Το Καπνισμένο κόκκινο (εκδ. Σμίλη 2013, δεύτερη έκδοση, 2018) είναι το τρίτο κατά σειρά βιβλίο της γνωστής Κοσμικής Τετραλογίας του ποιητή Σταύρου Σταυρόπουλου μαζί με τα: Πιο νύχτα δεν γίνεται. Σημειώσεις για το τέλος του ανθρώπινου μύθου (εκδ. Οξύ, 2011), Μετά (εκδ. Απόπειρα, 2012, τρίτη έκδοση: Απόπειρα, 2017) και το Ολομόναχοι μαζί (εκδ. Σμίλη, 2014). Είναι μεταφυσικό σύγγραμμα, που συνδυάζει δύο είδη γραφής με ιδιοφυή τρόπο. Είναι ένα μυθ-ιστόρημα σημείων. Το πρόθεμα (μυθ-) συνειρμικά οδηγεί τη σκέψη μας στον ορισμό του μύθου, ενισχύοντας την αόριστη μορφή του, ενώ παράλληλα μας προετοιμάζει για την ανάγνωση ενός σύνθετου στοχαστικού-αλληγορικού κειμένου, το οποίο όμως έχει εντός του μια κρυμμένη διδαχή. Το ιστόρημα, που είναι αφήγημα ή διήγηση φανταστικών ή πραγματικών γεγονότων, έχει ως σκοπό μέσα από ποικιλόμορφα τεχνάσματα να μας αποκαλύψει το αληθινό πρόσωπο των δυο ηρώων, τις δοκιμασίες και εν κατακλείδι την κάθαρση που επέρχεται ενόσω διαδραματίζεται η μεταξύ τους αναμέτρηση, χωρίς όμως να έχει ακόμη αποσαφηνιστεί το φινάλε της. Τα ερωτήματα είναι αρκετά. Οι ευρηματικές αλληγορικές περιγραφές του κειμένου μπορεί να διαδραματίζουν ρόλο στην εξέλιξη του χαρακτήρα των ηρώων; Μήπως πρόκειται για ένα ευρύτερο μυθοπλαστικό περιτύλιγμα; Και εδώ εμφανίζεται μια πολύ σοβαρή υπόθεση. Ο Σταύρος Σταυρόπουλος σκηνοθετεί όλη αυτή την αισώπεια τεχνική για να μεταφέρει μια τραγική αλήθεια που είναι δύσκολο να μεταφραστεί στον κοινό νου; Ή μας προετοιμάζει (προφητεία) για μια κοσμογονική αλλαγή στο βάθος των χρόνων;
Ανάμεσα στα βιβλία που συγκροτούν την κοσμική τετραλογία, υπάρχει ένα είδος υπόγειας επικοινωνίας η οποία εξαρχής δεν γίνεται εύκολα αντιληπτή. Το Καπνισμένο κόκκινο είναι το κομβικό βιβλίο της Τετραλογίας επειδή εμφανίζονται για μια και μοναδική φορά ταυτόχρονα οι δυο τους. Ο ποιητής και η Γυναίκα-Κόσμος. Σε ένα συναπάντημα σημείων, σε μια προσπάθεια να συνεργαστούν με κοινό στόχο. Όπως μια επιστολική διαδικασία, μόνο που αυτή τη φορά υπάρχει αποστολέας και παραλήπτης και οι λέξεις ακουμπούν ακριβώς στο κέντρο τους. Σε ένα πεδίο που αναμορφώνεται διαρκώς. Ύφος ωμό, βαθιά υπαρξιακό, εξομολογητικό, χαρακτηρίζει το βιβλίο, σε μια προσπάθεια να καταγραφεί ο αγώνας της ανθρώπινης δύναμης πέρα από τα όριά της. Ο Σταύρος Σταυρόπουλος γράφει το Καπνισμένο κόκκινο σε μια εποχή που η Λογοτεχνία δεν είναι αισθητικό στίγμα αλλά πληγή που αιμορραγεί, συναίσθημα που πενθεί. Δίχως θόρυβο, αποφασίζει να ενωθεί με τη φωτιά, με την εξαφάνισή της, που όμως επιμένει να τον πυρπολεί εσωτερικά, υπόγεια, σαν εγκλωβισμένος ρυθμός. Ένα βιβλίο που προσπερνά την αίγλη και τη δυναμική της φωτιάς, αλλά εμμένει στην απουσία της. Στη μεστότητα και την ωριμότητα των πληροφοριών που αφήνει η οσμή πίσω της. Και αυτή η οσμή, είναι η οσμή της Γυναίκας-Κόσμου. Ο ιδεατός κόσμος του ποιητή, η αναμέτρησή του, η αγάπη του για τη Λογοτεχνία, τη γλώσσα και τους απογόνους της. Τις λέξεις. Ένα θηλυκό πρόσημο που ωριμάζει μέσα από την αγωνία του, που συνεργάζεται για να κατορθώσει να διαιωνιστεί και τελικά να κερδίσει τη μεταμόρφωσή του. Ιδιαιτέρως συμβολικός ο τίτλος υποδηλώνει τη φθορά, το τραύμα, και συνάμα την εμπειρία κάποιου που έχει περάσει μέσα από τη φωτιά και έχει κάνει τον εσωτερικό του απολογισμό.
Η απώλεια διατρέχει κατά μήκος όλο το έργο σε διαφορετικές μορφές, άλλοτε εκφρασμένη ως απώλεια νοήματος, άλλοτε ως απώλεια πίστης ή ταυτότητας και άλλοτε ως απώλεια ολοκλήρωσης.
Ο ποιητής Σταύρος Σταυρόπουλος χρησιμοποιεί το σώμα ως πεδίο μνήμης και εκεί πάνω χαρτογραφεί τις μεταβολές που υφίσταται ο πόνος και η σιωπή.
Πρόκειται για μια δοκιμασία που πρέπει να περάσει μέσα από το φίλτρο της τροποποίησης του κόκκινου χρώματος που συμβολίζει τη ζωοποιό ενεργητική κατάσταση στην παθητική σκοτεινή του απόχρωση, της αποσύνθεσης, για να συνοψίσει μέσα σε αυτή τη μετάβαση, από την κατάσταση της αγνότητας και της δημιουργίας, στην παρακμή και την οδύνη της σοφίας.
Ένα κόκκινο που αιμορραγεί, που δεν είναι πια χρώμα αλλά έκβαση κοσμογονικών φαινομένων, που μεταμορφώνεται σε σύμβολο μέσα από τη διαδικασία της καύσης του. Και μέσα στους καπνούς ο ποιητής αποτυπώνει όλη αυτή την εσωτερική διεργασία της ωρίμανσης ενός κόσμου που τον στηρίζει πάνω σε μια γυναικεία μορφή που διατρέχει όλο το έργο. Και εδώ διαφαίνεται πως αυτή η θηλυκή παρουσία έχει καθοριστικό ρόλο, διότι κάτω από το πέπλο της έχει ενσωματώσει έναν ολόκληρο κόσμο, μέσα από το πρίσμα της αλληγορίας της ίδιας της Λογοτεχνίας. Μια γυναίκα που δεν έχει σταθερή μορφή και μεταπίπτει από την παρουσία στην απουσία χωρίς να εξασφαλίζει τη βεβαιότητα ή την εγγύτητα που υπόσχεται ο ερχομός της. Συσκευασμένη σε ένα σώμα που είναι μεταβαλλόμενο και συχνά το χρησιμοποιεί για να συνθέτει ή να αποδομεί τη σχέση της με τον ποιητή. Και η λύτρωση μοιάζει με ένα παιχνίδι χωρίς κανόνες, μέσα σε ένα φάσμα χρωμάτων που ολοένα αλλάζει διαστάσεις και μορφές χωρίς σωτηρία.
