frear

Για το «Εκεί που πας είναι φθινόπωρο και είναι σκοτάδι» – γράφει ο Κώστας Καναβούρης

Ένας λυγμός και μια υπόσχεση

Η συλλογή ποιημάτων Εκεί που πας είναι φθινόπωρο και είναι σκοτάδι, από τις εκδόσεις «Εκάτη» (2026), είναι το πέμπτο βιβλίο ποίησης του Θωμά Τσαλαπάτη που εμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα το 2011 με τη συλλογή Το ξημέρωμα είναι σφαγή Κύριε Κρακ.

Ο Θωμάς Τσαλαπάτης ανήκει σε μια λαμπρή, απ’ ό,τι δείχνει η πορεία της, ομάδα ποιητών και ποιητριών, κάθε άλλο παρά ολιγομελούς (κατά το μέτρο του πράγματος), που έκανε τα πρώτα της βήματα μετά το 2000, παρουσιάζοντας μέχρι σήμερα ένα έργο που, προσωπικά, μου προκαλεί βαθιά εκτίμηση και με γεμίζει αισιοδοξία για το μέλλον της ποίησης που γράφεται στην ελληνική γλώσσα.

Εκεί που πας είναι φθινόπωρο και είναι σκοτάδι, λοιπόν. Ένα ποίημα που είναι τρία ποιήματα, τρία ποιήματα που είναι ένας λυγμός. Το πένθος, η οριστική απώλεια, ένα από τα ολιστικά θέματα της λογοτεχνίας παγκοσμίως σε όλη την πορεία της ανθρωπότητας, είναι και εδώ το θέμα ή ακριβέστερα νομίζω η αφορμή για να γραφτεί αυτή η συλλογή. Αυτή η οντολογική ικανότητα της Τέχνης να επαναλαμβάνει μοναδικά και ανεπανάληπτα το χιλιοειπωμένο, όπως ποτέ πριν από κάθε έργο, αλλά και ποτέ μετά. Να, όπως η κάθε νιφάδα επαναλαμβάνει μοναδικά το χιόνι.

«Είμαστε όλοι αναγκασμένοι να αντιγράφουμε αντίγραφα», έλεγε ο μέγας Γέητς και ο Θωμάς Τσαλαπάτης αυτό ακριβώς κάνει: αντιγράφει τον συγκλονισμό μπροστά στον θάνατο, με την πανανθρώπινη οδύνη της κάθε φορά μοναδικότητας. Ο θάνατος του πατέρα που τραυματίζει το Εγώ, που θρυμματίζει το δεδομένο για να δημιουργήσει με τα συντρίμμια του τον καινούργιο εγώκοσμο.

Ο θάνατος, ως απόλυτος εκθεμελιωτικός σεισμός δηλαδή. Από τη μια η ανεπίστρεπτη απώλεια που καμιά θρησκεία δεν μπόρεσε να παρηγορήσει με τη μέλλουσα ζωή, αλλιώς δεν θα υπήρχε το πένθος. Κι από την άλλη ο θάνατος ως γέννα, με την ανάδυση του γυμνού εαυτού, ως υπεύθυνου φορέα της αδιάκοπης συνέχειας του χρόνου και του κόσμου.

Το πένθος, και αυτό το αποδίδει ο Θωμάς Τσαλαπάτης με όλη τη δυναμική της ποίησης, είναι η συνταρακτική στιγμή όπου όλα συμβαίνουν. Το θαύμα της ζωής. Μπορεί όπως λέει ο Έλιοτ ο κόσμος να τελειώσει μ’ έναν λυγμό, όμως ως τότε και θα γεννιέται ο κόσμος μέσα από έναν λυγμό. Με άλλα λόγια, το σκοτάδι του επέκεινα που υπάρχει και στον τίτλο της συλλογής είναι το συλλογικό μας πένθος μπροστά στο τραύμα της ανυπαρξίας που λέγεται ζωή κατά το μονόστιχο ποίημα του Γιάννη Ρίτσου.

Έχουμε να κάνουμε λοιπόν, μ’ ένα αλτάρι, έναν βωμό λυρισμού, με τα θεμέλιά του όμως βαθιά ριζωμένα στον ρεαλισμό του σώματος. Του καθ’ όλου σώματος της ύπαρξης, του καθ’ όλου σώματος της αγάπης που αντιστέκεται στη χυδαιότητα της σπατάλης, θεωρώντας την ένα είδος δομικής ψευδολογίας που υποδουλώνει το γένος των ανθρώπων, όταν οι χυδαίοι ορίζουν τα καλούπια του καθημερινού χρόνου. Και εδώ έρχεται η συγκλονιστική παρουσία του πένθους που απελευθερώνει τη συσσωρευμένη αγάπη για να δημιουργήσει την επαναστατική σχάση της ύλης: την αθανασία της θνητότητας.

Θα πει ο ποιητής στη σελίδα 38 και το δάκρυ του θα γίνει το δικό μας δάκρυ σ’ αυτή την απέραντη αιθρία που λέγεται ποίηση:

Εμείς έχουμε τους νεκρούς να πονάνε για μας
και ζωντανούς για να διψάνε
νεκρούς πατεράδες και ζωντανούς γιους
πρέπει να εξετάσουμε όλα τα ενδεχόμενα
όλα τα αντίο
με μόνη μας πρόθεση την αγάπη

Γιατί βέβαια μόνο με την αγάπη μπορούμε να ισορροπήσουμε στο αχανές, αντέχοντας το βάρος της αμφιβολίας, το βάρος δηλαδή των χθόνιων πραγμάτων που δεν έχουμε ακόμα ονομάσει, όπως θα πει λίγους στίχους παρακάτω:

Ω, σπασμένοι κωδικοί του σώματος
ω, το σχήμα μας
στο αμπάρι κάθε νοήματος.
Δεν έχει άνοιξη η σκουριά.
Το μόνο που εμπιστεύομαι είναι οι αμφιβολίες μου.
Τον μετεωρισμό ανάμεσα σε δυο τίποτα
και μια εκδοχή του κάτι.

Η αμφιβολία ανάμεσα στην κάθοδο στον Άδη, αλλά και την κάθοδο στη ζωή. Αυτό τον μετεωρισμό με οδηγό το φτερούγισμα της σκιάς του πατέρα που το ακούς να έρχεται από παντού και να σε πηγαίνει παντού, σε μια θάλασσα που μοιάζει να μην έχει όχθες. Μια απεραντοσύνη όπου ο χρόνος μοιάζει με κλοπή της ύπαρξης αλλά και όπου η ύπαρξη λεηλατεί τον χρόνο και γίνεται αθανασία. Μόνο η αληθινή ποίηση μπορεί να το πει ολόκληρο και η ποίηση του Θωμά Τσαλαπάτη το λέει. Ένα μολύβι που ρουφάει τη μύτη του κι ένα νυστέρι να σου σκουπίζει τα μάτια, κόβοντας στα δυο το χώμα, είναι νομίζω τα εργαλεία με τα οποία γράφτηκε αυτό το βιβλίο σαν παιχνίδι της ανάσας και σαν εγκοπή της απροστάτευτης έκπληξης μέσα στον λυγμό ενός παιδιού. Τον λυγμό που λέγαμε προηγουμένως.

Έναν λυγμό, βέβαια, που δεν συμβαίνει ερήμην τής πραγματικότητας αλλά προχωράει μαζί της, ανάμεσα στα Καυδιανά της δίκρανα, ανάμεσα στους Εσταυρωμένους της Αππίας οδού. Ανάμεσα στα θύματα της ατιμωτικής θανάτωσης – ατιμωτικός θάνατος ήταν η σταύρωση, για τους δούλους και τους εξεγερμένους – πενθώντας τα, εξ ονόματος του πεφιλημένου νεκρού, με το πένθος που τους αξίζει. Κι έτσι το ποίημα δεν είναι ένα στατικό γλωσσικό περιστατικό. Θα λέγαμε ότι είναι ένα γλωσσικό road movie που προχωράει ως εκεί «που είναι φθινόπωρο και είναι σκοτάδι». Και τελειώνει με μια υπόσχεση που αλλάζει τη μελαγχολία μας, κάνοντας τούς θύτες να ανησυχούν: «Μια μέρα/ η ομορφιά θα είναι η εκδίκησή μας». Αυτή η υπόσχεση είναι ο λυγμός του.

⸙⸙⸙

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: ©Aleksey Myakishev. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου όγδοου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη