο τα σημεία αυτά μπορούν να αναδυθούν και να υπάρξουν ως τέτοια και ο χρόνος ως ποιότητα αναγκαία για να ευοδωθούν τα προηγούμενα. Με όλα αυτά, λοιπόν, στο συγγραφικό τραπέζι, βλέπουμε να παίρνουν σχήμα και μορφή οι Ιταλίες του Ζώη και του Γιάννη.
Το ταξίδι του Γιάννη στη Νάπολη είναι ένα ταξίδι αποκάλυψης, το οποίο συμπυκνώνεται, θεωρώ, σε μια φράση: «Βγάζω μια φωτογραφία με το κινητό˙ ξέρω ότι δεν θα φαίνεται καλά αλλά θέλω να θυμάμαι ότι κάποτε το είδα». Οι ημερολογιακές καταγραφές του Γιάννη από τη Νάπολη είναι διαδοχικές φωτογραφικές αποτυπώσεις μιας πόλης που μεταμορφώνεται καθώς προσαρμόζεται στο βλέμμα του ταξιδιώτη. Και συγκεκριμένα της «ωραιότερης πόλης της ωραιότερης χώρας του κόσμου». Έτσι ξεκινάει η αφήγηση του Γιάννη, για να τελειώσει κυκλικά, ανατρέποντας και –παραδόξως– επιβεβαιώνοντας ταυτόχρονα τον αρχικό ισχυρισμό:
«Μπορεί να υπερβάλλω λίγο στις κρίσεις μου για τη Νάπολη, στο κάτω κάτω κάθε πόλη ζητάει τα ταξιδιωτικά σου έγγραφα και την ίδια στιγμή σου επιτρέπει να την κατοικήσεις έστω για λίγο χωρίς να ρωτάει το όνομά σου. Μπορεί ακόμη, όπως είπα, σε λίγο καιρό να έχω αλλάξει γνώμη και να μην πιστεύω πια ότι είναι η ωραιότερη πόλη της ωραιότερης χώρας του κόσμου – τίποτα δεν είναι αιώνιο, γιατί να είναι οι απόψεις μας; Όμως η τύχη το έφερε έτσι ώστε η πόλη αυτή να μου ξαναθυμίσει, όταν έπρεπε να το ξαναθυμηθώ, ότι καλά σπίτια είναι τα μεγάλα σπίτια, τα ευρύχωρα, αυτά που έχουν πάντοτε τα παράθυρα ανοιχτά και τα στόρια ανεβασμένα, και που είναι πάντοτε κάπως ακατάστατα.»
Το ταξίδι του Ζώη στον ιταλικό Βορρά ξεκινάει την Κυριακή 5 Μαΐου του 2024 από το παλιό λιμάνι της Πάτρας και περιλαμβάνει πέντε πόλεις: την Ανκόνα, τη Μπολόνια, την Τεργέστη, τη Βενετία και το Μιλάνο. Ο Ζώης ταξιδεύει μόνος, επιλογή που του ανοίγει ευρύτατους ορίζοντες για τη γνωριμία του με τις πόλεις και τους ανθρώπους τους. Οι πόλεις στις οποίες ταξιδεύει και οι πόλεις από τις οποίες εκκινεί φαίνεται πως εισχωρούν η μια στην άλλη σε όλη την έκταση της αφήγησης, άλλοτε μέσα από εισόδους κοινές, άλλοτε επινοώντας καινούργιες πύλες εισόδου: «Ονειρεύομαι ότι βρίσκομαι στη Σικελία. Όταν ξυπνάω έχει ήδη νυχτώσει και έχουμε πιάσει λιμάνι στην Ηγουμενίτσα. Δεν είχα καταλάβει ότι θα κάναμε στάση στα πάτρια. Λες αντί για τη Βενετία και τον Άγιο Μάρκο να βρεθώ τελικά στο χωριό μου, στον Άγιο Δονάτο;» Από την Ανκόνα ο Ζώης κατευθύνεται με τρένο στη Μπολόνια, ώστε από εκεί να φτάσει στην Τεργέστη. Σε αυτό το διάστημα της αναμονής για την ανταπόκριση των τρένων αγοράζει τον πιο αγαπημένο μου δίσκο του ντε Αντρέ, το Storia di un impiegato. Στην Τεργέστη το τρένο φτάνει τα μεσάνυχτα.