Η Θεογονία ή Κοσμογονία του Σταυρόπουλου, ποίηση ή πρόζα, συνεχίζεται, και μετά το τέταρτο βιβλίο της Κοσμικής Τετραλογίας (Ολομόναχοι μαζί και στα υπόλοιπα βιβλία του μέχρι το 2022, με τελευταίο το Θα σε δω ξανά στο άδοξο τέλος (Σμίλη, 2022), έως τώρα. Αριθμεί περίπου, από το 2011, δεκατρία βιβλία στη σειρά (και μερικά εκτός εμπορίου).
Σημείο Χ (πριν το Σημείο 0)
Το Καπνισμένο κόκκινο ξεκινάει, ερχόμενο μετά το Μετά με το Σημείο 0, πρωτίστως όμως υπάρχει ένα κείμενο μέσα σε αγκύλες που ο ποιητής το έχει επιλέξει ως προλογικό σημείωμα, και συνάμα αποτελεί και το πρώτο από τα τέσσερα βασικά θεματικά σημεία του βιβλίου.
Είναι ένα απόσπασμα από το προηγούμενο βιβλίο του Σταύρου Σταυρόπουλου, το Πιο νύχτα δεν γίνεται. Σημειώσεις για το τέλος του ανθρώπινου μύθου και η επιλογή του δεν είναι καθόλου τυχαία. Ο ποιητής έχει συνδετικούς κρίκους με τους οποίους ενώνει τις επιμέρους θεματικές ενότητες για να υλοποιήσει τον στοχασμό της κοσμικής τετραλογίας. Με αυτό τον τρόπο προετοιμάζει το έδαφος για την πλοκή που θα εξελιχθεί σε δεύτερο χρόνο στο Καπνισμένο κόκκινο όπου θα εμφανιστούν για πρώτη φορά ταυτόχρονα στο ίδιο πεδίο (χρόνο-τόπο) ο ποιητής και η Γυναίκα-Κόσμος σε μια συνάντηση σημείων, σε μια προσπάθεια να συνεργαστούν με κοινό στόχο. Και εδώ υπάρχει ένα τοπίο που αναμορφώνεται, μέσα από τη συνεργασία τους, που για πρώτη φορά στο σύνολο της Τετραλογίας γίνεται εφικτή. Ο βασικός πυρήνας του έργου (Τετραλογία) είναι μια γυναικεία μορφή, η οποία υπερβαίνει τη φυσική της διάσταση και εκπροσωπεί τον ιδεατό Κόσμο. Η Γυναίκα-Κόσμος εκφράζει τη βαθύτατη αλληγορία της ίδιας της Λογοτεχνίας με μια δύναμη απόλυτη, σιωπηλή που δεν υπόσχεται λύτρωση, αλλά μια σειρά από δοκιμασίες. Το προλογικό σημείωμα του ποιητή προϊδεάζει τον αναγνώστη ότι πρόκειται για ένα έργο στο οποίο έννοιες όπως η γλώσσα, η μνήμη, η ύπαρξη δεν αφηγούνται απλώς, αλλά τελούνται ως καθαρτήριος μηχανισμός, σαν την αναπαράσταση μιας σύγχρονης τραγωδίας, μόνο που εδώ στο Καπνισμένο κόκκινο η γνώση δεν είναι καταφύγιο, αλλά τιμωρία. Μας δίνει λοιπόν ο ποιητής ένα κλειδί, ένα μυστικό χρησμό, με τον οποίο θα ξεκλειδώσει ο αναγνώστης μια νέα στάση ανάγνωσης, την εγρήγορση και μαζί με αυτήν και τη διαπίστωση ότι στο τέλος δεν θα έχει απαντήσεις σε όλα τα ερωτήματα με την ευκολία που ίσως φαντάζεται. Ο Σταύρος Σταυρόπουλος ολοκληρώνει με ευστοχία μια απαιτητική, οριακά τελετουργική συγγραφική πράξη με τη βεβαιότητα ότι δεν θα αποκαλυφθεί η έκβασή της. Οι δοκιμασίες δεν είναι απλό θεματικό μοτίβο, αλλά πράξεις επιβίωσης.
Το Καπνισμένο κόκκινο είναι ένα βιβλίο που ξεδιπλώνει την τραγωδία της σύγχρονης γραφής μέσα από τις ιδιότητες της φωτιάς, αυτού του ανώτερου στοιχείου που διατρέχει με τη σοφία του πλήθος βιβλικών, μυθολογικών και λογοτεχνικών αναφορών. Ο ποιητής Σταύρος Σταυρόπουλος μιλάει με τη γλώσσα της, την εμπειρία της, την οδύνη της.
Σημείο 2
«Έχει εγκατασταθεί μια λύπη ανάμεσα σε μένα και τη γυναίκα. Και δεν αφήνει να δω, αλλά είναι η τιμωρία της. Αυτή η λύπη είναι το αποτέλεσμα της γυναίκας. Που συνεχώς βαραίνει και τώρα τα καλώδια σφίγγουν το λαιμό της και αναπνέει αργά. Όπως λάμπα είναι που σβήνει.»
Ο ποιητής έχει εναρκτήριο ερέθισμα το φως, χτίζει με επιμέλεια, με συνέπεια, φυσά και δίνει πνοή. Και έχει να αντιμετωπίσει ένα δύσκολο κίνητρο, τη σιωπή. Θα ανταποκριθεί με τον πιο απαιτητικό τρόπο. Τις λέξεις. Είναι ο εκκολαπτικός μηχανισμός του, οι σπόροι του, η προϊστορία του, ό,τι μεσολαβεί ανάμεσά τους ονομάζεται λύπη και είναι το καλώδιο που τον συνδέει με τη Λογοτεχνία. Με σύμμαχο τη λύπη, η οποία δεν λειτουργεί ως συναίσθημα αλλά ως προορισμός που εξημερώνει, διδάσκει και αποχωρίζει τον άνθρωπο από τους θεούς του.
Σημείο 5
«Είμαι ο τελευταίος άνθρωπος πάνω στη γη. Και βλέπω. Αυτή η εργάσιμη γη, σαν πλακούντας. Τη βυζαίνουν άγνωστοι σπόροι. Ο ήλιος έχει τελειώσει. Ο ουρανός μένει, αλλά μιλάει αλλόκοσμα. Επιμένει, σαν νεκρή εντολή που αφήνεται.»
Εδώ εντοπίζεται ο δεύτερος βασικός άξονας του βιβλίου, για να κατανοήσει ο αναγνώστης πως το Καπνισμένο κόκκινο είναι μια αλληγορική σκηνή όπου τα γεγονότα δεν φαίνονται, όμως οι συνέπειές τους χτίζουν όλη αυτή την τραγωδία.
