Ο μυστικός θίασος μιας ποιητικής προέλευσης
Νάντια Στυλιανού, Ο μυστικός Θίασος, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2025.
Δεν είναι μόνο το ευρύ, και καταγεγραμμένο, διακειμενικό δίκτυο της γραφής που μας αποκαλύπτει η Νάντια Στυλιανού εν είδει ενός συντροφικού «θιάσου» της, είναι κυρίως η πρόθεση της ποιήτριας να ακουστούν ευδιάκριτα οι φωνές και να συνηχήσουν με την εκφραστική γλώσσα και τον διαμορφωμένο λυρισμό που χαρακτηρίζει την πέμπτη της ποιητική συλλογή. Παρά τον καβαφικό τίτλο, ο ποιητικός διάκοσμος έχει άλλη γενεαλογία και διανθίζεται από στίχους και προγονικές εικόνες εγνωσμένων καταβολών: Ανδρέας Κάλβος, Διονύσιος Σολωμός, Οδυσσέας Ελύτης, Νίκος Εγγονόπουλος. Αυτό που διαπερνά όμως κάθετα τη συλλογή, σε πρώτο επίπεδο μη ορατό, είναι το υπόγειο ρεύμα της σαχτουρικής ποιητικής που, σαν «τον τρελό άνεμο αγίρ» που ενορχηστρώνεται στο «Πανηγύρι», διαβρώνει τη λυρική γλώσσα και αναταράζει την ήπια ποιητική ψυχοσύνθεση.
Το στίγμα αυτό εξαρχής δίνεται στο πρώτο ποίημα «Το δείπνο», όπου ο ρομαντικός διάκοσμος συνομιλεί ευθέως με την ποιητική persona του Μίλτου Σαχτούρη, τίτλοι και υλικά ποιημάτων του οποίου καλύπτουν το ευρύ φάσμα όλης της ποιητικής συλλογής: εικόνες σαν φωτοβολίδες/στριφογύριζαν/ ένας στρατιώτης/ με ένα γυάλινο μάτι/ ένα κοριτσάκι με κουρελούδες («Η σκάλα»). Γλώσσα, ύφος και μορφή, μοτίβα της σαχτουρικής ποίησης διακρίνονται έντονα στα περισσότερα από τα ποιήματα, η Στυλιανού μας οδηγεί σχεδόν να τα προσέξουμε, είναι άλλωστε εκδηλωμένο το ενδιαφέρον της για τον ποιητή προς τιμή του οποίου διοργάνωσε διήμερο στη Λευκωσία (Ιαν. 2023) και στην Αθήνα (Νοεμ. 2024). Στο ίδιο μήκος κύματος φαίνεται να κινείται και η επιλογή της να με καλέσει να μιλήσω για αυτήν την ποιητική της συλλογή, η οποία αποτελεί μεν μια συνέχεια ως προς το πνεύμα της προηγούμενης και των επιλεγμένων προσωπείων, με τον ενδεικτικό τίτλο Ο χορευτής και ο γητευτής (2021), αποτελεί δε και μια συγχρονική προσέγγιση μιας τραγωδίας που από την αρχαιότητα φτάνει στο παρόν, με πρόσωπα ομοούσια, αθύρματα πολεμικών και άλλων περιπετειών, με ή χωρίς τη μεσολάβηση μιας σύγχρονης παράστασης («Ικέτιδες», «Στα φανάρια της σελήνης»). Από τις τρωαδίτισσες ικέτιδες «Η Εκάβη, η Ανδρομάχη, η Κασσάνδρα» το αγριεμένο θαλάσσιο ταξίδι συνεχίζεται με ομόλογα πρόσωπα μιας ταραγμένης Μεσογείου, ξεκινώντας από τα βάσανα της ιδιαίτερης πατρίδας της Κύπρου και φτάνοντας ως τη Συρία: Η Εσίν, η Λειλά, η Εσμεράι,/ σέρνονται μες στα πλοία/ από τη Συρία στο Κάβο Γκρέκο/ με τα πολύχρωμα μπουγάζια/ παραμάσχαλα.
