frear

Για την ποιητική συλλογή του Χάρη Μιχαλόπουλου «Φωτογραφικός Θάλαμος» – γράφει ο Γιώργος Δελιόπουλος

Τα υλικά της ποίησης
Χάρης Μιχαλόπουλος, Φωτογραφικός Θάλαμος, Κάπα Εκδοτική, Αθήνα 2025.

Η αυτοαναφορικότητα στην ποίηση, η ανάγκη δηλαδή του ποιητή να μιλήσει για την τέχνη του μέσα από τους στίχους του, δεν είναι καινούριο φαινόμενο. Απαντάται από αρχαιοτάτων χρόνων, από τα προοίμια των ομηρικών επών και τον Ησίοδο, έπειτα στον λόγο των Ρωμαίων ποιητών και του Δάντη, κατόπιν στους ρομαντικούς ποιητές καθώς και στους εκπροσώπους του μοντερνισμού. Ακόμη και ποιητές, που το έργο τους κατατάσσεται στην κοινωνική ή πολιτική ποίηση, όπως ο Μπρεχτ, ο Αναγνωστάκης ή ο Κατσαρός, σχολιάζουν την ποιητική του εαυτού τους ή του καιρού τους. Σταδιακά, όμως, από τις τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα, τα ποιήματα ποιητικής αρχίζουν και πληθαίνουν [1]. Οι ποιητές/-τριες νιώθουν την ανάγκη να σχολιάσουν ολοένα και πιο συχνά την αφόρμηση της έμπνευσής τους, τον ρόλο της ποίησης ή τη θέση τους στον σύγχρονο κόσμο. Διόλου περίεργο, αν σκεφτεί κανείς τη διάλυση των μεγάλων οραμάτων, την απαξίωση των ισχυρών ιδεολογικών, πολιτικών και κοινωνικών ρευμάτων του παρελθόντος (των διαφόρων –ισμών) και τη σταδιακή υποχώρηση του σύγχρονου ανθρώπου στην περίκλειστη ιδιωτική του σφαίρα. Παράλληλα με όλες αυτές τις αλλαγές, ο ποιητικός λόγος έπαψε πλέον να κηρύττει και να διδάσκει συλλογικά προτάγματα, να συνοδεύει τους μαζικούς εθνικούς και κοινωνικούς αγώνες, όπως στο παρελθόν [2]. Επομένως, σταδιακά απώλεσε το κύρος και την αξία του στα ευρύτερα κοινωνικά στρώματα.

Ξαφνικά, ο ποιητής βρέθηκε παραγκωνισμένος, εξόριστος, στο περιθώριο της ιστορίας, κατακλυσμένος από ένα ισχυρό αίσθημα μοναξιάς και απαξίωσης. Τα ποιήματα ποιητικής είναι ο μόνος τρόπος να εκφράσει την υπαρξιακή του αγωνία, να δηλώσει ότι είναι παρών, να ορίσει το στίγμα και τη θέση του σε μια εποχή που μοιάζει περισσότερο αντιποιητική από τις προηγούμενες και η οποία τοποθετεί την ποίηση στο περιθώριο της κοινωνικής, πολιτικής και πολιτισμικής ζωής. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο σύγχρονος ποιητής αδιαφορεί και δεν αφουγκράζεται τις κατακλυσμιαίες αλλαγές που συμβαίνουν γύρω μας ή δεν τις αποτυπώνει στο έργο του. Τον απασχολούν και τις σχολιάζει, όχι όμως μέσα από τα ιδεολογικά φίλτρα του παρελθόντος, αλλά μέσα από την εμπειρία της καθημερινότητας και την προσωπική του οπτική. Τα υλικά της ποίησής του είναι πιο απλά: όχι «μεγάλες» ιδέες, υψηλά ιδανικά και γενικές αλήθειες, αλλά προσωπικές στιγμές, καθημερινά αντικείμενα και ασφαλώς η επώδυνη και συνάμα λυτρωτική διαδικασία της γραφής, η οποία αποτελεί το κυρίαρχο στοιχείο της ταυτότητας ενός ποιητή.