Ο ποιητής αφαιρεί την αισθητηριακή λειτουργία από την όραση και τη μετατρέπει σε γνωστική, σε συνειδησιακή κατάσταση. Μέσα από αυτό το πρίσμα η όραση γίνεται επώδυνη και αποκτά επίγνωση. Το βλέμμα δεν αντιστοιχίζεται με το φάσμα του φωτός, αλλά εξέρχεται μέσα από τους καπνούς και τα χρώματα. Το περιβάλλον είναι ασταθές και η πράξη της όρασης «βλέπει» αντικαθίσταται από την αλληγορία του Λόγου. Δηλαδή μια γνώση που είναι αδύνατον να τη δεις μέσα από τις αισθήσεις παρά μόνο μέσα από τον πόνο της συνειδητοποίησης. Όπως ο Οιδίποδας που τελικά βλέπει μόνο όταν τυφλώνεται. Ίσως αυτό το σημείο (κεφάλαια τα λέει ο Σταυρόπουλος) είναι ένα από τα βασικά σημεία-κλειδιά στην αποκωδικοποίηση της Τετραλογίας του, που τελικά συνεχίζεται και στα άλλα βιβλία του. Θεογονία, Κοσμογονία, Λογοτεχνία. Μέχρι στιγμής 13 (εκ των οποίων 4 εκτός εμπορίου, ως παρεμβάσεις).
Σημείο 11
«Γεννήθηκα με μια κιθάρα κρυμμένη καλά ανάμεσα στα μάτια, σε σχήμα σταυρού, για να πενθεί τους μελλοντικούς εαυτούς μου: Αυτόν που παριστάνει εμένα στον κόσμο και τον άλλον που μοιάζει με τον εαυτό μου σαν όνομα.»
Ενδύεται το φορτίο του δημιουργού, του αφηγητή, του στοχαστή ενισχύοντας έτσι την ένταση ανάμεσα στη σφοδρότητα του μοιραίου με το προκαθορισμένο της εξέλιξης των γεγονότων. Ένα άθροισμα προσωπικών λογαριασμών που για τον ποιητή είναι ένας προγονικός απολογισμός απαραίτητος, ως αποτέλεσμα της κλιμάκωσης της λατρευτικής του ένδειας για τη γραφή. Μέσω μιας σειράς από ιστορικές αναδρομές που βασίζονται σε φανταστικά γεγονότα ο ποιητής ενισχύει την πληροφορία του έργου που συνθέτει την κοσμική Τετραλογία για να αναπλάσει τη Γυναίκα-Κόσμο. Διατρέχει το σύνολο των τεσσάρων βιβλίων του και εν δυνάμει μπορεί να αναπαράγει με εύστοχο τρόπο την αναμέτρηση ανάμεσα σε δύο γενεσιουργά σημεία. Το αίμα και τη φωτιά. Για την εξέλιξή τους είναι αναγκασμένα να έρθουν αντιμέτωπα με τις ίδιες τους τις δυνατότητες και ταυτοχρόνως είναι αναπόφευκτη η μεταξύ τους σύγκρουση. Ο ποιητής έχει αποδεχτεί τη διττότητα της ύπαρξής του, τον άλλο του εαυτό, και αυτός ο καθρέπτης είναι στερεωμένος πάνω στην όρασή του. Είναι η ταυτότητά του, το μαρτύριό του.
Σημείο 23
«Σημασία έχει ότι από εδώ και στο εξής θα ζούμε με φύκια, χωρίς επιπλέον γράμματα.»
Ο ποιητής έχει την εμπειρία να καταγράψει και να περιγράψει με απόλυτη θεατρικότητα την επιβίωσή τους, ενώ παλεύουν με τα ίδια τους τα στοιχεία, δηλαδή το ατόφιο γενετικό τους υλικό. Αυτό που τους δημιούργησε καθ’ αυτό. Έτσι διατείνονται ως τα άκρα, από τα ίδια τα συστατικά τους. Τις λέξεις. Μια μάχη λέξεων που στο τέλος θα αφήσει μόνο τα αποτυπώματά της, ούτε καν τις ίδιες τις λέξεις.
Σημείο 24
«Μετά με επισκέφτηκε ένας τεράστιος ίσκιος αλύγιστος, μη στενεύεις, έχω μόνο εσένα, του είπα, σε παρακαλώ να φεύγεις ασπρόμαυρος. Αυτή η τυφλότητα με το χρώμα σε όλες τις παραλλαγές της με μουτζουρώνει, μαρκάρει τη μοίρα μου και την οδηγεί.»
Ο Σταύρος Σταυρόπουλος επιλέγει τον τρόπο με τον οποίο θα αφαιρέσει όλα τα χρώματα, δηλαδή τις λέξεις του. Η εκφύλιση αποδίδεται μέσα από την απώλειά τους. Το κόκκινο, που είναι η κινητήριος δύναμη, εκπνέει και όλα τα καλύπτει ένας τεράστιος ίσκιος που δεν αφήνει πίσω του άλλες δυνατότητες παρά μόνο την τυφλότητα της όρασης. Μια αίσθηση, μια πνοή χρώματος, χωρίς την αίγλη του, τη ζωοποιό κατάσταση και τη λειτουργικότητά του. Το φόντο δεν λειτουργεί πια αφού έχει ενσωματώσει όλα τα χρώματα σε ένα (ασπρόμαυρο) και γεννά μια νέα κατάσταση, την εκφύλιση, την αποτρόπαιη πτώση. Ο προάγγελος μιας σιωπής που ο ποιητής την έκανε λέξεις, ένα χρώμα που δεν είναι ζωτικό υλικό, είναι ξέσπασμα, είναι οδύνη, αίμα που στέγνωσε. Εκεί στον απόηχο της έντασης, μια παύση που σε τρομάζει.
Ανάμεσα στο άσπρο και στο μαύρο, περικλείονται όλα εκείνα στα οποία προσπάθησε να αντισταθεί αλλά με κάποιον τρόπο η μοίρα συνεχώς του τα επέβαλε και τον τιμώρησε με ένα επώδυνο μαρτύριο, να τον ακολουθεί το αμείλικτο της σκιάς της. Υπάρχει λοιπόν μια τραγωδία που δεν έκλεισε, αφού κανείς δεν ξέρει τι θα γεννηθεί μέσα από τις στάχτες.

Σημείο 28
«Εγκαίνια ανθρώπων. Και τους ειπώθηκε να γίνουν χρυσαφένιοι. Στα πρόσωπά τους στέγνωνε μια σφραγίδα, σαν ο βασανισμός που έφευγε.»
Σημείο 29
«Και άνοιξε το πηγάδι της αβύσσου· κι ανέβηκε καπνός από το πηγάδι ωσάν καπνός από μεγάλο καμίνι και σκοτείνιασε ο ήλιος κι ο αέρας από τον καπνό του πηγαδιού. Κι από τον καπνό βγήκαν ακρίδες στη γη· και τους δόθηκε εξουσία σαν αυτή που έχουν οι σκορπιοί της γης.»
Σημείο 30
«Η ζωή, οι άνθρωποι και ο κόσμος των ανθρώπων φωσφόριζαν μέσα στο μπουκάλι της νύχτας. Υπήρχαν στο διάστημα μεταξύ, στο διάστημα πριν. Θα μπορούσαν και να είναι ζωντανοί. Αλλά έγιναν ακρίδες.»