Ενώ η Τεργέστη συνδέεται με συγγραφείς που προσωπικά αγαπώ πολύ, όπως ο Ίταλο Σβέβο, ο Ουμπέρτο Σάμπα, ο σχεδόν συνονόματος Τζόυς, ο Κλαούντιο Μάγκρις, στο μυαλό μου πάντοτε πρώτος έρχεται ο Ρίλκε και, παραδόξως, όχι με τις Ελεγείες του Ντουίνο, που έγραψε εκεί, φιλοξενούμενος στον Πύργο της πριγκίπισσας Μαρί φον Τουρν ουντ Τάξις, αλλά με τις Σημειώσεις του Μάλτε Λάουριτς Μπρίγκε (γραμμένες στο Παρίσι). Θυμάμαι πάντα ένα συγκεκριμένο σημείο, το οποίο έχω την αίσθηση ότι αποτυπώνει εξαιρετικά την εμπειρία ενός ανθρώπου όταν πατάει το πόδι του στην πιο όμορφη, για εμένα, πόλη της Μεσογείου:
«Μαθαίνω να βλέπω. Δεν ξέρω πού οφείλεται αυτό, όλα εισχωρούν βαθύτερα μέσα μου χωρίς να σταματούν στη θέση που άλλοτε πάντα ήταν το τέλος. […] Πιστεύω, θα έπρεπε να αρχίσω κάτι να εργάζομαι τώρα που μαθαίνω να βλέπω.[…] Με στίχους, όμως, κάνει κανείς τόσο λίγα όταν τους γράφει νωρίς.[…] Για έναν στίχο πρέπει να δει κανείς πόλεις, ανθρώπους και πράγματα.[…] πρέπει να μπορεί να στρέψει τη σκέψη του πίσω.»
Η Τεργέστη, λοιπόν, μια μικρή πόλη στην Αδριατική θάλασσα, στην οποία ο ιδιωτικός και ο δημόσιος χρόνος, η επίσημη και οι γειτονικές γλώσσες, η ρευστότητα που συνέχει το παρελθόν μαζί με την αποσπασματικότητα του παρόντος, η φαντασία (συλλογική και ιδιωτική) και η πραγματικότητα συμπλέκονται και αποκαλύπτουν ένα νέο πεδίο όρασης. Αυτό νομίζω πως κάνει την Τεργέστη μια πόλη τόσο αγαπητή στους συγγραφείς. Η δυνατότητα ενός νέου, εντελώς μεθοριακού, βλέμματος. Η Τεργέστη είναι, νομίζω, μια πόλη παλίμψηστη.
Τι αναζητά, λοιπόν, να δει ο Ζώης στην Τεργέστη; Όταν τον ρωτάει η Μάσα, η Ρωσίδα καινούργια φίλη που έκανε στο Καφέ Σαν Μάρκο, θα ήθελε να απαντήσει, αλλά δεν το κάνει: «Τον Ρήγα και το σχέδιό του για μια μεγάλη Βαλκανική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία». Ας μη σταθούμε στους συνειρμούς που δημιουργεί το όνομα του Ρήγα, αλλά στην ιστορία που συνδέεται με την πόλη και φαίνεται να έχει ενδιαφέρον: όταν συνελήφθη ο Ρήγας το 1797 στην Τεργέστη, η Τεργέστη ήταν μια αυστριακή πόλη, με αυστριακή αστυνομία, διάσημη για τις ανακριτικές της μεθόδους. Ο Ρήγας μετά από ανακρίσεις δύο περίπου εβδομάδων αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει. Νοσηλεύτηκε και μετά παραδόθηκε στους Τούρκους του Βελιγραδίου, οι οποίοι αφού τον βασάνισαν περισσότερο, τον έπνιξαν και πέταξαν το πτώμα του στον Δούναβη.
Επόμενη στάση του ταξιδιού το Μιλάνο, με ενδιάμεσο σταθμό τη Βενετία. Στο πρώτο βενετσιάνικο εστιατόριο που θα συναντήσει βγαίνοντας από τον σταθμό, θα ζητήσει τη Manifesto και ένα πακέτο ελληνικά τσιγάρα, για να πάρει την απάντηση πως αν θέλει ελληνικά τσιγάρα να πάει στην Ελλάδα. Αν θέλει μια αριστερή εφημερίδα, όμως, δεν του είπε πού πρέπει να την αναζητήσει. Στη Βενετία ο Ζώης, με κάποιον παράξενο τρόπο, θα καταφέρει να εισχωρήσει στα άδυτα των Ιταλών Κομμουνιστών, σε ένα μπαρ που του θυμίζει το αθηναϊκό Μπάτμαν. «Το μαγαζί είναι μικρό. Δεν χωράει πάνω από έξι τραπέζια. Οι τοίχοι είναι γεμάτοι με εικόνες του Γκράμσι και του Ενρίκο Μπερλινγκουέρ και με αφίσες του PCI. Θα έπρεπε να είχα μαζί μου το βιβλίο του Γιάννη Μπαλαμπανίδη για τον ευρωκομμουνισμό, με τη φωτογραφία του Μπερλινγκουέρ στο εξώφυλλο, να τους το έκανα δώρο. Κοιτάζω τις εικόνες στον τοίχο. Σε μία από αυτές, ο χαράκτης πειραματίζεται με τα σύμβολα του σταυρού και του σφυροδρέπανου. Το ένα μεταμορφώνεται στο άλλο. Δίπλα υπάρχει μια ζωγραφισμένη εικόνα του Μπερλινγκουέρ να περιστοιχίζεται από νεαρούς κομμουνιστές, όπως ο Δάσκαλος πλαισιωνόταν από τους μαθητές του. Ένας μελαχρινός Ιταλός, με περιποιημένο μούσι, γύρω στα τριάντα, μού απευθύνεται. “Είσαι κομμουνιστής, αλλά του Εσωτερικού ή του Εξωτερικού;” With him, του λέω και του δείχνω την εικόνα του Μπερλινγκουέρ.»

Σε λίγες μόνο ώρες, το τρένο θα φτάσει στο Μιλάνο. Η πόλη, στην οποία έχει βρεθεί από ανάγκη και όχι από επιλογή, του φέρνει στο μυαλό την Πικρή Ζωή του Λουτσάνο Μπιαντσάρντι, αυτό το συγκλονιστικό αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα που έγινε και ταινία με τον Ούγκο Τονιάτσι. Πικρή ζωή σε αντίθεση μάλλον με τη γλυκιά ζωή (dolce vita) του Φελίνι, η ζωή των ανθρώπων που παλεύουν να επιβιώσουν στη Βόρεια Ιταλία του λεγόμενου «οικονομικού θαύματος», της εκμετάλλευσης, του τεχνοκρατικού παραλογισμού, στη δεκαετία του ’60. Από την Πικρή, ματαιωμένη, Ζωή ο Ζώης οδηγείται στα Εξάρχεια του Μιλάνου, στην Μπρέρα. Νομίζω πως υπάρχει στην Πικρή Ζωή ένα απόσπασμα που αποτυπώνει με εξαιρετική ακρίβεια το κλίμα της εποχής στην Μπρέρα, σε αυτήν την μποέμικη συνοικία του Μιλάνου:
«Στο μεταξύ, έχουν καταφτάσει οι εργάτες με τις αξίνες και σκάβουν έναν λάκκο. Γυμνοί από τη μέση και πάνω, χτυπάνε την άσφαλτο και, αν το οδόστρωμα παραείναι σκληρό, έρχονται άλλοι με κομπρεσέρ. Μόλις ανοιχτεί η τρύπα, φεύγουν. Την επόμενη μέρα άλλοι εργάτες φροντίζουν να ξαναρίξουν στη θέση του το σκαμμένο χώμα. Κανείς δεν έμαθε ποτέ γιατί φτιάχνουν αυτούς τους λάκκους. Κάτω από την άσφαλτο, βρίσκουν χώμα και μόνο χώμα, κι όμως σκάβουν και ο κόσμος δεν διαμαρτύρεται για την ενόχληση ούτε για το βροντοκόπημα των κομπρεσέρ. Ο κόσμος το πολύ πολύ να διαμαρτυρηθεί εάν στο απέναντι σπίτι έχουν πολύ δυνατά το γραμμόφωνο. Αντιθέτως, απέναντι στους θορύβους των εργασιών επικρατεί ύψιστος σεβασμός και σ’ αυτό το παράλογο σκάψιμο όλοι βλέπουν ένα σημάδι προόδου. Για λόγους κοινωνιολογικής έρευνας είπα κι εγώ μια φορά να φορέσω παλιά ρούχα και εξοπλισμένος με αξίνα και μία λάμπα θυέλλης προσπάθησα να σκάψω ένα κομμάτι του δρόμου. Κανείς δεν μου το απαγόρευσε και μάλιστα την επόμενη μέρα ήρθαν εργάτες να συνεχίσουν τη δουλειά μου. Μέχρι και το μεροκάματο μού πλήρωσαν, λίγα αλλά μου τα έδωσαν.»
