frear

Η αρχιτεκτονική του τραύματος στο μυθιστόρημα «Ο Μεγάλος Ρέι» του Μάικλ Κίμπαλ – γράφει η Δήμητρα Λουκά

Η αρχιτεκτονική του τραύματος στο μυθιστόρημα Ο Μεγάλος Ρέι του Μάικλ Κίμπαλ:
αποσπασματικότητα και πατρική εξουσία

Ο Μεγάλος Ρέι του Μάικλ Κίμπαλ (μτφρ. Άκης Παπαντώνης, Κίχλη, Αθήνα 2025) είναι ένα μυθιστόρημα αναβίωσης της αποσπασματικής γραφής (fragmentary writing) στη σύγχρονη αγγλόφωνη λογοτεχνία των αρχών του 21ου αιώνα, δηλαδή ένα από εκείνα τα μυθοπλαστικά έργα που σύμφωνα με τον Wojciech Drag «απαρνούνται τη γραμμική εξέλιξη της πλοκής και τις συμβατικές αναγνωστικές προσδοκίες, ενώ ευνοούν τη μη γραμμικότητα, την απουσία χρονολογικής τάξης, τη μετακειμενικότητα και την εκτεταμένη χρήση παραθεμάτων, επαναλήψεων και καταλόγων» [1]. Το έργο αντιστέκεται συστηματικά στην παραδοσιακή λογική της αιτιακής σύνδεσης των γεγονότων και οργανώνεται μέσα από την οδό της μνήμης ως μια σύνθεση θραυσμάτων που στόχος τους είναι να καταστήσουν ορατή τη ρωγμή της σχέσης ανάμεσα στον πατέρα και τον ανώνυμο γιο-αφηγητή. Αυτό που κατά τη γνώμη μου αξίζει να σημειωθεί είναι ότι η αποσπασματικότητα στο έργο του Κίμπαλ δεν λειτουργεί ως αισθητικό τέχνασμα· αποτελεί τη δομική μορφή μιας εμπειρίας που δεν μπορεί να ειπωθεί συνεκτικά, ακριβώς γιατί η μνήμη της κακοποίησης του γιου-αφηγητή από τον πατέρα του δεν παρουσιάζεται ως απόλυτη βεβαιότητα, αλλά ως ταλάντευση ανάμεσα στη βεβαιότητα και την αμφισβήτηση. Το κείμενο δεν επιδιώκει να επιλύσει αυτή την αμφισημία. Αντιθέτως, την καθιστά οργανικό μέρος της δομής του [2].