Σημείο 32
«Πέρναγε μέσα από τις ακρίδες και τις αυλάκωνε».
Σημείο 34
«Ένα αηδιαστικό χαρτί χωρίς λέξεις συνέχιζε να καλύπτει αυτό που κάποτε ήταν δέρμα. Και ήταν παράσημο φρικτό. Λέγεται πως υπήρξε αίμα. Και πως υπήρξαν σωθικά που τα έφαγε η αρρώστια. Και σαν θαύμα το αίμα υποχώρησε σε νερό και τα μάτια κόπηκαν. Και εχάθη ο κόσμος των ανθρώπων και ο πόνος τους.»
Δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο παρά τα σημάδια μιας επερχόμενης βιβλικής καταστροφής. Αυτό το νέο είδος ανθρώπων που έρχεται μεταμορφωμένο σε ακρίδες, θα γίνει η μελλοντική πληγή με τις δυσοίωνες επιπτώσεις, ταυτισμένο με την τιμωρία, και βαπτισμένο σε αρρώστια. Με προσεχτική ανάγνωση θα εντοπίσουμε και άλλα αλληγορικά σημεία μέσα στο βιβλίο που περιγράφουν φαινόμενα βιβλικής καταστροφής σε όλο τον στοχασμό της κοσμικής Τετραλογίας του ποιητή. Το αίμα και ο καπνός μετασχηματίζονται σε σύμβολα αντίστοιχα με τις πληγές του Φαραώ, και με αυτό τον τρόπο διαφαίνεται η ένταση και η κλιμάκωση του πόνου. Ο ποιητής μέσα από τις αλληγορικές εικόνες συγκροτεί μια κοσμογονία που δεν λειτουργεί ως σωτήριο υπόβαθρο αλλά ως καθαρτήριο της μνήμης και της συνείδησης.
Δεν έχει σώμα, όλα έγιναν λέξεις και αν ακόμη υπήρξε κάποτε η υπόνοια ότι είχε αίμα, τώρα υποχώρησε σαν νερό και πήρε μαζί του και τον πόνο. Τον ξέπλυνε. Μια διαδρομή που μόνο ένα δηλητήριο θα μπορούσε να την αναστρέψει. Ή ένα φίλτρο λησμονιάς. Ή μήπως ένα τέλος εποχής; Μια πλήρης καταστροφή, σαν κατακλυσμός, ώστε να βρεθεί κάπου ένα ζωτικό κενό, ένας νέος χώρος.
Σημείο 37
«Άνοιξα τα παράθυρα και σκάλισα τα πρώτα ενιαία. Ήταν τάφοι. Ο ήλιος τους έκαιγε. Τους έκανε να μοιάζουν πιο σκούροι.»
Ο ποιητής στέκεται απέναντι στο «νέο είδος ανθρώπων», με σθένος αλλά και με οίκτο ζωγραφισμένο στο πρόσωπό του. Αυτός ο παραπληγικός πληθυσμός που ανακυκλώνεται διαρκώς, όντας ανήμπορος και ασχημάτιστος σχεδίαζε την αναχώρησή του.
Σημείο 40
«Μπροστά μου επήγαινε ένα πλήθος χωρισμένο σε επτά χορούς, τόσο φυσικά σκαλισμένο, ώστε εξαπατήθηκαν δυο από τις αισθήσεις μου, η όρασή μου ενόμιζε ότι έβλεπε κι ακοή μου ότι άκουε εκείνο το πλήθος να ψάλλει.»
Το Καπνισμένο κόκκινο δεν είναι ένα απλό βιβλίο που ρέει, είναι μια μνήμη που επιμένει όπως το χορικό μιας τραγωδίας που αποτελεί τελετουργικό ισοδύναμο ως σημαντικό προωθητικό στοιχείο δράσης, χωρίς να είναι εκκωφαντικό (Αισχύλος, Επτά επί Θήβας), με συμβολικό νόημα. Ίσως θέλει να εντείνει τη διάσταση της ικεσίας ή να ενισχύει τη δραματικότητα ανάμεσα στο δίπολο άνδρας-γυναίκα, θεός-άνθρωπος, ώστε να πετύχει τη μέγιστη δυνατή συναισθηματική βαρύτητα, η οποία θα αποτελέσει γόνιμο έδαφος για να ευδοκιμήσει κατά κάποιον τρόπο μια τραγική προϋπόθεση. Το επιπλέον αυτό φορτίο αποσκοπεί στην επιφόρτιση του προπατορικού αμαρτήματος και εκμεταλλευόμενος τις στερεότυπες αντιλήψεις για την αντιπαλότητα των φύλων, ο ποιητής δημιουργεί μια τεχνητή επίκληση για την ίδια τη φύση της Γυναίκας- Κόσμου (Λογοτεχνία). Ως οντότητα ανατροπής ή θριάμβου δείχνει αισθητά την πορεία προς την αυτοκαταστροφή μέσα από μια μοιραία τελική μονομαχία που αψηφά κάθε φυσικό κανόνα.
Το Καπνισμένο κόκκινο επιμένει στον συμβολισμό της μνήμης ως μια εκεχειρία που δεν έχει λειτουργικό ισοδύναμο, παρομοίως με το χορικό μια τραγωδίας που δεν συμμετέχει άμεσα στη δράση, αλλά τη βαθαίνει, τη μετατρέπει σε συλλογική εμπειρία. Δεν έχει λοιπόν απλώς αφηγηματικό χαρακτήρα αλλά εμφατικό, σαν να αποτυπώνει τον απόηχο του σκηνικού και όχι το ίδιο το θέμα του. Θα μπορούσε το κόκκινο να ήταν ο ήχος του χορού (η φωνή) και να αυξάνει ή να μειώνει την έντασή του ως διαμεσολαβητικό στοιχείο ανάμεσα στο βίωμα και τη συνείδηση, ανάμεσα στο ατομικό και το καθολικό.
Σημείο 43
«Αλλά δεν υπήρχε κάτι άλλο να γεννηθεί, είχαν γεννηθεί όλα με έναν κίνδυνο πληγής ανεπανάληπτο. Όλα ξεκινούσαν από έναν ήλιο και κατέληγε. Ήταν διαρκώς νύχτα που τύφλωνε τα μάτια μου. Εδώ πάνω στη γη είναι όλο μεσάνυχτα. Από πού έρχονται τα μεσάνυχτα;»
Εδώ εντοπίζεται το τρίτο βασικό σημείο του βιβλίου, μέσα από ένα ρητορικό ερώτημα. Η φυσική διεργασία της ζωής καταλύεται και συμπαρασύρει το φως και το κόκκινο, που σχηματίζουν ένα πέπλο πάνω στην πιο βασική αίσθηση του ποιητή, την όραση και μαζί της σβήνει και το κόκκινο. Ένα Καπνισμένο κόκκινο όνειρο. Βρεγμένο, εξολοθρευμένο, να εκπροσωπεί μια βαθιά στερεωμένη απορία, από πού έρχεται τόσο σκοτάδι, και κάθε κυοφορία είναι μια νέα αποτυχία, κάθε επανάληψη είναι μόνο σκόνη και μεσάνυχτα. Το νερό θα τα καλύψει, τα χνάρια, τα αποτυπώματα ζωής, τους διαλόγους, όλα τα ανελέητα, τα ημιτελή. Μαζί του θα συμπαρασύρει και όλα τα αθάνατα στο ύψος της τέφρας, θα τα κλείσει μέσα σε έναν απύρηνο κλοιό.