Αυτό ακριβώς συμβαίνει και στη νέα ποιητική συλλογή του Χάρη Μιχαλόπουλου, Φωτογραφικός Θάλαμος (Κάπα Εκδοτική, 2025). Ο ποιητής σχολιάζει την καθημερινότητα και την ψυχοσύνθεση του σύγχρονου ανθρώπου μέσα από τον φακό της ποιητικής του εμπειρίας. Το ποιητικό υποκείμενο, όπως αναδύεται μέσα από τους στίχους της συλλογής, αισθάνεται θρυμματισμένο («Σπάζω, γκρεμίζομαι, μένω μισός»), αποξενωμένο και προδομένο από τους ανθρώπους. Όπως αναφέρει και το motto στην αρχή της συλλογής, περνά «πάντα ξυστά από την πραγματικότητα», λες και δεν έχει συμφιλιωθεί ακόμη μαζί της. Παρόλο αυτά, αγγίζει τα αγκάθια της ζωής που το πληγώνουν («Λυγίζω σε αγκαλιές μ’ αγκάθια / και κυλιέμαι μέχρι να / ματώσω»), βιώνει την αγριότητα και τη μοναξιά των ανθρώπινων σχέσεων («ξεκούρδιστη η αγάπη βουλιάζει στο στρώμα / κουρνιάζει σε εξόριστα όνειρα»), τη σκληρή κοινωνική πραγματικότητα που το περιβάλλει («Αυτήν τη στιγμή που προσπαθώ να συνταιριάξω τις λέξεις στον στίχο / τούτη δω τη στιγμή / έξω από το παράθυρο / ένας άνθρωπος ψάχνει μες στα σκουπίδια, / μ’ ένα σκουριασμένο τσιγκέλι (τον είδα) ξεκοιλιάζει τον κάδο / να βρει φαγητό») και την πλήξη της καθημερινότητας. Ταυτόχρονα, συνειδητοποιεί ότι το σώμα του γερνάει, η νιότη του ξεγλιστρά μέσα από τις ρυτίδες, ενώ αρχίζει και μετρά προσωπικές απώλειες («Στα μνήματα / νανουρίζει η μνήμη τα όνειρα»). Απέναντι σε αυτή την τραυματική αίσθηση παλεύει με τις μνήμες του, αποζητά τρυφερότητα («καταδιώκω σε ουράνιες τροχιές / το άρωμα, το βλέμμα, τα μνημοβόρα χάδια σου»), νοσταλγεί, ερωτεύεται και προσπαθεί να κολλήσει τα σπασμένα του κομμάτια, ώστε να αποκαταστήσει τη χαμένη ακεραιότητα του είναι του («Ξαναγίνομαι, συμπληρώνομαι, γίνομαι ολόκληρος»).

Σε τούτον τον αγώνα η ποίηση αποτελεί ένα αποκούμπι, που δεν είναι, όμως, πάντα ευχάριστο, βολικό και αποτελεσματικό. Μερικές φορές, λειτουργεί και αυτοκαταστροφικά, «προκαλώντας ενίοτε “ανεπανόρθωτες βλάβες” / στη δική μου υγεία και ασφάλεια». Συχνά, η αναμέτρηση με τους στίχους μοιάζει με βουτιά στην άβυσσο της ψυχής, μια επώδυνη αναμέτρηση με τα δεκάδες δύσκολα ερωτηματικά. Ενδεικτικό όλων αυτών είναι το παρακάτω ποίημα, το εναρκτήριο της συλλογής:

ΣΠΑΣΜΕΝΗ ΟΜΠΡΕΛΑ

Το ποίημα
δε γράφεται να το διαβάσεις,
βαμμένο δάκρυ σε πρόσωπο κλόουν,
βάζει τρικλοποδιά να φας τα μούτρα σου
κι εσύ σκοντάφτεις, πέφτεις και μπουσουλάς αδύναμος σαν βρέφος,
ματώνεις το γόνατο σε κάθε του στίχο,
απλώνεις με αγωνία τα χέρια να κρατηθείς απ’ τις λέξεις,
μα αυτές λιώνουν, καπνός, μαλλί της γριάς μες στο στόμα,
σέρνεσαι γδαρμένος από στροφή σε στροφή.

