frear

Για τα «Επάλληλα» του Γιώργου Παπαγιαννάκη – γράφει ο Κ. Χ. Λουκόπουλος

Με αφορμή το fantasy – Ένας ιδιότυπος μεταφυσικός στοχασμός
Γιώργος Παπαγιαννάκης, Επάλληλα, εκδόσεις ΑΩ, Αθήνα 2026.

Το βιβλίο Επάλληλα είναι η δεύτερη συλλογή μικρών αφηγήσεων του συγγραφέα Γιώργου Παπαγιαννάκη μετά το βιβλίο του Ο Δρόμος στα σύννεφα του 2022, εκδόσεις, επίσης ΑΩ. Στην πρώτη αυτή συλλογή περιλαμβάνονται δέκα διηγήματα (από πεζά, έως θεατρικοί διάλογοι και ποιητική πρόζα). Εκεί, ο συγγραφέας, χρησιμοποιώντας αλληγορικά, υπερρεαλιστικά μοτίβα, επιχειρεί να διερευνήσει την ύπαρξη ορίζοντας ένα προσωπικό μονοπάτι προς την αυτογνωσία.

Στη συλλογή Επάλληλα, μια υβριδική παράθεση στοιχείων fantasy που υπηρετούν την αφήγηση αναδεικνύοντας βασικά δίπολα πλοκής (φως-σκοτάδι, γέννηση-θάνατος, άνθρωπος-θηρίο), το ύφος γίνεται βαθιά συμβολιστικό, προσθέτοντας διαχρονικότητα και οντολογική υπόσταση στο σύνολο. Το σύνολο αυτό προκύπτει έτσι ως μια σύνθεση σπαραγμάτων (fragments) ενός ενιαίου ψυχικού και κοινωνικοπολιτικού τοπίου, που χρησιμοποιεί εργαλειοκρατικά τη μυθολογική διάσταση ώστε να κατασκευάσει ελεγκτικούς (και αμυντικούς) μηχανισμούς απέναντι στην εξουσία, από τη μια, και στην υποσυνείδητη ενοχή από την άλλη. Τα αφηγήματα, δικαιολογώντας τον τίτλο της συλλογής, προκύπτουν ως διαδοχικά στρώματα διήθησης του «κακού» εντός ενός ενιαίου –συχνά καφκικού– σύμπαντος. Το σύμπαν αυτό δομείται ακριβώς πάνω στη σχέση του υποκειμένου με την εξουσία, ενώ ταυτοχρόνως, από αφήγηση σε αφήγηση, αλλά και εντός της ίδιας αφήγησης μερικές φορές, οι ρόλοι διολισθαίνουν ή και αντιστρέφονται. Έτσι, ένας χαρακτήρας που στην αρχή εμφανίζεται απωθητικός και αλαζόνας, καταλήγει εύθραυστος και συμπαθής, εφόσον κατανοούνται ή και αφομοιώνονται από τον αναγνώστη, οι μηχανισμοί που τον διαμορφώνουν· όπως για παράδειγμα η φιγούρα του Δικαστή στο αφήγημα «Δυνατά το μεταλλικό εκκρεμές». Σε αυτά τα δίπολα ρόλων εξουσίας-υποταγής, ως ενεργό υπόβαθρο λειτουργεί πάντα το ανώνυμο πλήθος, με το οποίο ο συγγραφέας επιχειρεί να κινητοποιήσει τον αναγνώστη: να τον φέρει στη θέση του πλήθους αυτού, να τον κάνει να λάβει θέση, να αντιδράσει ή να επικροτήσει, να εμπλακεί.

Στο «Λυκαυγές – Λυκόφως – Έρεβος», για παράδειγμα, σημειώνω τα σημάδια μιας έντονης θεατρικότητας σε έναν διάλογο –υψηλής ποιητικής ισχύος– της συνείδησης με το υποκείμενο, ο οποίος εντείνεται από τις προστακτικές Κοίτα – Άκου – Μίλα, μια τελετουργική, μυσταγωγική ατμόσφαιρα που κατευθύνει τον αναγνώστη προς το έρεβος. Η αίσθηση του σκότους που προκύπτει είναι τέτοια, που η εν μέρει ρητορική υπερφόρτωση της ενότητας, δικαιολογημένη ίσως στο πλαίσιο του fantasy, αλλά η οποία θα κινδύνευε να απομακρύνει τους αναγνώστες με μικρή εξοικείωση με το είδος, ξεχνιέται εντελώς και ο αναγνώστης ταυτίζεται απολύτως.

Στο «Ένα σύννεφο κίτρινης άμμου», ο συμβολικός πυρήνας της αντιπαράθεσης Ταυρομάχου-Κτήνους, καταλύεται καθώς ο ήρωας αποδεικνύεται προϊόν/κατασκευή του ίδιου του συστήματος. Αυτή η συνειδητοποίηση ανασύρει και τοποθετεί τον αναγνώστη στο μέσο της πλοκής.

Στο «Δυνατά το μεταλλικό εκκρεμές», που φέρνει στο νου το διήγημα του Έντγκαρ Άλλαν Πόε, «Το Πηγάδι και το Εκκρεμές», το δικαστικό σύμπαν που κατασκευάζεται (ακροατήριο, συνήγοροι και κατήγοροι), εξαιρώντας τον Δικαστή που έχουμε ήδη σχολιάσει, συνθέτει έναν μηχανισμό ενοχής εντελώς καφκικό. Το πλήθος –ο τρίτος πρωταγωνιστής– είναι απρόσωπο και η κατηγορία ασαφής. Ενδεικτικό διήγημα για το πώς επιτυγχάνει ο συγγραφέας να πραγματοποιήσει μιαν οριακή ισορροπία, ανάμεσα στην αλληγορία και τη συγκίνηση, εν τω μέσω της οποίας αιωρείται ο αναγνώστης.

Στο «Ίδιο σμιλεμένο μάρμαρο», η περιγραφή της εκτέλεσης είναι αρκούντως ρεαλιστική, ενώ στο τέλος απογειώνεται από τον σαρκασμό της ενσωματώνοντας στην παλέτα της αφήγησης του Παπαγιαννάκη έναν ιδιόμορφο κυνισμό ο οποίος, παρά την, και πάλι, γλωσσική υπερφόρτωση, κάνει το διήγημα να διατηρεί την αξία του στο σύνολο της συλλογής.

Στις υπόλοιπες ενότητες, οι οποίες συμβάλλουν –όχι όλες με την ίδια ένταση– στην υπερτιτλική συνοχή του βιβλίου, έχουμε παραλλαγές των ήδη παρατιθέμενων συντεταγμένων της γραφής του Παπαγιαννάκη: μια αφόρητη αίσθηση εγκλωβισμού, αγωνία για την επιβίωση (σωματική ή ψυχική) και ταυτοχρόνως, μεταφυσική απουσία της οποιασδήποτε αιτίασης.

Αφήνω για το τέλος και ξεχωρίζω την «Απέραντη επιφάνεια του νερού – Point Nemo», που είναι μακράν το καλύτερο αφήγημα της συλλογής, ένα εξαιρετικό υβρίδιο επιστημονικού λόγου και ποιητικού αιτίου που συνδυάζει τα διακείμενα με μαγικό τρόπο. Τολμώ να πω, αυτός είναι ο δρόμος για τη μελλοντική γραφή του Παπαγιαννάκη, καθώς αποδεικνύει ότι μπορεί να κινηθεί με άνεση εκτός φέροντος πλαισίου (εν προκειμένω του fantasy).

Σημειώνω εδώ ότι κάθε αφήγηση συνοδεύεται από ένα ασπρόμαυρο σχέδιο που θυμίζει χαρακτικό ή βινιέτα από ένα post-apocalyptic κόμικ, η οποία μοιάζει να σχολιάζει το κείμενο από ένα επίπεδο επιστασίας.