Η φωτιά θα επιστρέψει μόνο με φωτιά. Προτείνει όμως κάτι σπανιότερο, μια ακατέργαστη ένωση που η καύση της θα οδηγήσει μια διαδρομή ανάστασης, συναρμολόγησης με απώτερο σκοπό. Όμως κάθε μεταμόρφωση καταλήγει σε σκοτάδι, κάθε επανάληψη είναι νύχτα και τη θέση της παίρνει ένα καπνισμένο όνειρο. Τα μεσάνυχτα έρχονται από τα μάτια του, από την όραση, που πια δεν δίνει γόνιμο έδαφος.
Στο πηλίκο της τέφρας, ο ποιητής θα αφήνει το νερό να ξεπλύνει τα μεσάνυχτα, ίσως να είναι ένας τρόπος ιεροτελεστίας, μια ικεσία για να τα κλείσει όλα μέσα της η θάλασσα. Ο ποιητής δαμάζει τον φόβο, δεν θέλει άλλους θεούς για να πειστεί πως η Γυναίκα-Κόσμος στερεύει από αίμα, πως είναι αδύνατον να δώσει ζωή, παρά μόνο υποτυπώδη ελλειμματικά αντίγραφα. Και κάθε κυοφορία είναι και μια προδοσία, μεταφρασμένη σε σκόνη και σκοτάδι. Κάθε επανάληψη είναι μόνο μεσάνυχτα.
Σημείο 46
«Η γυναίκα που ήταν ο κόσμος κρατούσε ένα κερί.
Κάνει πολύ σκοτάδι εδώ μετά από τόσες λέξεις».
Το κερί είναι η αποκάλυψη της ανθρώπινης ταπείνωσης. Είναι η πτώση που επαληθεύει την πίστη. Είναι η ταυτότητα της απουσίας του φωτός. Σιωπή και σκοτάδι. Και μια αναμονή σαν ελάχιστη ροή ελπίδας.
Σημείο 47
«Γύρισε μετά και με κοίταξε. Σαν καμένο ξύλο ήταν το πρόσωπό της και έρχονταν κατευθείαν από μια λήξη χρόνου. Με κοίταξε με τα αθάνατα μάτια της, σαν τροφή. Έτσι με κοίταξε: Σαν αθάνατα. Όπου κι αν καίγεσαι έχω επιστρέψει, της είπα.»
Ο ποιητής είναι συνεπής, ξέρει πως όλα είναι μια μάταιη εξομολόγηση, τι μουσική να βάλεις στον αφανισμό; Ποιο χρώμα αντικατοπτρίζει το μέγεθος του θρήνου καλύτερα από ένα Καπνισμένο κόκκινο; Δεν είναι ένα ενδιάμεσο βιβλίο, είναι μια κοσμογονική συνάντηση, μια ευθυγράμμιση σημείων, μια υπερκόσμια πρόσκληση στην Γυναίκα-Κόσμο. Αυτό το μοναδικό τελεσίγραφο φωτιάς, που από μέσα του θα εκδυθεί η πραγματικότητα σαν έκρηξη ώριμης κρούστας, σαν σάρκα που ασφυκτιεί στο ίδιο της το υλικό.
Ανάμεσα στον ποιητή και τη Γυναίκα-Κόσμο υπάρχει μια προφητεία που θα πραγματωθεί με συνοδεία θρήνου, γιατί πάντα υπάρχει θρήνος μέσα στην αλήθεια, απλώς τον καθυστερεί η ωρίμανση του χρόνου.
Ένα ολοκαύτωμα, μια αποκάλυψη τέφρας που με αυτήν θα κόψει τον ήλιο, το σύμπαν, για να επιστρέψει στην αθωότητά τους. Τα μάτια που κάηκαν είναι πια αθώα, έστω και στη λήξη τους. Αδέσποτα σαν τον έκλυτο βίο τους. Το Καπνισμένο κόκκινο είναι μια έκκληση βοήθειας προς πάσα κατεύθυνση ζωής, προς το ανώτερο, το άυλο, το άγνωστο. Είναι μια συνάρτηση απείρου ανάμεσα σε ισάξια μεγέθη. Μόνο που εδώ δεν υπάρχει κανένα πρόσημο παρά μόνο μια παραμόρφωση χρόνου σε αέναο παρόν. Ο ποιητής και η Γυναίκα-Κόσμος φόρεσαν το χωμάτινο στεφάνι, διεκδίκησαν την αθωότητα, ο καθένας με το τίμημά του.
Σημείο 51
«Πήρα τη γυναίκα που ήταν ο κόσμος από το χέρι και την οδήγησα. Τη στέγνωσα, που σχεδιάζει να επιθυμεί. Έγινε ήλιος στο τέλος του διαδρόμου. Ο ήλιος γέννησε ήλιο. Ένας στρατός από ήλιους έκανε τώρα παρέλαση στην επιφάνεια της γης.»
Ο ποιητής συγκρατεί τη Γυναίκα-Κόσμο ως σώμα εύθραυστο, γνώριμο, εκτεθειμένο στον θάνατο που λέγεται απώλεια θερμότητας και βυζαίνει την ένσταση μέσα της. Δίνει έμφαση σε αυτά που δεν ειπώθηκαν. Είναι απόσταγμα μιας λύπης, δεν είναι συναίσθημα αυτή η λύπη, είναι ο προορισμός.
Κατά την αφηγηματική κορύφωση, διαφαίνεται η ηχηρή ειλικρίνεια που μετατρέπει τη γλώσσα σε υπόγειο εσωτερικό ρυθμό, που δεν έχει την πρόθεση να επιβληθεί αλλά να δώσει έμφαση σε όλα όσα δεν ειπώθηκαν, δεν ωρίμασαν. Είναι ένα μυθιστόρημα που κρατά σφιχτά το απόσταγμα της πληροφορίας, της αλήθειας, της διδαχής. Και εδώ υπάρχει μια ένσταση που το κάνει ακόμη σπανιότερο, αυτή η ακατέργαστη ένωση του αφηγητή με τη Γυναίκα-Κόσμο.
Η καύση τους είναι μια αέναη συναρμολόγηση, μια ατέρμονη διαδρομή, μεταμορφωμένη σε ωδίνες, σε σκοτάδι, σε μεσάνυχτα. Κάθε επανάληψη είναι νύχτα. Και η αφήγηση εξελίσσεται μέσα από την κατάλυση κάθε ζωτικής σημασίας. Ένα Καπνισμένο κόκκινο όνειρο. Είναι υπεύθυνος για το φως, για τη διατήρηση της ένωσης, της αγνότητας, της καθαρότητας. Η φωτιά είναι η ύψιστη θεότητα της εξάγνισης, της ουσίας, της ζωής. Μόνο ό,τι γεννάει φως και θέρμη είναι πηγή αλήθειας. Ο ήλιος δεν αποτελεί μόνο ένα μυθολογικό σύμβολο αλλά και ένα ζωοποιό ουράνιο σώμα. Ο ποιητής δίνει στη Γυναίκα-Κόσμο τις ιδιότητες της θερμότητας, της φωτεινότητας, της συμπαντικής αιτιότητας, αφού μέσα της περικλείει τέσσερα στοιχεία (γη, αέρα, φωτιά, νερό), με κυρίαρχο τη φωτιά που είναι η ύψιστη μορφή αγνότητας.