Το ποίημα
μια θάλασσα μαύρες τρύπες
ίδια με εκείνη που ρούφηξε τους Beatles στο Yellow Submarine
–ξέρεις δεν ξέρεις κολύμπι– πνίγεσαι∙
ξεφούσκωτα σωσίβια γύρω σου οι λέξεις,
οι παρηχήσεις και οι μεταφορές,
ενώ εσύ ψάχνεις με αγωνία στον βυθό όλα όσα έχασες,
εκείνους που λείπουν, φίλους που δε χαιρέτησες,
ερωμένες που πρόδωσες, πριν αγαπήσεις.

Στο ποίημα
δεν έχει λιακάδες,
βρέχει πάντα καρεκλοπόδαρα
κι εσύ βρεγμένος, με σπασμένη ομπρέλα,
προσπαθείς να ανάψεις τσιγάρο.

Ο Μιχαλόπουλος αποτυπώνει όλη αυτή την αναμέτρηση του ποιητή με τον κόσμο και τον εαυτό του μέσα από πιο εκτενή ποιήματα, όπως το παραπάνω, όπου απλώνει την έμπνευσή του δημιουργώντας μικρές αφηγήσεις, γεμάτες ετερόκλητες εικόνες αλλά με σαφή νοηματικό ιστό, που δεν αποπροσανατολίζει τον αναγνώστη. Από την άλλη, αξιοποιεί την αποφθεγματικότητα, την ειρωνεία, τον σαρκασμό και τα παιχνίδια με τις λέξεις σε πολύ μικρά, επιγραμματικά ποιήματα, όπως το παρακάτω:

ΠΕΡΙ ΟΡΕΞΕΩΣ

Στην πατρίδα μου
τα Σάββατα τρώνε ψάρι,
τις Κυριακές κρέας με πατάτες,
τις υπόλοιπες μέρες τρώμε ο ένας τον άλλο.

Στο ακροτελεύτιο ποίημα της συλλογής («Τα υλικά»), ο ποιητής παραθέτει τα υλικά της εμπειρίας του, τα περισσότερα εκ των οποίων είναι ασήμαντα, παλιά και κατεστραμμένα (λ.χ. «σκισμένο εισιτήριο θεάτρου» ή «σπασμένο φανάρι αυτοκινήτου»), παραπέμποντας εμμέσως στην αποσπασματικότητα του ποιητικού του εαυτού. Μας προ(σ)καλεί να χρησιμοποιήσουμε αυτά τα ταπεινά υλικά της ποίησής του, ώστε να συνθέσουμε τη δική μας εικόνα. Ίσως γιατί η σύγχρονη ποίηση δεν φιλοδοξεί να προσφέρει ολοκληρωμένα δημιουργήματα, αλλά μοιάζει με μια διαρκή διαδικασία «εν τω γίγνεσθαι», στην οποία ο αναγνώστης δεν είναι παθητικός δέκτης, αλλά ενεργός συνδημιουργός. Κι ίσως αυτό το θραυσματικό, ανολοκλήρωτο, πειραματικό στοιχείο της να την καθιστά και περισσότερο ενδιαφέρουσα.

Σημειώσεις

1. Ο Κώστας Κουτσουρέλης χαρακτηρίζει τη σύγχρονη ποίηση ομφαλοσκοπική και τα ποιήματα ποιητικής «ναρκισσευόμενες περιαυτολογίες» (Κώστας Κουτσουρέλης, «Προβλήματα της σημερινής ποίησης, Ζ΄», www.bookpress.gr, 20 Οκτωβρίου 2017).

2. Βλ. Βασίλης Λαμπρόπουλος, «Η αριστερή μελαγχολία στην ελληνική ποιητική γενιά του 2000», μτφρ. Δ. Ι. Τσουμάνης, Θράκα 8 (2017): σσ. 36-62.

⸙⸙⸙

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: ©Emil Gataullin. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου έβδομου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη