Κώστας Μαυρουδής, Ο Χ. είπε. Πεζά κείμενα, Κίχλη, Αθήνα 2026.
Το περίμενα αυτό το βιβλίο του Κώστα Μαυρουδή, υπενθύμιση της δικής μου «αισθητικής αγωγής», «αισθηματικής αγωγής» κατά Φλωμπέρ, ή και «μυθικής αγωγής», κατά τον συγγραφέα. Κάπως έτσι νιώθω όταν προσεγγίζω τη γραφή του, σαν να επιστρέφω στο σπίτι μου. Άλλωστε, όπως σημειώνει και ο ίδιος στο προηγούμενο βιβλίο του, Το αλάτι του Bad Ischl: «Οι επιλογές μας προέρχονται από μυθικές αγωγές. Οι αισθητικές κλίσεις μας μεροληπτούν, δεν γνώρισαν τις ελευθερίες που νομίζουμε».
Κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης, αλλά και εξαρχής, συνειδητοποιείς ότι δεν πρόκειται για τον άγνωστο χ που θα επιλύσει τη λογοτεχνική εξίσωση, αλλά για τον ίδιο τον συγγραφέα. Ένα εύρημά του για να καθυποτάξει τη μνήμη (ή εκείνη τον ίδιο;) σε μια λογοτεχνική αφήγηση, με τρόπο πολυπρισματικό (κείμενα, βιβλιογραφικές αναφορές, αναγνωστικές μνήμες, μικροδοκίμια, αφορισμοί και αποφθέγματα), που εμπλέκει και τον αναγνώστη σε αυτό το παιχνίδι αναμόχλευσης της μνήμης.
Όχι δεν αυτοβιογραφείται, όπως σημειώνει σε κάποιο σχόλιο ο ίδιος, προτείνοντας τον όρο «αυτομυθοπλασία», τον οποίο εισήγαγε ο Γάλλος συγγραφέας Serge Doubrovsky το 1977. Αναβιώνει ένα ολόκληρο σύμπαν (γεγονότα, ιστορίες καθημερινότητας, εικαστικά και κινηματογραφικά δρώμενα, πρόσωπα, αλλά κι συζητήσεις και αφηγήσεις) που ο ίδιος κάποτε, ανάλογα με την έμπνευσή του, ίσως παραποιεί κατά το ωφέλιμον και απαιτούμενο της γραφής.
Ο στόχος του είναι να προσδώσει «αθανασία» σε ό,τι βιώθηκε και ο χρόνος το προσπέρασε (ένα χρηστικό αντικείμενο όπως ένα κομμάτι γυαλί, σε ένα πρόσωπο του περιβάλλοντος (θεία, πατέρας, μητέρα), μια τυχαία συνάντηση (μια κινηματογραφική μνήμη, π.χ. Οι διακοπές του κυρίου Υλό, Ζακ Τατί, 1952), αλλά και σε κάτι ίσως ασήμαντο και ευτελές, μια λεπτομέρεια που διεκδικεί παρουσία ως καταγραφή περιστατικού.
Νοέμβριος 2000
Δεν έπαψα ποτέ να περιμαζεύω ασήμαντα ευρήματα. Ένα σύρμα που πήρε ”δημιουργικό” σχήμα, ένα μόβ μανταλάκι πεσμένο από εξώστη (Μεγάλη εβδομάδα στην Κεφαλονιά) κόκκινα πώματα της μπίρας Peroni (Tεργέστη), ένα παιδικό στιλό και μια γαλάζια μπαντάνα σε πάρκο του Μπάρι. Αποκαλύπτω τον παλιμπαιδισμό μου μόνο σ’ εκείνον με την ομολογημένη ταύτιση: «[…] τα μικρά πράγματα μετράνε! Αγνοήστε τα, και πίκρα πνίγει τη φαντασία» (William Carlos Williams), H κόρη στην κόλαση Ι. ΙΧ.).
Η μορφική αρτιότητα, η σωστή λέξη στη σωστή θέση, «le mot juste» είναι και πάλι ο διακαής πόθος και η διαρκής αγωνία του συγγραφέα. Παραθέτω ενδεικτικούς αφορισμούς:
«Δεσμώτης στο κελί των κριτηρίων μου».
«Υπήρξε πάντα αβέβαιος για ό,τι έγραφε. Αφότου όμως διάβασε (στους Μεγαλοφυείς του Τσέζαρε Λομπρόζο) ότι αυτό είναι μια απ’ τις συνηθέστερες νευρώσεις των προσωπικοτήτων, το να απορρίπτει ή να αλλάζει διαρκώς τα κείμενά του έγινε πιο θελκτικό απ’ το να τα δημοσιεύσει».
«Η άποψη του Βολταίρου ότι η “Αταλί” του Ρακίνα αγγίζει την τελειότητα είναι μια κριτική για το έργο, ακούσια όμως τονίζει και το διαρκώς διαφεύγον της εντέλειας».
«Πώς να το κάνουμε; Το έργο, ως ζήλος για το ακατόρθωτο αιώνιο, είναι ένα αίτημα οίκτου».
Μια λογοτεχνική ξενάγηση, στον τόπο και στον χρόνο, ανάλογη με εκείνη στον χώρο ενός μουσείου. Η διακειμενικότητα αποτελεί και εδώ ένα από τα χαρακτηριστικά της γραφής του. Αφηγηματικότητα, γλωσσική λιτότητα, ευκρίνεια, ποιητικότητα διάστικτη από μια θλίψη για ό,τι μας εγκαταλείπει, σκωπτικότητα, και βέβαια ευφυΐα στην παρατήρηση και στον σχολιασμό:
«Θέλοντας να δώσει την μέγιστη απτότητα στην ποίηση του άρχισε να την εκδίδει στη γραφή Μπράιγ».
«Γιατί άραγε, η φράση του Κοκτώ “Έχει μια γλυκύτητα η λάσπη, η ανθρώπινη, τρυφερή λάσπη μας” δεν με παραπέμπει τόσο στην εικόνα της “Γένεσης” (κεφ. 2, 7) όσο στον υπαινιγμό ενός ακόλαστου γέρου;»
«Δεν υπάρχει τίποτα πιο ευγενές», λέει ο Φλωμπέρ, «από τον στοχασμό του κόσμου που μας περιβάλλει».
Ο στοχασμός και η διάσωση αυτού του κόσμου ως γοητευτικό αφήγημα, (έστω αν κάποτε η πραγματικότητα και η κυριολεξία παρεκκλίνει από τη δική του αισθητική) είναι και εδώ κύριο μέλημα.
«Όσες αρετές κι αν του αναγνωρίσουμε, ο ποιητής κουβαλά, γονιδιακά τη διαταραχή του νάρκισσου και το στοιχείο της γραφικότητας. Κανείς δεν κέρδισε μια θέση στην ποίηση ασυμφιλίωτος με τον στόμφο, την παρωδία και, συχνά, το ευτράπελο».