Βέβαια, το Μιλάνο του Ζώη ήταν αρκετά διαφορετικό, ίσως όχι τόσο στην ουσία, αλλά σίγουρα στην πρώτη εντύπωση. Via D’ Annunzio, Via Dante, Piccolo Teatro, Πινακοθήκη, το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας, η Galleria d’ Arte Moderna, στην οποία επιτέλους βλέπει το «Quarto Stato», την «Τέταρτη Τάξη», του Τζουζέπε Πελίτζα ντα Βολπέντο: «Κάθομαι στη μέση της αίθουσας και κοιτάζω τον πίνακα. Μοιάζει με τεράστια κινηματογραφική οθόνη. Η εναρκτήρια σκηνή μιας ταινίας. Η εργατική διαδήλωση σε επιβλητικό γκρο πλαν. Μπροστά, μπαίνουν επικεφαλής οι τρεις οικείες φιγούρες. Οι δύο άντρες με τη γενειάδα του οδηγητή, το σακάκι στον ώμο, το εργατικό καπέλο και τα ρούχα, φορεμένα σαν για την κυριακάτικη λειτουργία. Και η νεαρή γυναίκα με το καφεγκρίζο φόρεμα, που κρατάει το μωρό στην αγκαλιά της. […] Πίσω τους ακολουθούν δεκάδες εργάτες γης. […] Όλοι βαδίζουν συνειδητά. Πλησιάζω τον πίνακα. Βαδίζω κι εγώ στο πλάι.» Οι ώρες περνούν και το ταξίδι τελειώνει με τον Ζώη να φτάνει στο αεροδρόμιο και με ένα επανιδείν, διατυπωμένο στην πιο ελκυστική μορφή του: arrivederci.
Ο τρόπος με τον οποίο η τέχνη και η πολιτική, ως έννοιες αλληλένδετες, αναδύονται μέσα από την καταγραφή αυτού του ταξιδιού δείχνει πόσο εγγενείς είναι στον ταξιδιώτη: δεύτερη σάρκα, ή και πρώτη. Και η πύλη εισόδου από την οποία εισέρχεται ο ταξιδιώτης στις πόλεις που επισκέπτεται είναι, σε τελική ανάλυση, ακριβώς αυτή η σύζευξη. Το νέο βλέμμα με το οποίο διαβάζει και εξερευνά τους δρόμους, τις συνοικίες, τα κτίρια και τους ανθρώπους που συναντά στο ταξίδι του προϋποθέτει το σύνολο των εμπειριών του, όλα όσα έχει «δει» στη ζωή του μέχρι τη στιγμή που μαθαίνει, ως αληθινός ταξιδιώτης, να βλέπει ξανά, να βλέπει αλλιώς. Σε αυτό το ταξίδι στον ιταλικό Βορρά, βλέπουμε, μέσα από τα μάτια του Ζώη, την Ανκόνα, τη Μπολόνια, την Τεργέστη, τη Βενετία και το Μιλάνο, αλλά κυρίως βλέπουμε τον ίδιο να επισκέπτεται τους συγγραφείς και τους τόπους που τον διαμόρφωσαν, προτού τον φιλοξενήσουν.
***
Γράφει ο Μιχάλης Μαλανδράκης
Τετάρτη, νωρίς το απόγευμα. Την ώρα που το σύμπαν μοιάζει να σταματά κάθε εβδομάδα και σε πιάνει μια ακατανόητη νύστα, χάζευα την αρχική μου στο Facebook. Εκεί είδα πως οι εκδόσεις Πόλις κυκλοφορούν ένα βιβλίο με τίτλο Bar Italia.
