Ήταν μια «πολύχρωμη σαρκοβόρα άνοιξη» (σ. 14) όταν ο Τάσος Πορφύρης έφυγε από τη ζωή. Αποχώρησε από τα της υπάρξεως πλήρης ημερών και στίχων, αφήνοντας πίσω του, εκτός από το ποιητικό του έργο, τα κύματα μιας ευγένειας που σπανίζει, γι’ αυτό και ξεχωρίζει τόσο.
Διάβασα ξανά τη Σπαραγμένη μνήμη (κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ύψιλον), την τελευταία του ποιητική συλλογή, υπό το καθεστώς της απουσίας του, αδιαπραγμάτευτης όσο και η (κατασταλαγμένη και θαρραλέα) μελαγχολία που χαρακτηρίζει το βιβλίο. Πρόκειται για μια «πλούσια» συλλογή ποιημάτων –αριθμεί σαράντα τρία μικρά και μεγαλύτερα ποιητικά κείμενα– όπου ξεδιπλώνεται κυρίως το παρελθόν του ποιητή με τη μορφή αναμνήσεων, έμμεσων απολογισμών, αφιερώσεων και πολλών περιπλανήσεων. Ακόμη και ο ύπνος επικουρεί αυτό το ταξίδι στις αναμνήσεις, με το πρώτο ποίημα της συλλογής να αποτελεί την περιγραφή ενός ονείρου γεμάτου με νοσταλγικές εικόνες από τα περασμένα.
Σχεδόν κρατάμε κι εμείς στα χέρια μας «τις φωτογραφίες των προγόνων στο τζάκι // με περίτεχνες κορνίζες και χοντρά τζάμια» (σ. 10), τη λευκή κόλλα, «απ’ αυτές που λέγαμε διαγωνισμού και τώρα Α4» (σ. 11), το καταλογάκι με τους εκλιπόντες (σ. 43). Συμμεριζόμαστε την ανησυχία του ποιητή για τη στατικότητα των αναμνήσεων [«της μνήμης τι θα γίνουν τα χτίσματα» (σ. 13)], και για τη συλλογή του νερού [«Οι στέρνες περνούν τις στερνές τους ώρες;» (σ. 31)], παρότι ο Πορφύρης είναι σαφής: «Πίνετε απ’ το νερό τους (σ.σ.: των στερνών)· έχει μέσα Ουρανό» (σ. 31). Αγναντεύουμε τη Νεμέρτσκα και το Πάπιγκο, περπατάμε στη Βήσσανη, χορεύουμε το «Καπέσοβο» (σ. 60) και τη «Χαλασιά μου» (σ. 61). Ανατέμνουμε την ξενιτιά, πότε υπολογίζοντας το βάρος της απουσίας των ξενιτεμένων [«κι ο δρόμος έρημος χωρίς // υποψία σκιάς ξενιτεμένου» (σ. 17)], πότε μαντεύοντας την καρδιά τους [«και η ελπίδα του γυρισμού τούς κρατούσε στη ζωή» (σ. 34)] και πότε μελετώντας μια ακτινογραφία του θώρακός τους, όπως δηλώνει ευφάνταστα ο τίτλος του ποιήματος (σ. 35).
Ένα από τα κυρίαρχα θέματα που κάνει είτε άμεσα είτε έμμεσα την εμφάνισή του είναι το πέρασμα του χρόνου και το τέλος της ύπαρξης. Το σύμπαν προσωποποιείται, με αποτέλεσμα ο γαλαξίας να γίνεται πότε αχόρταγος (σ. 13) και πότε αδηφάγος (σ. 20), η ρητορική διερώτηση: «Ποιος λες πώς γλίτωσε από τον μακελλάρη;» (σ. 51) σφίγγει τον λαιμό του αναγνώστη σαν θηλιά, «οι απώλειες από την άνιση μάχη με τον χρόνο // που παραμένει νικητής και τροπαιούχος» (σ. 19) δεν σηκώνουν αμφισβήτηση, ενώ ο χρόνος που «καθώς τροχίζει τα νύχια του […] ονειρεύεται // καινούριες ανελέητες καταστροφές και πάλι αδερφοσύνες // και λήθη» (σ. 19) συνιστά μια μεταφορική εικόνα που ισορροπεί μεταξύ ματαιότητας και σαρκασμού.
Πόση ελπίδα κρατούσε φυλαγμένη ο Πορφύρης για το μέλλον δεν είμαι σίγουρη να το απαντήσω, αν και κλίνω ότι δεν ήταν ιδιαίτερα αισιόδοξος. Μπορεί «ο κόσμος να συνεχίζει όπως κάθε μέρα» (σ. 29), αλλά «δεν αποκλείεται μια μόνιμη κακοκαιρία» (σ. 12) και σε αυτή την περίπτωση το θέμα είναι «ποιος θα υψώσει το μπόι του στους κεραυνούς» (σ. 12). Αρκεί που εκείνος κάνει το καθήκον του και, όπως γράφει, «χτίζω τα ποιήματά μου ν’ αντέχουν // στις επαναλαμβανόμενες των εποχών επιδρομές» (σ. 48); Δεν ξέρω αν αρκεί, πάντως αφενός δεν είναι αμελητέο, αφετέρου μας κάνει να σκεφτούμε ότι αν έβρισκε ο καθένας μας έναν-δυο τρόπους να είναι βοηθητικός απέναντι στον εαυτό του, τότε θα ήταν, λιγότερο ή περισσότερο, και στους άλλους. Μέσα σε ένα καθεστώς «απερίγραπτης μοναξιάς» και «καθημερινών αβεβαιοτήτων» (σ. 19) και με μια «ετοιμόρροπη καρδιά» (σ. 22), οι ποιητικές «λύσεις» του Πορφύρη είναι η επίμονη εικονοπλασία, που απαντά με συνέπεια σχεδόν σε όλες τις σελίδες του βιβλίου, η αναζήτηση λυρικών σχημάτων, τα οποία ενίοτε συνοδεύει και κάποιος ηπειρώτικος σκοπός, και η επίκληση στη μητέρα φύση, σ’ εκείνη που τελικά επιστρέφουμε όλοι ανεξαιρέτως.
Η παραπάνω σύντομη περιγραφή της Σπαραγμένης μνήμης θα ήθελα ιδανικά να ανοίξει την όρεξη στον αναγνώστη ώστε να διαβάσει τόσο το συγκεκριμένο βιβλίο όσο και άλλα του ποιητή. Ωστόσο, επιθυμώ και κάτι ακόμη: να την αφιερώσω στον γλυκό άνθρωπο που υπήρξε ο Τάσος Πορφύρης, σε εκείνον που δεν νοιαζόταν για ηλικίες και τίτλους παρά τηλεφωνούσε ακόμη και σε έναν νεότερο ποιητή, πάντα με ένα αγαπητικό ενδιαφέρον και μια εύθυμη διάθεση, απότοκα της εκλεκτής ιδιοσυγκρασίας του.
⸙⸙⸙
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: ©Anselm Adams. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου έβδομου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]