Θα ολοκληρώσω αυτόν τον προσωπικό σχολιασμό (που σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί κριτική) με ένα απόσπασμα από το «Προσχέδιο», αναφορά στις Διακοπές του κυρίου Υλό. Την ταινία, βέβαια, θα αποκαλύψω ότι μου την πρότεινε προ καιρού ο Κώστας Μαυρουδής όταν τον ρώτησα για την πλέον αγαπημένη του επιλογή. «Την βλέπω σχεδόν κάθε μήνα», μου είπε. Μου πρότεινε να την παρακολουθήσω απερίσπαστη, όπως και έκανα:
»Οι ιστορίες των διακοπών κοιτάζουν διαρκώς στην έξοδο. Περισσότερο απ’ όσο άλλα θέματα, υπάρχουν εν όψει του επιλόγου τους. Θυμάμαι την παρατήρηση του συμφοιτητή μου για τη μέρα της αναχώρησης του Υλό: τις βαλίτσες στα σκαλοπάτια του ξενοδοχείου, τη χωρίς ανταπόκριση επιθυμία του να τον προσέξουν, να τον υπολογίσουν. Περνά αδιάφορος, αθέατος φορέας του εαυτού του. Κατ’ εξαίρεσιν, εκείνη, που λίγο αργότερα τον πλησιάζει στην παραλία, του μιλά τρυφερά: «Θα έρθω πάλι του χρόνου. Πόσο ωραία ήταν. Κι εσείς θα ’ρθείτε, έτσι δεν είναι;». Απομακρύνεται μ’ αυτή την προσδοκία, με τον καταπιεσμένο σύζυγό της –όπως πάντα λίγα μέτρα πίσω της–, που έχει δώσει συνωμοτικά στον Υλό μια κάρτα του. Απ’ τους επιβιβαζόμενους στο λεωφορείο ακούγονται οι φράσεις: «Εις το επανιδείν!», «Ξέρετε τη διεύθυνσή μου!», «Να μη χαθούμε!».
»Συνάντησα την έκφραση «Το αιώνιο καλοκαίρι του Ερίκ Ρομέρ». Είναι αναφορά στη θεματική εμμονή του σκηνοθέτη για τις παραλίες και τους έρωτες των νεαρών ηρώων του («Η πράσινη ακτίδα», «Η Πωλίν στην πλαζ», «Ιστορίες του καλοκαιριού»). Θυμάμαι επιπλέον το σλόγκαν: «Ζήσε το καλοκαίρι σου σαν να είναι ταινία του Ρομέρ». Όμως οι παραλίες εκείνου κυριολεκτούν. Υπάρχει συνοχή με τη ζωή. Οι ήρωες κυκλοφορούν σαν φυσικά πρόσωπα. Αντίθετα, ο αμίλητος ένοικος του Hôtel de la Plage ζει τη σύγχυση ως νόημα. Τίποτε απ’ αυτά που είδαμε δεν έχει προϋπάρξει, ούτε και θα ξανασυμβεί. Οι χαρακτήρες είναι πινακοθήκη ιλαρότητας και κάθε δράση υπηρετεί την ανατροπή της. Ό,τι εμφανίζεται γύρω από τον κύριο Υλό (απ’ την πρώτη ήδη σκηνή) σκοπεύει στην παρωδία, δεν υπάρχει φυσικός ρυθμός, ούτε θέση για το καθημερινό αυτονόητο».
Και τέλος, επιρρεπής εκ φύσεως και ιδιοσυγκρασίας σε παντός τύπου συνειρμούς, θα εκτεθώ λέγοντας ότι το φωτεινό κοραλοκόκκινο χρώμα στο εσωτερικό του εξωφύλλου (που το παρατήρησα ξαφνικά, νομίζοντας ότι είναι σελιδοδείκτης) σε κοντράστ με το ανοιχτό μπεζ του εξωφύλλου με την απεικόνιση των υποδημάτων, μου θύμισε τη διάσημη κόκκινη σόλα στα παπούτσια του Christian Louboutin, το 1992.
Είδε τη βοηθό του να βάφει τα νύχια της με κόκκινο βερνίκι νυχιών και η έμπνευση ήταν άμεση. Πήρε το βερνίκι νυχιών, έβαψε τη σόλα κόκκινη και αυτό ήταν. Μια οξυδερκής παρατήρηση δημιούργησε τον μυθικό πειρασμό των γυναικών!
Γυναικείος συνειρμός ομολογώ, αλλά συνέβη!
⸙⸙⸙
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Η φωτογραφία είναι από την ταινία Οι διακοπές του κ. Υλό. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου όγδοου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]