Η ποιητική τέχνη τώρα προσπαθεί να εξισορροπήσει την αντίθεση («Στην αυλή της ποίησης»), από τη μια μεριά το λυρικό νεοελληνικό αντηχείο «η Φεγγαροντυμένη, η Πορτοκαλένια, η Λησμονημένη/ η Ωραία κοιμωμένη στο ποτάμι» και ο, έκδηλα εγγονοπουλικός, χρωματικός διάκοσμος ποίησης και ζωγραφικής («Ο φωτοφράκτης με τις λέξεις», «Ο πυροτεχνουργός και το φεγγάρι»), και από την άλλη το πανάρχαιο δράμα που γεννά κάθε φορά τον κοινωνικό πόνο και ωθεί τον τεχνουργό ποιητή (αλχημιστή, γλύπτη, ζωγράφο, μύστη, σιδερά, τραγικό κ.α.) να το αποδώσει πρόσκαιρα με την Τέχνη του. Είναι φανερό ότι στην ποίηση της Στυλιανού το πανάρχαιο δράμα συνεχίζεται, εκτυλίσσεται με τη θεατρικότητα διαφόρων προσωπείων και διατρέχει τον ιστορικό χρόνο, ενώ ο σύγχρονος ποιητικός λόγος είναι απαραίτητο κάθε φορά να εκφράσει την αγωνία του, να βρει έναν τρόπο να μιλήσει γι’ αυτό και να δημιουργήσει νέες εικόνες που θα το φωτίσουν: Η γυναίκα με τα μαύρα / στην αυλή/ και ο σιδεράς / καθώς χτυπά το μέταλλο/ στο αμόνι/ ένας αλχημιστής/ από τη στάχτη του / λέξεις βεγγαλικά θα γεννηθούν / που θα φωτίσουν/ τα κυματιστά μαλλιά της («Στην αυλή της ποίησης»). Είναι επίσης φανερό ότι η ποιήτρια επιλέγει να συνομιλήσει με προγόνους ποιητές, ενσωματώνει στίχους και εικόνες, που αναλυτικά μας καθορίζει στο τέλος της ποιητικής συλλογής. Την ενδιαφέρει όχι απλά η διακειμενική λειτουργία αλλά η συνήχηση της ποιητικής γλώσσας, ο συγχρωτισμός με διαλεγμένα ποιητικά μέταλλα που της ασκούν, και μας ασκούν, υποβολή και, με τον τρόπο τους, εκβάλλουν λυρικά ή δραματικά μέσα στο ποίημα, κερδίζουν την προσοχή μας. Από την ερευνητική περιοχή της συγκριτικής φιλολογίας και μυθοκριτικής που θεραπεύει, γνωρίζει καλά τη συναισθηματική και άλλη αξία των διαφόρων δεδομένων, τα επιλέγει και τα αξιοποιεί κατά περίπτωση σαν προσωδιακά στοιχεία της δικής της γραφής. Από όλες τις διακριτές ποιητικές συνομιλίες με προγόνους, που έχει εντοπίσει άρτια τόσο η ποιήτρια όσο και η κριτική, ξεχωρίζει ωστόσο, τυπικά και άτυπα, η παρείσφρυση ενός σαχτουρικού κόσμου, που δεν είναι οικείος στην ποιητική της ψυχοσύνθεση, καθώς είναι γεμάτος από φυσικά και απόκοσμα στοιχεία, με σκηνοθετημένα πρόσωπα που υποκινούν το ατομικό τους δράμα και μαρτυρούν ένα συλλογικό κακό. Ένας «μυστικός θίασος» από μοτίβα, εικόνες, πρόσωπα και σκιές σε μιαν ατμόσφαιρα πανηγυριού, ένας μηχανισμός μεταμφίεσης («Οι ρινόκεροι») και μαγικών μεταμορφώσεων, μια καρναβαλική ανακύκλωση που βυθίζεται στην επικράτεια του χρόνου με τον κλαυσίγελω της ηρακλείτιας ροής και γνώσης: Νταούλια από φωτιές / στηθήκαν στην πλατεία /κι ο χρόνος ανάβλυζε από παντού/ μικρές χρυσές κουκουβάγιες. Ανάμεσα στον σαχτουρικό μικρόκοσμο που επιλέγει η Στυλιανού κυρίαρχο ρόλο έχουν οι διαχρονικές εικόνες και οι μικροϊστορίες, και όχι τα θεάματα ή ο ρεαλισμός μιας εποχής. Τον κεντρικό ρόλο σε αυτές έχουν οι γυναίκες, με