Πρώτα με τράβηξε η εικόνα — το εξώφυλλο. Μια κίτρινη ιταλική βέσπα στο προσκήνιο, πίσω της η πλαϊνή όψη μιας εργατικής πολυκατοικίας.
«Δύο φίλοι που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στη Θεσσαλονίκη, αλλά ζουν στην Αθήνα, ταξιδεύουν – ξέχωρα μεταξύ τους – στην Ιταλία». Φίλοι, ταξίδι, Ιταλία, Μπαλαμπανίδης και Ζώης που τα λένε και τα γράφουν καλά, εντάξει αμέσως αποφάσισα ότι θα το διαβάσω, αλλά μετά αναρωτήθηκα: Γιατί να με ενδιαφέρουν οι αφηγήσεις δύο ανθρώπων για μια χώρα που έχω επισκεφθεί αρκετές φορές, από πόλεις που γνωρίζω πολύ καλά από πρώτο χέρι;
Τελειώνοντας την ανάγνωση λίγες μέρες μετά, μου είναι ξεκάθαρο ότι υπάρχουν τέσσερις διακριτοί λόγοι – τρεις πιο αντικειμενικοί και ένας απόλυτα υποκειμενικός – που το Bar Italia πετυχαίνει να ξεχωρίσει από τις αμέτρητες ταξιδιωτικές αφηγήσεις που κοσμούν αμέτρητες στήλες, ρεπορτάζ και διαδικτυακά travel blogs.
Οι συνταξιδιώτες
Όλοι έχουμε κάνει ταξίδια υπέροχα και άλλα αποτυχημένα. Και συνήθως, η διαφορά δεν είναι το μέρος, αλλά οι άνθρωποι που μας συντρόφευσαν σε αυτά. Δεν θυμάμαι ταξίδι με ωραία παρέα που να πήγε στραβά, ούτε το αντίθετο. Αυτό είναι και το πρώτο προτέρημα του Bar Italia: η παρέα των δύο συγγραφέων είναι εξαιρετική.
Βαθιά καλλιεργημένοι, νοσταλγικοί, με πλούσιες αναφορές και παράλληλα απόλυτα εναρμονισμένοι με την εποχή τους, την οποία μπορούν ν’ αναλύουν και ν’ αποκρυπτογραφούν με τρόπο απλό και άμεσο. Φανταστείτε να περιηγείστε στην Τεργέστη ή στο Ποζίλιπο με κάποιον που διαθέτει αμέτρητες αναφορές σε ταινίες του παλιού ιταλικού σινεμά, στα «Τετράδια» του Αντόνιο Γκράμσι, στις τοπικές σπεσιαλιτέ, στον Γκαριμπάλντι και σε άλλες στρατιωτικές φυσιογνωμίες που κοσμούν τις ιταλικές πλατείες, στην Μελόνι και στον Ντράγκι, στον Κέντρικ Ναν που οδήγησε τον Παναθηναϊκό στο φάιναλ φορ του Βερολίνου, στον Μαραντόνα που οδήγησε τη Νάπολη στο φως, στον Σταντάλ, στην ομορφιά και στον Πάολο Σορεντίνο.
Εξαιρετικά σημαντικό βρίσκω το γεγονός πως οι δύο συγγραφείς δεν σε βομβαρδίζουν με τις γνώσεις τους. Δεν ξεχνούν ποτέ πως θέλουν ο αναγνώστης να νιώθει όπως σε ένα ταξίδι: χαλαρός, ευδιάθετος, ανοιχτός στο απρόοπτο και στο όμορφο. Γι’ αυτό είναι φειδωλοί με τις πληροφορίες και ισορροπούν την ανάλυση με την ανάλαφρη παρατήρηση. Γιατί, όπως και στη ζωή, είναι διαφορετικό κάποιος να γνωρίζει πολλά και διαφορετικό να είναι ευχάριστος στη συζήτηση. Οι δύο συγγραφείς ανήκουν στη δεύτερη κατηγορία, έχοντας την ικανότητα να φιλτράρουν τον όγκο όσων γνωρίζουν.
