Ψάρια, χταπόδια, έρωτες και σάτιρα
Γιάννης Πάσχος, Ουρές, Πρόλογος: Δημήτρης Καλοκύρης, εκδ. Περισπωμένη, Αθήνα 2025.
Ο Γιάννης Πάσχος (Γιάννενα, 1954) έχει σπουδάσει Βιολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο και ειδικεύτηκε στη Μοριακή Βιολογία και τη Γενετική των Υδρόβιων Οργανισμών. Είναι καθηγητής Ιχθυολογίας και έχει γράψει ποιήματα, διηγήματα νουβέλες και δοκίμια. Το βιβλίο του Ουρές (εκδ. Περισπωμένη) που είναι πλημμυρισμένο από ψάρια και θαλάσσια ζώα, περιλαμβάνει μικρές ιστορίες μεταξύ πραγματικού και φανταστικού, όπου υπάρχουν στοιχεία μυθολογίας, επιστήμης και μυθοπλασίας.
«Δεδομένου ότι τα θηλαστικά γεννήθηκαν στη θάλασσα, η μυθοπλασία γύρω από τη θαλάσσια πανίδα έχει αρχαιότατη καταγωγή, σημειώνει στον πρόλογό του ο Δημήτρης Καλοκύρης.
Από την αρχή ο αναγνώστης διακρίνει μια ποιητική διάθεση εκ μέρους του συγγραφέα και ταυτόχρονα διαπιστώνει τη σατιρική του πρόθεση. Η πρώτη ιστορία, «Το ψάρι του Διονύσου», αρχίζει με τη φράση « Κανένα ψάρι δεν γλίτωσε από τα δίχτυα των ψαράδων…», αλλά στο τέλος της διαβάζουμε πως «Μόνο ένα ψάρι γλίτωσε, το ψάρι του θεού Διονύσου…» Πώς όμως κατάφερε να γλιτώσει; Η απάντηση είναι αινιγματική και περιέχει χιούμορ. Γλίτωσε επειδή κολυμπούσε στον ωκεανό της έκστασης, δεν τσιμπούσε κανένα δόλωμα». Το σημαντικότερο είναι που «έσκιζε με την αδάμαστη φαντασία του τα δίχτυα των ψαράδων».
Ασφαλώς, η φαντασία είναι αποκλειστικό προνόμιο του συγγραφέα και όχι του ψαριού. Στη δεύτερη ιστορία, «Η δελφινολαμπίδα ή το ψάρι του Οαννού», τα πράγματα γίνονται τολμηρά, καθώς η ηρωίδα, που είναι μισός άνθρωπος και μισός ψάρι και εποπτεύει τις κινήσεις των ερωτευμένων, «κοιμάται στις παρυφές των ονείρων και αυνανίζεται στο προαύλιο της πρώτης πρωινής μας σκέψης».
Στην ιστορία «Η χρυσομαλλούσα πίνα –Έρωτας στον βυθό της θάλασσας» πρωταγωνιστούν η νύμφη Ειδοθέα, κόρη του Ωκεανού, και ένας νεαρός ψαράς που είναι ερωτευμένος μαζί της. Έλα όμως που ο θεός Απόλλωνας είναι τσιμπημένος με την κοπέλα και την καταδιώκει, οπότε ο μπαμπάς Ωκεανός φτιάχνει ένα μεγάλο όστρακο για να φωλιάσουν οι δύο ερωτευμένοι.
Στην επόμενη ιστορία ο συγγραφέας μάς πληροφορεί πως το χταπόδι ίσως κάποτε να ήταν πουλί. Πουλί ξεπουλί το χταπόδι ενίοτε μπορεί να προκαλέσει ζημιές ακόμα και χωρισμούς μεταξύ ζευγαριών. Εδώ μαθαίνουμε πως η σύντροφος του αφηγητή, η Κατερίνα, τον άφησε επειδή αυτό το πανέξυπνο υδρόβιο του έστησε παγίδα και αντί να πιάσει ψάρι έπιασε χταπόδι και της το πήγε να το μαγειρέψει.
Αξιοποιώντας την ιστορία του Οδυσσέα και της Πηνελόπης, ο συγγραφέας στο «Το περιμενόψαρο», βάζει τη σύζυγο του μυθικού ήρωα να έχει για παρέα την ώρα που ύφαινε ένα ψαράκι, μουρμούρα ή πέρκα, σ’ έναν κρατήρα. Ακριβώς γι’ αυτό νιώθει ευγνωμοσύνη για το ψαράκι και το ελευθερώνει. «Το ψάρι γυναίκα» είναι εμπνευσμένο από μένα ποίημα του Νίκου Καββαδία. Ωστόσο, ο συγγραφέας μας θυμίζει πως ανθρωπόμορφα ψάρια έχει φτιάξει κι ο Ρενέ Μαγκρίτ, ενώ ο Λωτρεαμόν έβαλε τον ήρωά του, στα Άσματα του Μαλντορόρ, να συναντάει ζώα με ανθρωπόμορφες διαθέσεις, τα οποία μεταμορφώνονται. Υπάρχουν επίσης αναφορές σε μεγάλες μορφές της διανόησης, τον Κάφκα, τον Πόε, τον Λευκάδιο Χερν, τον Σεφέρη και άλλους.
Κλείνοντας το βιβλίο, ο αναγνώστης στοχάζεται πάνω στα κείμενα-παραμύθια του Γιάννη Πάσχου. Παρά τη σατιρική του διάθεση και την ποιητική διάσταση των ιστοριών του, αλλά και τις αλληγορίες του –αποτελούν αινίγματα προς επίλυση–, ο συγγραφέας επιχειρεί να μιλήσει για την ανθρώπινη ύπαρξη, για τον έρωτα και για όλα εκείνα που την διαμορφώνουν. Συμπερασματικά, κατορθώνει να διασκεδάζει και να προβληματίζει ταυτόχρονα.
⸙⸙⸙
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: ©Paul Klee. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου έβδομου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]








