Γιάννης Η. Παππάς (επιμέλεια), Λέξεις στα δίχτυα. Το ποδόσφαιρο στη λογοτεχνία. Νέα εμπλουτισμένη έκδοση, 24 γράμματα, Αθήνα 2026.
Μία ανθολογία με λογοτεχνικά κείμενα για το ποδόσφαιρο είναι πάντα ευπρόσδεκτη, όχι μόνον από τους ποδοσφαιρόφιλους αναγνώστες, αλλά και από όλες και όλους εκείνους που υποδέχονται αναγνωστικά κάθε λογοτεχνικό κείμενο, μια και η ειδική θεματική περιοχή των ποδοσφαιρογενών λογοτεχνημάτων ανήκει οργανικά στον καλλιτεχνικό ιστό, ο οποίος περιλαμβάνει συνθέματα που δυνάμει μπορεί να λειτουργήσουν για τους δέκτες με όρους συγκινησιακής δραστικότητας. Η πρώτη έκδοση της ποδοσφαιρικής λογοτεχνικής ανθολογίας, που επιμελήθηκε ο Γιάννης Η. Παππάς, έγινε πριν από δεκαέξι χρόνια (Αρχίζει το ματς, Μεταίχμιο, 2010), όμως στην τωρινή της επανέκδοση η ανθολογία παραδίδεται ανανεωμένη και εμπλουτισμένη, με εμπεριστατωμένο και αναπροσαρμοσμένο Πρόλογο του επιμελητή, στον οποίο προσεγγίζεται και η σχέση του ποδοσφαίρου με τη λογοτεχνία με όρους διαχρονίας.
Η ελληνική ποδοσφαιρική λογοτεχνία δεν έχει, βέβαια, το εκτόπισμα και τη δυναμική της αντίστοιχης αγγλόφωνης, ισπανόφωνης ή ιταλόφωνης, ωστόσο δεν είναι αμελητέα. Η νεοελληνική λογοτεχνία ανέκαθεν «συνομιλούσε» γόνιμα, τόσο με τη γλωσσική και καλλιτεχνική της παράδοση, όσο και με ξένα πολιτισμικά πεδία, οπότε το συγκεκριμένο χαρακτηριστικό, αναπόδραστα και αναμενόμενα, ανιχνεύεται και στον ειδικό χώρο των νεοελληνικών ποδοσφαιρικών κειμένων. Ποιήματα, διηγήματα, αποσπάσματα μυθιστορημάτων και ευάριθμα στοχαστικά δοκίμια Ελλήνων συγγραφέων συγκροτούν τον βασικό κορμό της ανθολογίας, από την οποία όμως δεν απουσιάζουν και ελκυστικά ποδοσφαιρικά κείμενα ξένων συγγραφέων. Ορισμένα από αυτά μεταφράστηκαν επί τούτου, ώστε να περιληφθούν στην εν λόγω επανέκδοση. Δεν είχαν έως τώρα αποδοθεί στα ελληνικά, οπότε η συμπερίληψή τους στον τόμο θα πρέπει να καταγραφεί με υψηλόβαθμο θετικό πρόσημο ως άξονας εμπλουτισμού και της σύγχρονης λογοτεχνίας μας (είναι από καιρό διαπιστωμένο ότι τα μεταφρασμένα κείμενα ανήκουν οργανικά και στη γραμματεία που οριοθετεί η γλώσσα υποδοχής τους, πέρα από την αυτονόητη ένταξή τους στη γραμματεία που επικαθορίζεται από τη γλώσσα του πρωτοτύπου).
Οι φοβερές αλλοιώσεις της φύσης του ποδοσφαίρου, που εμφανίζονται ή και γιγαντώνονται σαν προεκτάσεις και συνέπειες του αθλήματος (τυφλή βία, χουλιγκανισμός, άδικη και σπαρακτική απώλεια ανθρωπίνων ζωών, εμπορευματοποίηση, κάθε είδους ανήθικες και απάνθρωπες συμπεριφορές), αποτελούν, κατά κύριο λόγο, πεδίο μελέτης της κοινωνιολογίας και της ψυχολογίας και, οπωσδήποτε, δεν συμμετέχουν στον σχηματισμό του πυρήνα της φιλοσοφίας του ποδοσφαίρου, παρότι εν μέρει αποτυπώνονται σε αρνητικά προς το ποδόσφαιρο λογοτεχνικά κείμενα. Το ποδόσφαιρο συγκεφαλαιώνει τη βαθύτατη επιθυμία και απόφαση του συνανήκειν με άξονα τον σύλλογό μας αλλά και τους αντίπαλους συλλόγους, γιατί χωρίς αυτούς απονεκρώνεται το άθλημα (ο «σύλλογος» ανήκει στις νοηματικά πυκνότερες και ωραιότερες λέξεις της γλώσσας μας). Ως εκ τούτου, τα ομαδικά αθλήματα, με κορυφαίο το αναντίρρητα δημοφιλέστερο, καλλιεργούν την κουλτούρα τού εν αθλητική συγκρούσει συνυπάρχειν, και αυτό είναι κάτι που αφορά και τη φιλοσοφία του ποδοσφαίρου και τη λογοτεχνική έκφρασή της.
Υπάρχουν και πολλά λογοτεχνικά κείμενα από τα οποία αναδύεται αρνητισμός για το ποδόσφαιρο ως άθλημα αλλά και ως κοινωνικό φαινόμενο. Ορισμένα από αυτά (και σωστά!) εντάχθηκαν στην ανθολογία, στο πλαίσιο της οποίας μπορεί να πρωτεύουν κείμενα που αναδεικνύουν τη χαρά, τον ενθουσιασμό, τις ποικίλες ψυχικές εντάσεις και τη συλλογικότητα του αθλήματος, όμως δεν παρακάμφθηκαν και λογοτεχνήματα που καθρεφτίζουν τις αρνητικές προεκτάσεις του «βασιλιά των σπορ».
Κοινότοπο αλλά ορθό: η σύνταξη μιας ανθολογίας είναι και μία πράξη κριτικής αξιολόγησης. Ο επιμελητής ευστόχησε, γιατί τα επιλεγμένα κείμενα, στη συντριπτική πλειοψηφία τους και ανεξαρτήτως των ιδεολογικών θέσεων που ενσωματώνουν, διαβάζονται με ενεργοποιημένους τους μοχλούς της αισθητικής λειτουργικότητας. Καίριο, ωστόσο, αναφύεται το ερώτημα: Μα είναι δυνατόν ένα ποδοσφαιρογενές λογοτέχνημα συγκινησιακά να ελκύσει αναγνώστες που δεν συμπαθούν ή και απεχθάνονται το ποδόσφαιρο; Η απάντηση βρίσκεται στο ότι κάθε ποδοσφαιρικός αγώνας, ανεξάρτητα από τη χαρά και τη συναισθηματική δόνηση που προσφέρει στον θεατή και στον αθλητή, εμπεριέχει την έναρξη, τη διεξαγωγή και το τέλος. Η φιλοσοφία του αθλήματος περικλείει την αναμονή τής συναισθηματικά σύνθετης ποδοσφαιρικής πράξης, την ψυχική ταλάντωση της βίωσης του αγώνα, αλλά και την πικρή γνώση του αναπόφευκτου τέλους του. Εάν στη φιλοσοφική ενατένιση της ανθρώπινης ύπαρξης, αντικαταστήσουμε τον ποδοσφαιρικό αγώνα με την πορεία της ζωής, θα απολήξουμε σε ομόλογη επίγνωση. Τα καλύτερα ποδοσφαιρικά κείμενα δεν είναι αυτά που θεματικά και βιοθεωρητικά εξαντλούνται στην ποδοσφαιρική κυριολεξία, αλλά εκείνα που τη συνδυάζουν με την υπαρξιακή αναρώτηση. Τέτοια κείμενα δίνουν τον κύριο τόνο στην ανθολογία Λέξεις στα δίχτυα. Ο έρωτας, ο χρόνος, ο θάνατος, το «άνοιγμα» προς τον συνάνθρωπο, η εναγώνια αναζήτηση της δικαίωσης του ανθρώπου ως οντότητας συγκροτούν, υπερτοπικά και διαχρονικά, τον βαθύτερο θεματικό πυρήνα των σημαντικών λογοτεχνικών κειμένων και ορισμένα από αυτά αξιοποιούν και την ποδοσφαιρική συνθήκη ως υλικό της δόμησής τους. Κατά τούτο, θα ήταν εφικτό να διαβαστούν – με ενδεχόμενες, βέβαια, διαβαθμίσεις της αναγνωστικής απόλαυσης – από όλες και όλους μας.
⸙⸙⸙
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: ©Pedro Luis Raota Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου όγδοου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]