Σύμφωνα λοιπόν με τη θεωρία «περί συμπάθειας» του Εμπεδοκλή (5ος αι. π.Χ.), μόνο τα «όμοια » αλληλεπιδρούν μεταξύ τους και μπορούν να γεννήσουν ανθρώπους, οργανισμούς, έναν ολόκληρο Κόσμο. Ο κόσμος είναι ένας σπινθήρας, μια στιγμιαία λάμψη πριν από το χάος της νύχτας. Η Γυναίκα-Κόσμος είναι ένα διπλό ηχητικό σήμα. Ένας αντίλαλος που τον ονόμασε Λογοτεχνία.
Σημείο 52
«Τελικά ήλιος είναι κάθε αρχή που φλέγεται.»
Σημείο 54
«Χρόνος υπάρχει μόνο πριν και μετά τα πράγματα. Ενδιάμεσα είναι μόνο γκρεμός».
Σε έναν κόσμο που φλέγεται όλος, δεν είναι μόνο η μετουσίωση της δημιουργίας που επιμένει να εκτονωθεί, αλλά και η ανάγκη για τη γέννηση της ζωής. Όλα καίνε, είναι αναγκαστικά στάδια μεταμορφωτικής διαδικασίας που αφήνουν ίχνη ωριμότητας. Διάχυτος πόνος και καπνός να μυρίζει απώλεια. Ένα τοπίο συντριβής, πολύ αφιλόξενο για κάθε συνθήκη επιβίωσης.
Το Καπνισμένο κόκκινο είναι η αποκάλυψη της ταυτότητας της ανθρώπινης δύναμης. Είναι η έκβαση της τραγωδίας του ανυπέρβλητου, του ήθους, είναι η αποστολή ενός μηνύματος, όχι με λέξεις αλλά με φως. Με κίνδυνο να αφήσεις πίσω το δέρμα σου, την όρασή σου, τα ίχνη σου.
Σημείο 55
«Σαν μιγαδικός αριθμός: Για να γίνει πραγματική πρέπει το φανταστικό της μέρος να είναι ίσο με το μηδέν.»
Ο Σταύρος Σταυρόπουλος επιλέγει εύστοχα να παρομοιάσει τους ήρωές του σαν ένα δυαδικό σύνολο μιγαδικών αριθμών μη πραγματικών, χωρίς μέτρο σύγκρισης ανάμεσά τους, ισότιμοι, που να σχηματίζουν ένα σώμα, που μπορεί και αντιδιαστέλλεται με την πραγματικότητα. Είναι δυο κόσμοι μιγαδικοί, δεν υπάρχει για αυτούς διάκριση. Είναι όμως και αυτοδύναμοι, ανεξάρτητοι, χωρίς καμία δυνατότητα αντιπαράθεσης. Εδώ δεν υπάρχει μέτρο. Δύο που θα κάνουν ένα εκμαγείο, μια πρότυπη μήτρα, ένα καλούπι, μια συμπαντική κοιλότητα, μέσα από αυτή την εξίσωση θα γεννηθεί η ζωή, οι οργανισμοί. Το κόκκινο θα πάλλεται και κάθε τόσο θα μεταμορφώνεται, αυτή η διαδικασία θα αποδίδεται με χρώματα. Ένας αγώνας αποχρώσεων που κάθε τόσο θα ανοίγει και θα κλείνει την αυλαία μίας κοσμογονίας. Ο καθένας από την πλευρά του θα αναμετρηθεί με την αναδιάταξη των συστατικών του. Σαν την κατάλυση μιας χημικής αντίδρασης. Το τελικό προϊόν που απελευθερώθηκε από το σμίξιμο των δύο αρχικών ουσιών, του ποιητή και της Γυναίκας-Κόσμου τώρα μεταβολίζεται, κατακερματίζεται. Το παρόν, μόνο αυτός ο χρόνος υπάρχει, είναι σαν να μην ξεκίνησε ποτέ. Μια στάσιμη παράσταση με ένα πηλίκο που έχει ως παρανομαστή το μηδέν.
Σημείο 57
«Χωμάτινες κούκλες. Αλλά και άρωμα φυσαρμόνικας.»
Σημείο 58
«Τα πόδια μου έχουν γίνει βατραχοπέδιλα.»
Σημείο 59
«Ο κόσμος είναι μια βελόνα που σέρνεται.»
Σημείο 67
«Οι άνθρωποι έγιναν πήλινα σκεύη. Έγιναν αμφορείς τυφλοί και κατοικούν στο βυθό.»
Στο Καπνισμένο κόκκινο ο ποιητής ξεδιπλώνει το σενάριο μιας θεατρικής παράστασης με τη χρήση μεταμορφωτικών σχηματισμών, που εντοπίζονται σε αρκετά σημεία κατά μήκος του βιβλίου (Μεταμορφώσεις του Οβιδίου), ένα ιδιαίτερο αφηγηματικό του τέχνασμα, για να συνδεθούν τα πάθη, οι τιμωρίες, οι δοκιμασίες και να τονιστεί η ρευστότητα της λύτρωσης και η αναγκαιότητα της δύναμης της Λογοτεχνίας.
Σημείο 61
«Και εμφανίστηκαν δοκιμασίες τρεις που τις ήξερα και ήταν κατά σειρά: Αφθονία – Αντικατάσταση – Άλλο».
Ο Σταύρος Σταυρόπουλος συνοψίζει την κοσμογονική διαδικασία μέσα σε τρεις δοκιμασίες, εδώ είναι το κομβικό σημείο ανάμεσα σε αυτόν και τη Λογοτεχνία. Είναι οι προϋποθέσεις που θα ενισχύσουν κάθε δυνατότητα να γίνει παραγωγική η σωτηρία. Εδώ το μοντέλο πρέπει να απορροφήσει ένα κενό και να δώσει ένα προβάδισμα σαν σήμα για να συνεργαστεί. Και υπάρχει μια επαναληψιμότητα που όμως δεν δίνει την εγγύτητα της αποτελεσματικότητας, αφήνοντας μια αίσθηση μετεώρου, σαν να αιωρείται ένα τέλος που δεν έχει εκτονωθεί. Ο ποιητής συνεχίζει να οριοθετεί την αιτιότητα του βασικού κενού της επιτυχίας. Η πρώτη δοκιμασία είναι ο διακαής πόθος όλων των ανθρώπων (Αφθονία), η δεύτερη δοκιμασία είναι αισθητηριακή, εκφράζει την πρόθεση, την προτίμηση προς μια κατεύθυνση με ιδανικότερες συνιστώσες ζωής, και κατ’ επέκταση την τροποποίησή της με σκοπό το προσωπικό όφελος (Αντικατάσταση). Μια αντικατάσταση οπτικής η οποία διαρκώς μεταβάλλεται, αντικαθιστώντας το παλιό με κάτι νεότερο, λειτουργικότερο, μέσα από τη φλόγα της αλήθειας της Λογοτεχνίας.
Η τελευταία δοκιμασία είναι το ύψιστο στάδιο της πνευματικότητας, η κορύφωση, η ένωση, η εσοχή που θα εισχωρήσεις για να αντιληφθείς τη δύναμη του εσωτερικού κραδασμού, από μέσα προς τα έξω ( Άλλο). Σε αυτό το στάδιο το σθένος είναι η ύστατη μορφή σωτηρίας. Είναι το τελικό στάδιο λίγο πριν τη συμπαντική ένωση, τη σύσταση του πυρήνα, είναι η γυμνή αλήθεια, η Λογοτεχνία.
Σημείο 62
«Η σωτηρία θα έρθει με το κενό. Με τον εκμεταλλεύσιμο χώρο που αφήνει πάντα ένα κενό όταν εμφανίζεται.»
Θα μπορούσε να έχει χρώμα η απόγνωση; Εάν ήταν φυσικό στοιχείο θα ήταν σίγουρα άπνοια. Με την τελειότητα της αδράνειας. Ό,τι δεν ολοκληρώθηκε παγώνει, γίνεται αλήθεια που λείπει. Εδώ η ένταση του χρώματος γίνεται μονάδα μέτρησης της λύπης της απόγνωσης. Και κάποιος να σταματήσει αυτήν την παραμόρφωση που εξαπλώνεται με κάθε τρόπο. Ένα κενό που θα είναι ένα νέο σημείο εκκίνησης, απαραίτητο για να δώσει χώρο στο καινούργιο που θα σχηματιστεί. Το κενό που αναφέρει ο ποιητής είναι μεταφορικό, είναι η πλήρης πτώση, το ύστατο σημείο που φτάνει η δημιουργία, μετά ακολουθεί η καταστροφή. Εκεί πάνω θα γεννηθεί το «νέο είδος» ανθρώπων, θα είναι το σημείο μηδέν.

Σημείο 75
«Η γυναίκα που ήταν ο κόσμος, ξαπλωμένο σάπιο κατάρτι, στα εντόσθιά της το φύλο της είναι γεμάτο φυσαρμόνικες. Καθώς έτρεμε. Χύθηκαν έξω τα σημαντικότερα κύτταρα. Κάτι κίτρινα σάλια αδιαφανή, έμοιαζαν μακριά ποτάμια. Ο γυναικείος κόλπος παραμέρισε σαν πεθαμένη μελωδία.»
Η μεταφορέας της ζωής ανοίγει τα σπλάχνα της και εξωθεί, δοκιμάζεται, διαστέλλεται, έστω και αν κάθε προσπάθειά της να κατακτήσει την επιτυχημένη αναπαραγωγή οδηγεί σε παραμορφωμένα αντίγραφα, σε μη ανθρωπόμορφες μάζες ή σε οργανισμούς προγονικού σταδίου. Θέλει να προσπαθήσει να σχηματοποιήσει τις ασαφείς σειρές, τα ασυναρμολόγητα κομμάτια της σε κάτι βιώσιμο. Να μην είναι άλλο μια ανοιχτή πληγή, μια κόκκινη γη, σαν ανοιχτός πλακούντας.
Σημείο 78
«Σε ποια όραση ζω;»
Εδώ είναι το τέταρτο βασικό σημείο του βιβλίου, όπου ο ποιητής λίγο πριν από την ολοκλήρωση του έργου του αντιλαμβάνεται ότι δεν υπάρχει σωτηρία, ότι βρίσκεται μπροστά στο χείλος της καταστροφής και η γνώση αποτελεί μια θεία προειδοποίηση. Είναι μια ιδεατή αίσθηση που δεν οδηγεί σε λύτρωση παρά σε μια σειρά από δοκιμασίες. Βλέπει τη σιωπή, τη μοναξιά, με διορατικότητα, πέρα από τον κοινό νου και δεν θέλει να συμμετέχει. Την βλέπει μεταφυσικά. Η Γυναίκα-Κόσμος αυτοτραυματίζεται μπροστά στα αθώα μάτια του, όχι γιατί την αγνοεί αλλά για να ολοκληρώσει το τίμημα της συνείδησης. Ομοίως, με το «Από πού έρχονται τα μεσάνυχτα;» του Σημείου 43.
Σημείο 94
«Πήρα τη φωτιά σου στα χέρια μου και την άπλωσα να στεγνώνει στη θάλασσα. Έγινε ζευγάρια γυμνά, ποτάμια ζευγάρια και σιτίζονταν με νερό απαγορευμένο. Το νερό τα ξαναέκανε όλα να αγγίξουν το βάθος τους και τρύπησε τη λεκάνη σου σαν θεά. Χαράχτηκε πάνω σου σαν υγρός θρίαμβος τελικός.»
Σημείο 95
«Η γυναίκα που ήταν ο κόσμος φωτίστηκε.»
Σημείο 96
«Η θάλασσα είναι η ανυπολόγιστη επιστροφή της γης.»
Σημείο 97
«Ο κόσμος όλος φανερώθηκε από τον έκλυτο βίο της.»
Ο Σταύρος Σταυρόπουλος θέτει το πιο βασικό ερώτημα: Η Λογοτεχνία είναι αυτοσκοπός ή εκπλήρωση ψευδαισθήσεων; Ή μήπως η πληρότητα και εξέλιξή της μπορούν να μετουσιωθούν σε κάτι που όμως ακόμη δεν έχει έλθει το πλήρωμα του χρόνου; Οριοθετεί τα χνάρια της ηθικής αυτουργίας ή προβλέπει μια επερχόμενη καταστροφή;
Μόνο το φθαρτό μπορεί να αγαπηθεί ολοκληρωτικά. Ο ποιητής Σταύρος Σταυρόπουλος φανερώνει την ηδονή της ατέλειας, της συγχώρεσης, της εξύψωσης. Και όλα αυτά διαδραματίζονται κάτω από το άγρυπνο μάτι της θάλασσας, που είναι αδύνατον να υπακούσει σε φυσικούς νόμους. Αφού τίκτει, ενυδατώνει τις συνθήκες για την «έξοδο» του νέου κόσμου. Είναι η υπεύθυνη να στεφανώσει το τέλος με θρίαμβο. Μα ο θρήνος είναι το μεγαλείο της σοφίας της.
Ο Σταύρος Σταυρόπουλος προετοιμάζει το έδαφος για αυτό που θα ακολουθήσει ολοκληρώνοντας το Καπνισμένο κόκκινο με την είσοδο της θάλασσας στον κόσμο του. Και με πλήρη επίγνωση πως η Γυναίκα- Κόσμος δεν μπορεί να ανταποκριθεί σε αυτό το φορτίο, στο χρέος της διατήρησης της Κοσμογονίας του.
Τα γυμνά ζευγάρια, τα ποτάμια ζευγάρια, είναι οι ενδιάμεσες μορφές τους, ακόμη και εάν είναι ατελείς, είναι απαραίτητες. Και όλες αυτές οι προσπάθειες που κατέληξαν σε ελαττωματικές επαναλήψεις δεν είναι η συντέλεια, αλλά ένα παρόν που ξαναγράφεται. Ένα διαρκές τώρα.

Επίλογος
Το Καπνισμένο κόκκινο είναι η έκβαση της τραγωδίας του ανυπόφορου χρέους της Λογοτεχνίας. Είναι η αποστολή ενός μηνύματος όχι με λέξεις, αλλά με φωτιά και αίμα. Ο καθρέπτης ενός πόνου που δεν δαμάζει τον φόβο, και η ανάγνωσή του είναι η αποκάλυψη της ταυτότητας της ανθρώπινης δύναμης. Μια υπερβατική διαδρομή σε ένα μοντέλο που άγγιξε έστω για λίγο την τελειότητα και την απέδωσε με όλες τις συναισθηματικές διακυμάνσεις της, μέσω της κλίμακας ενός και μόνο χρώματος: του κόκκινου, της ζωής και του θανάτου. Αλλά αυτό δεν είναι το τέλος, παρά ένα μεσοδιάστημα της θεματικής έκτασης του έργου του Σταύρου Σταυρόπουλου. Μια ολιγόλεπτη παύση, μια ανάπαυση μέχρι την επόμενη εκκίνηση.
Η Γυναίκα-Κόσμος είναι η προσωποποίηση της αθάνατης θνητής. Μέσα σε έναν κόσμο που ο χρόνος μετριέται σε σημεία χωρίς σκιές. Η ένταση του χρώματος είναι η έκταση της λύπης. Όσο περισσότερο βυθίζεται στην απόχρωση του καπνού σε εκείνη την απόκοσμη οσμή τόσο μεγαλύτερος ο αφανισμός της. Και τότε καταλύονται οι λέξεις. Γίνεται η αλήθεια χρώμα.
Ο Σταύρος Σταυρόπουλος τολμά μέσα από αλληγορικές ή μεταφορικές παρομοιώσεις να ξετυλίξει τη μεγαλύτερη τραγωδία της ζωής. Δεν είναι άλλη από την αγάπη για τη Λογοτεχνία. Και τη ζωή.
Οι δυο τους αντιμέτωποι, σαν γυμνοί κορμοί, χωρίς φύλλα, πυρπολημένοι και μόνοι. Να επουλώνουν ό,τι απέμεινε, με μια μόνο αίσθηση: την όραση.
Η Γυναίκα-Κόσμος, το αίμα που δίνει ζωή και το τραύμα μαζί. Κυλά και βάφει. Έχει οσμή φωτιάς. Είναι η ταυτότητά της. Δυο ένστικτα προγονικά. Η επιβίωση είναι αίμα και φωτιά. Ένα ολοκαύτωμα που δίνει προβάδισμα σε κάθε μετέωρη προσπάθεια, μια συνεργασία που δεν προσφέρει σωτηρία. Ο ποιητής Σταύρος Σταυρόπουλος υπενθυμίζει ότι θα στέκεται ανάμεσα στη σιωπή και τον Λόγο. Και ο αντίλαλός του θα αντηχεί όπως η τελευταία έξοδος του χορού σε μια σύγχρονη τραγωδία πέρα από τον χρόνο και τον τόπο και έξω από κάθε φυσική νομοτέλεια.
Το Καπνισμένο κόκκινο δεν βιάζεται, η γνώση του έρχεται με βήματα αργά για να δηλώσει τη χρονική απόσταση και την επεξεργασία που έχει υποστεί μέχρι να μετουσιωθεί σε κάτι άλλο. Δεν προλαμβάνει την καταστροφή, την αναγνωρίζει, δεν έχει τη διάθεση να την αποτρέψει παρά μόνο να διασώσει τη συλλογική προσπάθεια της γλώσσας, που δεν ανήκει στη φιλοδοξία της γραφής, αλλά στην καθολική συνεργασία της. Είναι κάτι σαν μεταφυσικό.
Η Ιστορία δεν έχει άλλο τρόπο για να πραγματώσει ή να αποδείξει αυτή την προφητική ένωση παρά να είναι ενωμένοι μαζί, αυτοί οι δυο (άρρεν και θήλυ) έως το τέλος (τους) που δεν τελειώνει ποτέ (Θα σε δω ξανά στο άδοξο τέλος, Σμίλη, 2022) και θα είναι το οριστικό τέλος. Αυτό που γράφει ο T. S. Eliot στην Έρημη Χώρα: «Έτσι τελειώνει ο κόσμος. Όχι με έναν βρόντο, μα μ’ έναν λυγμό» (μτφ. Γ. Σεφέρης, εκδ. Ίκαρος).
Ο Σταυρόπουλος γράφει και εννοεί κάθε του λέξη: «Για μια στιγμή νόμισα ότι όλα τα κεραμίδια των σπιτιών χύθηκαν πάνω μου και με έθαψαν. Δεν ήμουν εγώ. Το κορμί σου δίπλα μου σα να χόρευε. Ήταν όπως το ήθελα: Σκισμένο, σε πυρκαγιά, με ανοιγμένες τρύπες παντού. Έτοιμο να στάξει. Πάμε να γεννηθούμε αλλού, σου είπα. Ο χρόνος αυτός πέθανε». («Τη μέρα που ο χρόνος πέθανε», από το Πιο νύχτα δεν γίνεται, 2011).
Είναι σαν να σου λέει: Πάμε να καούμε κάπου αλλού, εδώ το χώμα είναι υγρό, το περιβάλλον ακατάλληλο για μας, το ξέβρασε η κόκκινη (από το αίμα;) θάλασσα. Και ο χρόνος είναι μόνο αλάτι. Εκεί θα συμβεί. Και θα είναι οι δυο τους.
Το επαναλαμβάνει και με το βιβλίο του 2020, Νω, Απόπειρα, ένας μονόλογος. (Νω: Δυικός αριθμός που σημαίνει εμείς οι δυο).
(Συνεχίζεται)
Βιβλιογραφικές αναφορές:
– Αισχύλος (2007). Επτά επί Θήβας. Ζήτρος.
– Γεωργακέλλος, Ν. (2008). Εμπεδοκλής. Ευρασία.
– Η Αγία Γραφή. (2003). Έξοδος. Ελληνική Βιβλική Εταιρία.
– Ιωάννης Θεολόγος (2001). Η Αποκάλυψη του Ιωάννη (μεταγραφή Γιώργος Σεφέρης). Ίκαρος.
– Καβάφης, Κ.Π. (1995). Τα ποιήματα. Β΄(1919-1933). Ίκαρος.
– T.S.Eliot, Έρημη Χώρα (1936 ή 1949), μτφ. Γιώργος Σεφέρης. Ίκαρος.
– Κυριακόπουλος Ν. Α. (1986). Μιγαδικοί αριθμοί. Εκδόσεις Παπαδημητρόπουλου.
– Οβίδιος (2025). Μεταμορφώσεις, Gutenberg.
– Ησίοδος (2025). Θεογονία. Ζήτρος.
– Τζαβάρας, Γ. (1988). Η ποίηση του Εμπεδοκλή. Δωδώνη.
⸙⸙⸙
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: Καζιμίρ Μάλεβιτς, «Κόκκινο ιππικό», 1930-1931. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου έβδομου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]