Οι εικόνες του δημιουργού Στέφανου Παπαδήμου, ο οποίος προέρχεται από των χώρο του graffiti, συγκροτούν έναν παράλληλο αφηγηματικό μηχανισμό, ο οποίος συνυπάρχει με τα κείμενα και αλληλεπιδρά με αυτά. Έναν γεωμετρικό κόσμο υψηλού κοντράστ, πριμιτίφ απλότητας με μοτίβα που παραπέμπουν σε μηχανικά έντομα, κορμιά, μυθολογικές σκηνές από αγγεία, αρχιτεκτονικές κατασκευές που θυμίζουν άλλοτε βωμούς και άλλοτε εργοστάσια, συναθροίσεις, τελετουργίες, σύμβολα εξουσίας. Η μη-γραμμικότητα, η σπαραγματική παράθεση, είναι ίσως η μόνη εργαλειοκρατική ομοιότητα με το κείμενο καθώς η παραμόρφωση, ο καταμερισμός της συνείδησης στα εξ ων συνετέθη, η γεωμετρική αρμονία, λειτουργούν ασφυκτικά και φτιάχνουν ένα σύμπαν όπου η εξουσία είναι ταυτόχρονα πολιτική, θρησκευτική και τεχνολογική, ένα σύμπαν δύσβατο, ομοίως καφκικό, ανάλογο με αυτό που επιδιώκει να κατασκευάσει ο συγγραφέας.

Καθήκον μου είναι, ως αναγνώστης, να καταθέσω την δική μου προσωπική αίσθηση: το όλον δυσχεραίνει την ανάγνωση, την καθιστά αποπνικτική, την οδηγεί προς μια επιπλέον ζώνη ερμηνευτικής αστάθειας. Και αυτό είναι το υπέροχο· ότι δηλαδή εδώ έχουμε μια υπονόμευση των κειμένων εξωγενή (διότι – ούτως ή άλλως – σύμφωνα με τον Ντεριντά, κάθε κείμενο υπονομεύεται υποσυνείδητα από τον ίδιο του τον συγγραφέα), η οποία καταλύει τις βεβαιότητες και εκτραχύνει τις ευκολίες· να το πούμε αλλιώς: διεισδύει έξωθεν στο έρεβός τους εκκινώντας από μιαν άλλη ξεχωριστή και ετεροπροσδιορισμένη, διακειμενική αφετηρία. Η εικαστική παράμετρος επομένως, αποτελεί μια, πολύτιμη για το βιβλίο, μεταμοντέρνα συνύπαρξη η οποία, σε συνδυασμό με την εκ-των-πραγμάτων απουσία ιεράρχησης ανάμεσα στους δυο δημιουργούς, ενισχύει την αλήθεια και την οικουμενικότητα του νοήματός του, δηλαδή τον κοινό τους παρανομαστή, καθώς, κάθε έργο τέχνης οφείλει να επικοινωνεί την αλήθεια και την αυθεντικότητά του.

Συμπερασματικά, το βιβλίο χαρακτηρίζεται από έναν ιδιότυπο εκλεκτικισμό, που δανείζεται στοιχεία από την υπερρεαλιστική παράδοση, από τον συμβολισμό και το fantasy παρουσιάζοντας μια –κατ’ επίφαση– μυθολογική ατμόσφαιρα με ήρωες και πλοκή, η οποία όμως οδηγεί σε συνειρμούς και στοχασμούς που σχετίζονται με μεταφυσικά ερωτήματα για την ύπαρξη. Το όλον, που ενορχηστρώνεται και εκτελείται με απόλυτη επιτυχία από τον Παπαγιαννάκη, τοποθετεί το βιβλίο ανάμεσα στην ποιητική φαντασία και στον μεταφυσικό στοχασμό και ανεβάζει την πεζογραφική αξία του, σε ένα επίπεδο άξιο σοβαρής κριτικής. Κυρίως επειδή, εξ όσων γνωρίζω, τέτοια – υβριδικά – πονήματα απουσιάζουν από το ελληνικό συγγραφικό τοπίο.

⸙⸙⸙

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: ©Florence Hutchings. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου έβδομου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη