Θωμάς Ιωάννου, Ανοιχτή ημερομηνία, Πόλις, Αθήνα 2025.
Σάββατο του Λαζάρου υποδεχόμαστε στη Λάρισα τον Θωμά Ιωάννου, ο οποίος σαν άλλος Λάζαρος έβγαλε τη δεύτερη ποιητική συλλογή 14 ολόκληρα χρόνια μετά την πρώτη (Ιπποκράτους 15) το 2011. Μια μεγάλη απόσταση που δικαιολογείται με τα ποιήματα που μας παραδίδει τώρα. Θυμάμαι χαρακτηριστικά όταν του ζήτησα ποιήματα για το έντυπο Ανωνύμως του μακαρίτη Βάσου Γεώργα εκεί γύρω στο 2022, μου απάντησε ταπεινά «σ’ ευχαριστώ που με θυμήθηκες». Δεκαπέντε σχεδόν χρόνια σιωπής. Μια σιωπή μακρά, αλλά γόνιμη· γιατί τα ποιήματα που φέρνει μαζί του δικαιώνουν αυτή την καθυστέρηση. Δεν πρόκειται για ανάσταση· πρόκειται για ωρίμανση.
Μαζί με τον Θωμά Ιωάννου επιτρέψτε μου να καλωσορίσω στη Λάρισα τους Νευροψυχιάτρους λογοτέχνες Μάκη Λαχανά, Γιώργο Χειμωνά, Αριστοτέλη Νικολαΐδη, Μάριο Μαρκίδη, Μανώλη Πρατικάκη, Νίκο Σιδέρη, Γιάννη Ζέρβα, Αθανάσιο Αλεξανδρίδη και Θανάση Χατζόπουλο. Ο Ιωάννου ακολουθεί μια ευγενή παράδοση που θέλει τους γιατρούς-ποιητές να συντάσσονται με την προτροπή του William Carlos Williams: «no ideas but in things». Ο Ιωάννου εντάσσεται σε εκείνη τη διακριτική αλλά επίμονη παράδοση των γιατρών-λογοτεχνών, και ειδικότερα των νευρολόγων και ψυχιάτρων, που βλέπουν τον άνθρωπο ταυτόχρονα ως σώμα και ως αίνιγμα. Το βλέμμα τους είναι διπλό: κλινικό και υπαρξιακό. Η γλώσσα τους, λιτή και ακριβής, θυμίζει καταγραφή περιστατικού· κι όμως, μέσα της πάλλεται μια ένταση σχεδόν εκρηκτική. Το σώμα –με τα όργανά του, τις δυσλειτουργίες, τον πόνο– δεν είναι απλώς υλικό, αλλά φορέας νοήματος.Ο λόγος είναι καθημερινός (σαν καταγραφή περιστατικού) και παροιμιώδης. Ας δούμε λοιπόν πως συγκλίνουν όσα αναφέραμε στο καταληκτικό ποίημα της συλλογής:
ΜΕΤΑΞΥ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΚΑΙ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ
«Συνέπεια μαρασμού, τελευταία περίοδος προϊούσης γενικής παραλύσεως»
Τάχα δεν ξέρουν από τι πηγαίνουμε οι άνθρωποι
Και γράψανε πως «συνεπεία μαρασμού»
Τα λογικά και τη ζωή του έχασε
Απ’ ώρα σ’ ώρα τον περίμεναν
Τα μέτρα παίρνοντάς του για το γαμπριάτικο
Σ’ ένα φτηνό κόντρα πλακέ
Ανάσκελα να ξαπλωθεί
Της γης του το χρυσάφι
Όμως δεν άνθισε ματαίως η ζωή μας
Εκεί που δε μας σπείρανε φυτρώσαμε
Με των ματιών μας τους βολβούς
Απότομα ψηλώνοντας στο φως
Τρέχαν τα μάτια και οι μύτες μας
Με το παραμικρό αρπάζοντας
Το βήχα και τον έρωτα
Πού να κρυφτούν δεν ξέρουν
Με σαραντάρια ακατέβατα
Και ακροαστικά της άνοιξης
Φιλάσθενοι του πάθους από κούνια
Σε άσυλα να μπαινοβγαίνουμε
Με μοίρας ελευθέρας
Και των θεών τ’ ακαταλόγιστο
Τα πέταλα μαδώντας μιας ροδάνθης
Λουνάτικο Δαφνί Δρομοκαΐτειο
Μέρη που πήρανε αέρα τα μυαλά μας
Έξω φρενών κι έξω καρδιά
Στο κάλεσμα του δρόμου
