Μαρία Καντ (Καντωνίδου), Punctum, Εκδ. Gutenberg, Αθήνα 2025.
Ήταν το 2021 που η Μαρία Καντ (Καντωνίδου) μας αιφνιδίασε με την πρώτη της συλλογή Stanza από τις εκδόσεις Gutenberg. Μια συλλογή που ήδη από τον τίτλο της προετοιμάζει για την αμφισημία των νοημάτων που περιέχει, αφού stanza στα αγγλικά σημαίνει σχεδόν αποκλειστικά «στροφή» ποιήματος, ενώ στα ιταλικά σημαίνει δωμάτιο, κάμαρα. Με άλλα λόγια, η Μαρία Καντ ήδη από την πρώτη της συλλογή, με εντυπωσιακή ορμητικότητα, καταθέτει μια ολοκληρωμένη αντίληψη για την ποίηση και την ποιητική γλώσσα ως φιλοσοφικό επιχείρημα: εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με ένα γλωσσικό γεγονός, αλλά με μια εμπειρία. Δεν διαβάζουμε απλώς, ζούμε μέσα στον χρόνο που δημιουργεί η γλώσσα, η οποία στην ποίηση βρίσκει τον χώρο για να δημιουργήσει μια καθολική οντολογική κατάσταση.
Τώρα, ο δρόμος που άνοιξε με την πρώτη συλλογή μοιάζει να βαθαίνει με τη δεύτερη, το Ρunctum (εκδόσεις Gutenberg). Kαι πάλι αμφισημία, αφού punctum ναι μεν σημαίνει σημείο, κουκκίδα, κυρίως όμως εδώ πρόκειται σαφώς για το Μπαρτικό punctum που στη φωτογραφική θεωρία περιγράφει τη λεπτομέρεια που διαρρηγνύει το συμπαγές στην εικονοποιία ροής και αγκυλώνει το βλέμμα, προβιβάζοντας τη στιγμή σε ολότητα περιεχομένου και τη ρωγμή σε ρήξη με την τετριμμένη κατανόηση του κόσμου. Έτσι ο διάλογος της γλώσσας των λέξεων με τη γλώσσα της φωτογραφίας (οικονομημένος σε μικρότερο βαθμό από ότι στην πρώτη συλλογή γιατί υπάρχουν άλλες αισθητικές ανάγκες στη δομή), μόνο τυχαίος δεν μπορεί να θεωρηθεί, ούτε βέβαια είναι κάποιο τεχνικό εύρημα προς εντυπωσιασμό.
Είναι νομίζω η πολύ σοβαρή προσπάθεια για να δείξει ότι η γλώσσα είναι ένα καθολικό, συμπαντικό θα έλεγα, γεγονός, που μόνο μέσα από τις ρωγμές μπορούμε να αντιληφθούμε ή καλύτερα να φανταστούμε κάπως το ασύλληπτο μέγεθός του και το ταυτόχρονο των άπειρων νοημάτων του. Νομίζω ότι για την Μαρία Καντ η γλώσσα είναι ο ίδιος ο χρόνος ως διαρκής επιμήκυνση ώστε να μπορούμε, με τη διαμεσολάβησή της, να αντέξουμε το κολοσσιαίο βάρος της ομορφιάς που μας περιβάλλει. Δηλαδή το βάρος των νοημάτων της ομορφιάς που είμαστε και που Είναι. «Η ομορφιά» έλεγε ο μεγάλος αρχιτέκτονας και πολεοδόμος Αριστομένης Προβελέγγιος (1914-1999), «είναι ένας συμπαντικός κώδικας του λέγειν που μπορεί να αντιληφθεί και το πιο μικρό μυρμήγκι». Γι’ αυτό, τα πάντα είναι γλώσσα, είτε τη μιλάς, είτε τη βλέπεις, είτε την ονειρεύεσαι, είτε ακόμη την κουβαλάς σαν μαρτύριο σ’ έναν ατελείωτο Γολγοθά ή σαν πέτρα του Σίσυφου.
Αυτό το υπόστρωμα της ύπαρξης ανασκαλεύει το punctum της Μαρίας Καντ. Αυτό το πολύτροπο ποιητικό αίτιο που σου διαφεύγει διαρκώς, πηγαίνοντας κι όλο πηγαίνοντας από ρωγμή σε ρωγμή, από λεπτομέρεια σε λεπτομέρεια, από αιφνιδιασμό σε αιφνιδιασμό. Με γλώσσα που είναι σκέτη γλώσσα. Τόσο γυμνή ώστε λέει τα πάντα μέσα από τη γυμνότητά της, έτσι που στο τέλος να γίνεται εντυπωσιακή με έναν λυρισμό που μόνο μέσα από τις σιωπές του μπορείς να αντιληφθείς. Όταν δηλαδή σκοντάφτεις πάνω του. Όταν ένα ξέφτι από κούραση ή από ματαίωση, ας πούμε, σε κάνει να αντιληφθείς ότι έχεις σκοντάψει πάνω σε έναν άνθρωπο. Και να είναι τόσο παρήγορο το τράνταγμα! Γιατί τότε αντιλαμβάνεσαι ότι υπάρχεις. Επειδή, ακριβώς, υπάρχει ο Άλλος. Αυτή είναι η γυμνή γυμνότητα του γυμνού Εγώ που συνομιλεί με τη γυμνότητα του καθ’ όλου κόσμου.
«Πιο γυμνό ένα δέντρο γυμνό, έλεγε» θα γράψει η Μαρία Καντ στο ποίημα «Από το σώμα του πετάγονταν φύλλα» και θα συνεχίσει: «Καιρό τώρα το κάτω κατώι γέμιζε φύλλα./ Έπαιρνε το φαράσι και τα μάζευε. Φαρδύ,/ από τσίγκο και τα μάζευε. Τους μίσχους/ χώρια. Ευοί – Ευάν και παπαί// Δεν ήταν ακόμη ποιητής».
Ποιος είναι λοιπόν ο ποιητής; Τι είναι το ποίημα; Σ’ ένα τέτοιο λαβύρινθο από ερώτημα σε ερώτημα μας οδηγεί η Μαρία Καντ με τις λέξεις της και τα στοιχεία του λόγου, κυρίως όμως με το ρήμα, δηλαδή με την αδιάκοπη ροή και την αδιάκοπη διαπραγμάτευση με τα καινούργια ερωτήματα. Κι αυτός ο λαβύρινθος που δεν έχει ούτε τέλος, ούτε αρχή παρά μόνο διάρκεια, δεν έχει βέβαια και Μινώταυρο. Ο Μινώταυρος είναι εφεύρημα για να προχωράς. Ο κίνδυνος είναι η ίδια η γλώσσα της κίνησης και κίνηση είναι η ποίηση των πάντων. Μια ακροβασία πάνω στο τεντωμένο σκοινί της ποίησης. Δεν θέλει να «πει» η ποίηση της Μαρίας Καντ, θέλει να είναι. Να μην είναι. Ως εκεί που, όπως λέει στους καταληκτικούς στίχους του ποιήματος «το ρ. Σκάβω», «Κάτι θα ξέρει, δεν μπορεί./ Αύριο πάλι. Όταν κανείς».
Αυτό το «κανείς» που είναι το ποίημα ολόκληρης της ανθρωπότητας. Γιατί είναι το «ούτις» που γέννησε τον Όμηρο, που γέννησε την «Οδύσσεια», που γέννησε το ενδεχομενικό χάος της ύπαρξης από τη στιγμή κι από τη ρωγμή, μέχρι την κβαντική μηχανική. Αυτό το ενδεχομενικό χάος που γίνεται αντιληπτό σαν αστραπή μέσα από τη γενεσιουργό ποίηση της καθ’ όλου γλώσσας. Της γλώσσας που προσπαθεί να ψελλίσει, γιατί μόνο ψελλίζοντας και απορώντας μπορείς να είσαι ο ίδιος γλώσσα των χρησμών της ομορφιάς: του «συμπαντικού κώδικα του λέγειν».
⸙⸙⸙
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: ©Gilbert Garcin. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου έβδομου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]