κατοχυρωμένους αρχέτυπους ρόλους όπως η Αντιγόνη και η κυρά της Ρω, γυναίκες που αποτινάζουν τα δεσμά, απελευθερώνουν και απελευθερώνονται: Σαν τρίζει κάθε βράδυ ο σύρτης/ μια μικρή Αντιγόνη δραπετεύει («Η Αντιγόνη»), και από την άλλη καθημερινές δραματοποιημένες μορφές, περισσότερο λησμονημένες παρά ερωτικές, όμορφες όμως μήτρες της ζωής, παρά τα βάσανα που τις τυλίγουν μεταξύ ουρανού και γης: Ξαπλωμένη ανάσκελα/ με λυμένα τα μέλη / στο χρώμα του νερού και του ουρανού/ Νιώθοντας την αφή της γης/ απογειώνεσαι / το ουρανί ορμά στις κλειδώσεις σου/ αισθάνεσαι ακόμα το σπασμό του/ στη μήτρα σου («Άχνα ζωής»). Ο σαχτουρικός κόσμος με τα δαιμονικά συμπλέγματα που καραδοκούν και τελικά καταπίνουν την ομορφιά της ζωής είναι παρών αλλά τα υλικά του συνδέονται οργανικά με άφθονες λυρικές προσχώσεις από μορφές που διαρκώς αναδύονται, με το φως του φεγγαριού, με λυρισμό και με όνειρο, από ποικίλες ποιητικές περιοχές. Ιδανικές μορφές από τον δροσόεντα κόσμο του Κάλβου, του Σολωμού και του Ελύτη και επιλεγμένα ποιητικά προσωπεία από τη χρωματική παλέτα του Εγγονόπουλου και του Νταλί, δημιουργούν μια λυρική γλώσσα που διαλέγεται άνετα με τα περισσότερα ρεαλιστικά, κατά βάση, θέματα της ποιητικής συλλογής. Ρεαλισμό μιας κόρης που αποχαιρετά τον πατέρα της, με τον αγωνιστικό τρόπο του Ρίτσου αλλά και τον λυγμό για τον Λόρκα, μιας γυναίκας που αποτυπώνει το προσφυγικό δράμα της εποχής μας, μιας ποιήτριας που εναλλάσσει προσωπεία για να ξαναπεί το ίδιο ερώτημα που έθεσε επιτακτικά ο Αναγνωστάκης: «Πώς να μιλήσω;».
Τελειώνοντας, νομίζω πως θα συμφωνήσω με το πνεύμα που πολύ ωραία εκφράζεται στο οπισθόφυλλο της ποιητικής συλλογής σχετικά με τον ρόλο των προσώπων και των προσωπείων που διαδοχικά εμφανίζονται αναπαλαιώνοντας ή ανανεώνοντας τις εικόνες από την ώριμη αυτή ποιητική κατάθεση της Στυλιανού, μια κατάθεση που δίνει βασικά μπροστά στους ομότεχνους αλλά και μπροστά σε εμάς, τους άπραγους θεατές του θιάσου, σε κάθε περίπτωση υπό το φως της σελήνης στην αυλή της ποίησης, ενώ ο πρωταγωνιστής παλιάτσος βγάζει τη μάσκα του, αφήνει την σκηνή και πίνει ήδη το ποτό του στην αθηναϊκή οδό Συγγρού, στο ομώνυμο πεζό ποίημα:
«Στο δεύτερο μέρος της παράστασης ο παλιάτσος φόρεσε μια μάσκα και παρίστανε το φεγγάρι. Οι θαμώνες συνέχιζαν να γελούν. Γελούσαν ίσως και για εμάς, ίσως και για εσάς, για τα σπασμένα φτερά που δεν σε άφησαν να πετάξεις. Κανείς δεν σηκωνόταν από τις πολυθρόνες τους. Ήθελαν και άλλα νούμερα από τον παλιάτσο και χειροκροτούσαν και χειροκροτούσαν για να ξαναβγεί επί σκηνής. Μα ματαίως. Ο παλιάτσος είχε ήδη φύγει μέσω της οδού Συγγρού και είχε πάει για ποτό στο μπαρ Αμβροσία».
⸙⸙⸙
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Χαρακτικό: ©Paul Landacre Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου έβδομου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]