Το ποίημα του Θωμά Ιωάννου αποτελεί ένα χαρακτηριστικό δείγμα γραφής όπου η ιατρική εμπειρία, και ειδικότερα η νευρολογική ματιά, διαπλέκεται οργανικά με την ποιητική έκφραση. μια γλώσσα που ισορροπεί ανάμεσα στο καθημερινό και στο επιγραμματικό, χωρίς να φοβάται τη σκληρότητα ή την ειρωνεία. Από τον πρώτο κιόλας στίχο, η παρουσία μιας σχεδόν ιατροδικαστικής διατύπωσης («συνέπεια μαρασμού…») από το πιστοποιητικό θανάτου του Γ. Βιζυηνού (ο οποίος είχε σπουδάσει Ψυχολογία στη Γερμανία) με τα βαθύτερα αίτια που απορρέουν από τις εμπειρίες του βίου μας: «Τάχα δεν ξέρουν από τι πηγαίνουμε οι άνθρωποι/ και γράψανε πως «συνεπεία μαρασμού»/ τα λογικά και τη ζωή του έχασε» εισάγει τον αναγνώστη σε ένα πεδίο όπου η γλώσσα της επιστήμης επιχειρεί να ορίσει το τέλος της ζωής. Ωστόσο, η ειρωνική αμφισβήτηση που ακολουθεί («Τάχα δεν ξέρουν από τι πηγαίνουμε οι άνθρωποι») υπονομεύει αμέσως αυτή τη βεβαιότητα, αναδεικνύοντας το χάσμα ανάμεσα στη διάγνωση και στην υπαρξιακή αλήθεια. Η φράση «Λουνάτικο Δαφνί Δρομοκαΐτειο / μέρη που πήρανε αέρα τα μυαλά μας» αναφέρεται ποιητικά σε ιστορικά ψυχιατρικά ιδρύματα της Αττικής, χρησιμοποιώντας τον όρο «Λουνάτικο» (από το αγγλικό lunatic) για να αποδώσει μια ατμόσφαιρα αποσυμπίεσης, «αέρα» και αποδέσμευσης από τον συμβατικό ορθολογισμό. Στο ποίημα κυριαρχεί η έντονη παρουσία του σώματος. Το ανθρώπινο σώμα εμφανίζεται αρχικά ως αντικείμενο μέτρησης και προετοιμασίας για την ταφή, μέσα από εικόνες που συνδυάζουν το τελετουργικό του θανάτου με μια πικρή ειρωνεία («γαμπριάτικο», «φτηνό κόντρα πλακέ»). Ωστόσο, αυτή η απογύμνωση αντισταθμίζεται από στιγμές ποιητικής ανάτασης, όπου η ζωή παρουσιάζεται ως μια δύναμη που επιμένει και ανθίζει ακόμη και σε αντίξοες συνθήκες («εκεί που δε μας σπείρανε φυτρώσαμε»).
Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι η σύνδεση σωματικότητας και συναισθήματος. Ο βήχας και ο έρωτας παρουσιάζονται ως ισότιμες εκδηλώσεις του σώματος, ανεξέλεγκτες και αποκαλυπτικές, ενώ η φράση «φιλάσθενοι του πάθους από κούνια» συνοψίζει με ακρίβεια πόσο εύθραυστοι είμαστε οι άνθρωποι. Η ασθένεια, το πάθος και η επιθυμία δεν διαχωρίζονται, αλλά συνυπάρχουν ως βασικές όψεις της ίδιας εμπειρίας.
Σημαντικό ρόλο παίζουν και οι αναφορές σε ψυχιατρικούς χώρους, όπως το Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής και το Δρομοκαΐτειο. Οι χώροι αυτοί δεν παρουσιάζονται απλώς ως τόποι εγκλεισμού, αλλά μετατρέπονται σε πεδία όπου «παίρνουν αέρα τα μυαλά», δηλαδή σε χώρους οριακής ελευθερίας, όπου η τρέλα και η απόκλιση αποκτούν μια διαφορετική, σχεδόν απελευθερωτική διάσταση. Η χρήση της έννοιας του «ακαταλόγιστου» συνδέει την ψυχιατρική με τη μοίρα και το θείο, διευρύνοντας το πεδίο του ποιήματος πέρα από την επιστημονική παρατήρηση. Στο τέλος, η κίνηση προς τον δρόμο («έξω φρενών κι έξω καρδιά») λειτουργεί ως μια διττή έξοδος: από τη λογική αλλά και προς τη ζωή.
Η συλλογή Ανοιχτή ημερομηνία κινείται σε έναν άξονα όπου ιστορία, σώμα και εμπειρία διασταυρώνονται. Η ποίηση εδώ δεν εξιδανικεύει· αντιθέτως, καταγράφει, ειρωνεύεται, απογυμνώνει. Και μέσα από αυτή την απογύμνωση, αφήνει να φανεί κάτι βαθύτερο: η επιμονή της ζωής εκεί όπου δεν την περιμένεις.
⸙⸙⸙
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: ©Katia Berestova. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου έβδομου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]