Δύο διαφορετικά βλέμματα
Το βιβλίο δεν περιγράφει μόνο διαφορετικά σημεία της Ιταλίας, αλλά και διαφορετικούς τρόπους να τα δει κανείς. Ο Ζώης Κάσαρης, σαν αυθεντικός φλανέρ, περιδιαβαίνει, ακολουθεί περαστικούς άνδρες και γυναίκες, συνομιλεί με τον διπλανό του στο μπαρ και αφήνεται στις συγκυρίες του ταξιδιού. Αυθόρμητος και επιρρεπής στους τυχαίους και σύντομους συνειρμούς, γεύεται περισσότερο την κάθε μυρωδιά και εικόνα και αφήνεται να καθοδηγηθεί από την τυχαιότητα και τις συγκυρίες των ταξιδιών. Ο λόγος του σύντομος, θραυσματικός, αποτυπώνει την ανοιχτωσιά που χρειάζεται ο ταξιδιώτης.
Ο Μπαλαμπανίδης, χωρίς να υπολείπεται καθόλου στην ικανότητά του να ανιχνεύει και να αποτυπώνει την ομορφιά, διαθέτει παράλληλα και το βλέμμα του αναλυτή, του κοινωνικού παρατηρητή, με μία πιο έντονη ανάγκη να βρίσκει την πολιτική και κοινωνική εξήγηση όσων παρατηρεί. Με πιο στοχαστικό βλέμμα, ανιχνεύει πολιτικές και κοινωνικές διαστάσεις ακόμα και στην πιο ειδυλλιακή εικόνα. Για εκείνον, η θέα στον ναπολιτάνικο κόλπο δεν είναι μόνο αισθητική απόλαυση — είναι υπενθύμιση της ιδιωτικοποιημένης ομορφιάς, του προνομίου.
Ακόμα και οι τίτλοι των κειμένων τους επαληθεύουν αυτή τη διαφορά: αφενός το ανοιχτό, ποιητικό «κι όταν φτάνει, ξαναφεύγει» του Κάσαρη, αφετέρου το πιο στιβαρό και κυριολεκτικό «μια νύχτα, τρεις μέρες στη Νάπολη» του Μπαλαμπανίδη.
Η Νάπολη
Ο τρίτος και απόλυτα υποκειμενικός λόγος που απόλαυσα το βιβλίο γιατί το β’ μισό καταπιάνεται με το αναπάντητο και αιώνιο ερώτημα: Πώς γίνεται αυτή η απίστευτα βρώμικη, σε σημεία άσχημη πόλη να είναι τόσο ακατανίκητα γοητευτική;
Ο Γιάννης Μπαλαμπανίδης, περνώντας τρεις μέρες και μία νύχτα εκεί, όπως τιτλοφορεί το β’ μέρος του βιβλίου, αναζητάει την απάντηση. Ο συγγραφέας διαθέτει τη σοφία να μην επιχειρήσει σίγουρες απαντήσεις, μονάχα ερωτήματα.
Ίσως γιατί η Νάπολη παραμένει μία ζωντανή πόλη. Κινείται, εκνευρίζεται, φωνάζει, βρίζει και τραγουδά όπως κάποιος που δεν είναι τέλειος, αλλά πρέπει να αναγνωρίσεις πως είναι ειλικρινής. Όπως ακριβώς και ο κόλπος της, «ο οποίος κινείται, πάλλεται με κάθε τρόπο με τα κύματα, τα πλεούμενα, τα ιστιοφόρα και τα μεταλλικά ταχύπλοα [….] ένα ζωντανό σώμα φτιαγμένο από μυριάδες σώματα». Ίσως επειδή, όπως και η Αθήνα, φέρει αντιφάσεις, απόλυτη ομορφιά και ασχήμια εναλλάσσονται σε λίγα μέτρα. Ίσως γιατί κόντρα στο σημερινό φαινόμενο των κλειστών συνόρων, της αυξανόμενης ξενοφοβίας και της εθνικιστικής ρητορικής, η Νάπολη διατηρεί την αγκαλιά της ανοιχτή προς «τους βρώμικους και τους καταφρονημένους».
Νομίζω πως το αίνιγμα καλύτερα να παραμένει άλυτο. Κάποια πράγματα δεν εξηγούνται με τη λογική, όπως η 5η Ιουλίου του 1984, όταν ο κορυφαίος ποδοσφαιριστής του κόσμου – και πιθανότατα όλων των εποχών – αποχώρησε από την Μπαρτσελόνα και ενώ μπορούσε κυριολεκτικά να πάρει μετεγγραφή σε όποια ομάδα και πόλη του πλανήτη επιθυμούσε, εκείνος επέλεξε την άσημη, καταφρονημένη κι άδοξη ομάδα του ιταλικού νότου. Πώς να το εξηγήσεις αυτό; «Ο Μαραντόνα δεν ήρθε στην Νάπολη. Εμφανίστηκε. Ξαφνικά, όπως εμφανίζεται ο Θεός» σχολιάζει ο Πάολο Σορεντίνο, ο καταξιωμένος σκηνοθέτης και γέννημα θρέμμα της πόλης, που περιγράφει τόσο γλαφυρά και τρυφερά τις αντιθέσεις της γενέτειράς του στις ταινίες Parthenope και κυρίως στο The Hand of God και έχει την τιμητική του και στο βιβλίο: «Θυμάμαι κάτι που γράφει ο αγαπημένος μου, ναπολιτάνος σκηνοθέτης, ο Πάολο Σορεντίνο, σε ένα βιβλιαράκι το οποίο δεν κυκλοφορεί στα ελληνικά – ίσως θα πρέπει κάποτε να το μεταφράσω εγώ. Νομίζω ότι το είχα αγοράσει σε ένα κομψό βιβλιοπωλείο στο Τορίνο, η μνήμη μου όμως με προδίδει. Έχει τίτλο Hanno tutti ragione σαν να λέμε «όλοι δίκιο έχουμε» όπως το παλιό τραγούδι των Φατμέ στη δεκαετία του 1980, ο πατέρας μου είχε τον δίσκο σε βινύλιο και εγώ συνήθιζα παιδί να τον ακούω στο πικάπ του σαλονιού τα απογεύματα καθώς το φως έπεφτε μέσα από τις γρίλιες των μισοκατεβασμένων πατζουριών».

H φιλία
Οι δύο συγγραφείς γνώριζαν πως θα χρειαστούν μία ακόμη στιβαρή θεματική, η οποία θα ρέει σιωπηλά σε όλο το κείμενο και θα κορυφώνεται στο τέλος. Κι αυτό ακριβώς συμβαίνει με την άμεση, ειλικρινή και γι’ αυτό συγκινητική αναφορά του Γιάννη Μπαλαμπανίδη για τη φιλία που τρέφει προς τον έτερο συγγραφέα του βιβλίου, Ζώη Κάσαρη.
«Για όλα αυτά τα χρόνια που τον ξέρω, για όσα έχουμε περάσει μαζί, για τα πολιτικά, για τα γκομενικά, και για τότε που, λίγο πριν το καλοκαίρι, παραμονή της 25ης Μαρτίου, πήγαμε για μπάσκετ κι εγώ λιποθύμησα και εκείνος με συνόδευσε μέσα στο νοσοκομειακό και έπειτα στα επείγοντα του νοσοκομείου, όσο χρειάστηκε, και ερχόταν να με επισκέπτεται όλη εκείνη την εβδομάδα…».
Ο Μπαλαμπανίδης εξωτερικεύει την αγάπη προς τον φίλο του με μία ξεκάθαρη και διάφανη μνεία, η οποία ταιριάζει ακριβώς στην ατμόσφαιρα της πόλης που μόλις περιέγραψε. Κατηγορηματικά, λοιπόν, το Bar Italia δεν είναι απλώς ένα βιβλίο για δύο ταξίδια. Είναι η νοητή συνάντηση δύο φίλων που εκκινούν από τη Θεσσαλονίκη και συνομιλούν σε δύο διαφορετικά ταξίδια στην ίδια χώρα για τη Θεσσαλονίκη, τη μνήμη, την πολιτική πραγματικότητα της σύγχρονης Ευρώπης, την πρόσβαση στην ομορφιά και πολλά ακόμη.
⸙⸙⸙
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: ©William Klein. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου όγδοου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]