Από τις πρώτες σελίδες, το έργο εγκαθιδρύει μια λογική ρήγματος στη σχέση πατέρα-γιου που ενισχύεται και από τη χρήση αστερίσκων και κενών διαστημάτων μεταξύ των παραγράφων. Ο θάνατος του πατέρα δεν παρουσιάζεται ως αδιαμφισβήτητη βεβαιότητα, αλλά ως πληροφορία που φθάνει καθυστερημένα και διαμεσολαβημένα: «Ο πατέρας μου μάλλον πέθανε στις 28 Ιανουαρίου 2005, αλλά εγώ δεν θα μάθαινα πως ήταν νεκρός αν δεν με έπαιρνε τηλέφωνο μερικές μέρες αργότερα η αδερφή μου να μου το πει. Ο πατέρας μου ζούσε μόνος και κανένας άλλος δεν γνώριζε πως ήταν ήδη νεκρός». (σ. 15) Το γεγονός του θανάτου του πατέρα προηγείται της γνώσης του από τον αφηγητή και αυτό το χρονικό χάσμα θεμελιώνει εξαρχής μια αφηγηματική δομή ασυνέχειας. Το κείμενο από εδώ και στο εξής θα επιχειρεί συνεχώς να αναδείξει τη διαφορά ανάμεσα στα συμβάντα του παρελθόντος και στη συνειδητοποίησή τους στο παρόν του ενήλικου αφηγητή. Ένα από τα χαρακτηριστικά του νεκρού πατέρα που ανασύρει από τη μνήμη του ο αφηγητής είναι το πάχος του. Στο κεφάλαιο 9 του μυθιστορήματος το κέντρο βάρους μετατοπίζεται από τον θάνατο του πατέρα στο σώμα του, η παρουσία του οποίου είναι τόσο έντονη ώστε να οργανώνει αναδρομικά όλη τη σχέση πατέρα-γιου. Το κεφάλαιο αυτό είναι από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα του τρόπου με τον οποίο ο Κίμπαλ οργανώνει το αφηγηματικό του υλικό, ως μία σειρά αποσπασμάτων με συνεχή κενά: καθημερινά περιστατικά – «ο πατέρας μου μπορούσε να θυμώσει αν έτρωγε κάποιος άλλος στο τελευταίο κομμάτι ψωμί την ώρα του δείπνου» – λεπτομερείς πληροφορίες για το σώμα του πατέρα – «Όταν γεννήθηκε, ο πατέρας μου ζύγιζε 3 κιλά και 340 γραμμάρια. Όταν ήταν στους Πεζοναύτες, ζύγιζε 80 κιλά. Λίγο πριν πεθάνει ο πατέρας μου ζύγιζε πάνω από 250 κιλά» – και μια ολόκληρη σειρά από ανέκδοτα – «Ο μπαμπάς σου είναι τόσο χοντρός, που τον πιάνουν τα ραντάρ.» Το σώμα του πατέρα πιάνει κυριολεκτικά χώρο στις σελίδες του μυθιστορήματος, στη μνήμη του ώριμου ήρωα αφηγητή, στη ζωή του ήρωα παιδιού. Το βάρος του γίνεται μια πραγματική χωρική συνθήκη: δυσκολεύεται να περάσει από πόρτες, χρησιμοποιεί αυτοσχέδιες συσκευές γιατί «υπήρχαν σημεία του κορμιού του που δεν μπορούσε να φτάσει». Η οδήγηση, το περπάτημα, το κάθισμα, όλα μετατρέπονται σε μια γεωμετρία περιορισμών, όλα «παραμορφώνονται» από το μέγεθος του πατέρα που καταλαμβάνει τον κόσμο του γιου του και κάποιες φορές παίρνει αφύσικες διαστάσεις στα παιδικά του μάτια: «Τα χέρια του πατέρα μου έμοιαζαν τόσο τεράστια τότε και τόσο σβέλτα. Δεν μπορούσα να τους ξεφύγω.» Η τρομακτική αίσθηση αδυναμίας του παιδιού απέναντι στη σωματική υπεροχή του πατέρα μετατρέπεται σε εμπειρία σωματικής βίας· το πατρικό σώμα λειτουργεί ως μηχανισμός εξουσίας και επιβολής: «Μερικές φορές ο πατέρας μου κρατούσε και τους δύο καρπούς μου με το ένα του χέρι ενώ με χτυπούσε στο πλάι του κεφαλιού με το άλλο. Προσπαθούσα να ξεφύγω από το χέρι που με χτυπούσε κινούμενος στα πλάγια ή σκύβοντας». Το παιδί εφευρίσκει ως μηχανισμό άμυνας και εκδίκησης το χιούμορ. Αποστηθίζει ανέκδοτα για χοντρούς ώστε, όπως λέει χαρακτηριστικά: «Να έχω κάτι να πω τις φορές που δεν άντεχα το πόσο με πείραζε ο πατέρας μου. Το ότι ήξερα ανέκδοτα για χοντρούς ήταν ένα παράξενο είδος παρηγοριάς, αλλά κάθε φορά φοβόμουν να του πω όντως κάποιο καταπρόσωπο». Το παιδί ντρέπεται που κοροϊδεύει τον πατέρα του, αλλά ταυτόχρονα αισθάνεται την ανάγκη να το κάνει. Το κείμενο παραμένει αμφίσημο: ο ήρωας-παιδί ακροβατεί συνεχώς μεταξύ του αισθήματος της αποδοχής και της απόρριψης του πατέρα. Το τραύμα δεν αναδεικνύεται απλώς ως ένα επώδυνο γεγονός, αλλά ως μια διαρκής τομή ανάμεσα στην κατάφαση και την άρνηση, στο «πριν» και στο «μετά», που καθορίζει την ψυχική και ταυτοτική συγκρότηση του ήρωα. Στο τέλος του κεφαλαίου γίνεται μια απότομη αλλά ουσιαστική μετακίνηση: ο ήρωας θυμάται ότι παρά το βάρος του ο πατέρας του ήταν όμορφος και αυτό τον έκανε να νιώθει περήφανος. Τούτη η εξομολόγηση δεν οδηγεί βέβαια στην κάθαρση. Τα συναισθήματα του ήρωα για τον πατέρα του παραμένουν αντιφατικά έως το τέλος του μυθιστορήματος, όπου αφηγητής προβαίνει σε μια καθυστερημένη ομολογία: «Υπάρχει κάτι που δεν έχω μπορέσει να πω ακόμα. Στο μεγαλύτερο κομμάτι της ζωής μου προσπαθούσα να το ξεχάσω και φοβόμουν να το βάλω στο χαρτί, πρέπει όμως να το συμπεριλάβω εδώ, γιατί αλλιώς όλο αυτό δεν θα ολοκληρωθεί». Η καθυστερημένη αποκάλυψη της σεξουαλικής κακοποίησης της αδερφής του και η απόπειρα κακοποίησης και του ίδιου του ήρωα από τον πατέρα, λειτουργεί ως τραυματικό κέντρο που αναδιοργανώνει αναδρομικά το σύνολο του έργου. Η σκηνή δεν παρουσιάζεται με δραματική ένταση, αλλά με λιτότητα και σχεδόν κλινική ακρίβεια: «Ορίστε τι συνέβαινε: Μερικές φορές, όταν η μητέρα μας άφηνε, την αδερφή μου κι εμένα, μόνους με τον πατέρα, εκείνος έπαιρνε την αδερφή μου στο υπνοδωμάτιο των γονιών μας και της έδινε λεφτά για να κάνει πράγματα». Ο πατέρας επιχειρεί να συγκαλύψει τη βίαιη συμπεριφορά του με τη μορφή της συναλλαγής, γεγονός που καθιστά το τραύμα ακόμη πιο σύνθετο. Η αβεβαιότητα που εκφράζει ο ήρωας για το αν όλα όσα μας αφηγείται συνέβησαν στην πραγματικότητα – «μερικές φορές αναρωτιέμαι μήπως με απατά η μνήμη μου, μήπως τα πράγματα δεν συνέβησαν έτσι» – υπογραμμίζει ότι η μνημονική αφήγηση συγκροτείται τόσο από όσα θυμάται κανείς όσο και από όσα αποσιωπά [3]. Στον Μεγάλο Ρέι τα αφηγηματικά κενά, οι σιωπές, οι χρονικές μετατοπίσεις λειτουργούν ως ίχνη τραύματος και η αποσπασματική δομή της αφήγησης συμβολοποιεί την ίδια την τραυματική δομή της μνήμης.

Στο τελευταίο κεφάλαιο ο ήρωας-αφηγητής ταξιδεύει με την τεφροδόχο του πατέρα στο Λας Βέγκας. Ανοίγει το παράθυρο του ξενοδοχείου και αποφασίζει να σκορπίσει τις στάχτες του στον αέρα: «Αποφάσισα να πετάξω τον μπαμπά μου απ’ το παράθυρο που είχε θέα στο Λας Βέγκας». Η εικόνα αυτή συνιστά τελετουργική αντιστροφή της προηγούμενης κυριαρχίας. Ο Μεγάλος Ρέι μετατρέπεται εδώ σε σωματίδια σκόνης. Το σώμα του αποσυντίθεται και μαζί του αποσυντίθεται και η συμβολική του εξουσία. Η δήλωση του ήρωα ότι αισθάνεται χαρούμενος είναι δήλωση απελευθέρωσης, αναγνώριση αποδέσμευσης από την πατρική εξουσία: «Είμαι χαρούμενος αυτή τη στιγμή και ο μπαμπάς μου είναι νεκρός».

Το μυθιστόρημα Ο Μεγάλος Ρέι του Μάικλ Κίμπαλ επιβεβαιώνει με τον πιο εναργή τρόπο ότι η αποσπασματικότητα δεν αποτελεί απλώς μια μορφική καινοτομία. Η αποσπασματική αφήγηση, μολονότι διατηρεί ανοιχτές τις ρωγμές του τραύματος, συγκροτεί ένα πλαίσιο εντός του οποίου η διάλυση δύναται να ανασημασιοδοτηθεί ως δυνατότητα ύπαρξης.

Ο Άκης Παπαντώνης έχει σεβαστεί απολύτως το απογυμνωμένο ύφος της γραφής του Κίμπαλ, που ενισχύει την ένταση και τη δραματική πυκνότητα του κειμένου μέσω της οποίας το τραύμα καθίσταται οπωσδήποτε οξύτερο.

Υποσημειώσεις

1. Wojciech Drag, “Jenny Offill’s Dept. of Speculation and the Revival of Fragmentary Writing”, Miscelánea: A Journal of English and American Studies, τχ. 56 (2017), σσ. 57–72, σ. 59.

2. Όπως έχει επισημάνει η Cathy Caruth στην εμβληματική μελέτη της Unclaimed Experience: Trauma, Narrative, and History, Johns Hopkins University Press, Baltimore, 1996, η τραυματική μνήμη δεν μπορεί να ενταχθεί εύκολα σε μία συνεκτική αφήγηση· χαρακτηρίζεται από επαναλήψεις, κενά και αμφιβολία.

3. Βασιλική Σελιώτη, Το τραύμα του ’74 στην κυπριακή και την ελλαδική λογοτεχνία, Διδακτορική διατριβή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 2019, σσ. 92-93.

⸙⸙⸙

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: ©Zuka Kotrikadze. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου έβδομου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]


 

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη