frear

Για τη «Θέασι» του Αλέξανδρου Κορδά – γράφει η Ανθούλα Δανιήλ

Αλέξανδρος Κορδάς, Θέασις, Οι Εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα 2025.

Εντύπωση πρώτη, το εξώφυλλο. Χωρίο της Αποκάλυψης από το χειρόγραφο Escorial Beatus. Εντύπωση δεύτερη, η μορφή της γραφής στην αφιέρωση. Εντύπωση τρίτη, η ευγένεια. Τέταρτη, το μότο:

ΑΣΚΗΣΕΙΣ ΙΣΟΡΡΟΠΙΑΣ
«Ω φωτεινέ Θεέ στήριξε τα παραπαίοντα βήματά μου, σκοτεινό ελάφι κλόνισε τα φωτεινά βήματά μου» Pierre Jean Jouve

Καμιά φορά δεν χρειάζονται πολλά για να σε βγάλουν από τη συνήθεια της καθημερινής γραφής παρά ένα κάτι μικρό, ένα κλικ προς την πλευρά του ανοίκειου. Μόνο που εδώ αναδύεται το ερώτημα τι είναι το ανοίκειο, το οποίο στη σύγχρονη κοινωνία έχει χάσει τα βήματά του. Γι’ αυτό και ο ποιητής ζητά τη βοήθεια του Θεού, όπως ο αρχαίος τη βοήθεια της Μούσας.

Ο Αλέξανδρος Κορδάς ξεχωρίζει. Δεν είναι του κόσμου τούτου, είναι ενός άλλου, βαθιά πνευματικού, εσωτερικού, μυστικού. Το ανακαλύπτει ο αναγνώστης από την πρώτη ματιά στο πρόσωπό του πριν μπει στα δύσβατα κατατόπια του μυαλού του.

Θέασις, ο τίτλος του βιβλίου και το ερώτημα είναι τι βλέπουνε τα μάτια του τα προφητικά; Το τι θα αναπτυχθεί με πολλές παραλλαγές στις περίπου 135 σελίδες του.

Η σύνθεση του υλικού είναι ας πούμε πλεκτή. Ένα σονέτο, ένα πεζό, άλλο ποίημα, άλλο πεζό, σαν να εναλλάσσεται ο ρυθμός της ψυχής που πάσχει ή του πνεύματος που ψάχνει. Οι ενότητες είναι πολλές και διαφορετικές, αλλά και αλλιώς παρόμοιες. Πάντα το κοντινό είναι η αφόρμηση για το μακρινό. Μια εμπειρία βαθιά ριζωμένη που διαχύθηκε στον χρόνο και βρήκε τρόπους να αλλάξει, να γίνει στοχασμός, να κινήσει άλλα θέματα ή να σκαλίσει τραύματα, τα οποία, με τη σειρά τους, ανοίγουν ρωγμές στο Άγνωστο για εξερεύνηση. Ο ποιητής βλέπει το χάος να χάσκει μπροστά του και να τον προκαλεί. Εκείνος στέκει στην όχθη και το μελετά. Σύννους, αλλά όχι θυμωμένος, με δέος, αλλά όχι τρομαγμένος.

Ο Κορδάς δεν ενδιαφέρεται για τα πολλά του κόσμου τούτου, δεν φαίνεται πως ανήκει στον κόσμο ετούτο, έχει από καιρό ανοίξει τα πανιά του για κόσμους που φτάνουν στα Άφταστα. Φιλομαθής όταν ήταν παιδί, νέος άντρας και ποιητής, εξερευνητής του Αγνώστου και του Απαγορευμένου τώρα… Με άλλα λόγια, οι αστραπές της μνήμης φέρνουν στο φως γεγονότα της ζωής μακρινά, από έναν κόσμο πραγματικό που έχει πια περάσει, αλλά δεν έχει ξεχαστεί. Ό,τι έχει βιώσει έχει αφήσει ίχνος βαθύ και όλα μοιάζουν παράξενα και δυστοπικά, σαν να ζει σε μια γη μετά την Αποκάλυψη.

Όμως πρώτα πρώτα πρέπει να πούμε πως ο Κορδάς εισάγει στη λογοτεχνία μια «άλλη» γλώσσα, ένα «άλλο» ύφος, μια διάθεση να αποφύγει τα γνωστά και τετριμμένα της γενιάς του, να μπει σε αλλότρια πεδία σκέψης και δράσης… Σαν ένα νέο είδος Φάουστ που τολμά.. Οι λέξεις του βρίσκουν νέες συνδέσεις μεταξύ τους και τα νοήματα διαρρηγνύουν το συμπαγές του λογικού…

«Ο Θανάσης ο κουρέας… καθόταν σιωπηλός ανάμεσα στα φρύδια του… μου αφαιρούσε τις φαβορίτες… ίσως μάλιστα, να είχαμε κοινούς προγόνους – λήσταρχους με γενειάδες από καπνόφυλλα και χαίτες σκοτεινά ελατόδασα…» («Ο Θανάσης»).

Τι προσπαθεί να κάνει εδώ ο τωρινός απόγονος; αφαιρεί το αποδεικτικό της συγγένειας, της καταγωγής του;

Ένα άλλο στοιχείο είναι η ανατροπή του μύθου, αλλά και η ανατροπή της ανατροπής, όπου όμως ο βασικός πυρήνας διασώζεται. Παράδειγμα η συνάντηση του ποιητή με μια «Ελένη» –του Ευριπίδη; του Σεφέρη; Ποιος ξέρει– στη γέφυρα της Χαλκίδας:

Στο μπράτσο μ’ άγγιξες με χέρι ντελικάτο,
το βλέμμα σου κοιτώ που όλα τ’ απαλαίνει,
για να σου πω, «δες τα νερά πως παν, Ελένη».

Την ύπαρξή μου μόνο τ’ όνειρο τη δένει
κι από τα χείλη σου θα πιώ κρασί φλογάτο.
Ω πλάσμα συ του νου, πουκάμισο γεμάτο.

(«Ελένη»)

«… έβαλα κανόνα. Μα ο κανόνας ήταν σαν πέτρα που ’δεσα στη μέση μου να τη σέρνω, κι ήθελα να την πετάξω στο πρώτο πηγάδι που θα βρω, να τρώγω κάθε μέρα καρπό από δέντρο απαγορευμένο» («Θέασις»).

Το δάγκωμα του φιδιού, το ξύπνημα της συνείδησης, όπως το αποκαλούσε ο Βαλερύ, εδώ μεταμορφώνεται σε ένα σκουλήκι με κεφάλι μωρού… η πρόκληση είναι να μην φοβηθείς. «Πρέπει να το αφήσης να σε δαγκώση» («Η απόκοσμη αίθουσα του κινηματογράφου»).

Οι λέξεις που επιλέγει από τον θησαυρό της ελληνικής γλώσσας δείχνουν τις εκλεκτικές συγγένειες και τις μυστικές αγάπες του. Όλη η μεγάλη μας ποίηση και οι ποιητές που τόλμησαν να σκαλίσουν το Άγνωστο είναι παρόντες με κάτι από τα χαρακτηριστικά που τους καθιστούν διακριτούς και ανεπανάληπτους.

Μια λέξη, μια φράση, μια σκέψη, μια εικόνα και από συμπαγές του νέου οικοδομήματος-ποιήματος αρκεί για να ξεπροβάλουν τα μεγάλα αγκωνάρια: Ο Σολωμός, ο Σικελιανός, ο Σεφέρης, ο Ελύτης, ο Καρυωτάκης, ο Καβάφης, και οι Γάλλοι μεγάλοι που βγαίνουν για λίγο στις σελίδες του· Pierre Jean Jouve, Stéphane Mallarmé, Antoine Artaud. Και άλλες λέξεις και ονόματα πλαστά ή και όχι· Ελμπενόν, Ίγκιτουρ, Καρκόσα.

Κάτι που δεν μας ξενίζει, αντιθέτως φαίνεται πως δένει τους κρίκους της ποίησης ισοδύναμα, είναι ο παραδοσιακός ρυθμός, όταν τον χρησιμοποιεί με σεβασμό σ’ αυτό που γράφει, σαν να θέλει να το προφυλάξει από την προφάνεια της καθημερινής τριβής.

Ο Κορδάς δεν επιλέγει την ευκολία του στη γραφή, μιλά σαν προφήτης που βαδίζει στα αρχαία μονοπάτια εκείνων που θεωρεί οδηγούς, προς στις «άγνωστες ακτές», προς στην «άγνωρη Πηγή»…

Και λες: σε ποιου θεού μες στο όνειρο να είμαι ,
εγκλωβισμένος να ’μουν έτσι και πιο πριν;
Και πώς να κινηθώ στ’ αλλόκοτα που κείμαι
και πλην τον εαυτό μου, πλην τον τόπο, πλην.

Όλο αυτό, το τελευταίο τετράστιχο, από το εξάστροφο ποίημα με τον τίτλο «Δέος ή Αρπαγή», είναι γραμμένο με πλάγια γράμματα πλην της αρχικής εσωτερικής απορίας «Και λες».

Στης Ρώμης τις απορροές ο Ψαλμός 42:7 «abyssus abyssum invocat» μας θυμίζει και τον Καζαντζάκη που με την Άβυσσο όρισε την προέλευση και την κατάληξη του ανθρώπου…

«και μέχρι το Ινδό είχε φτάσει» μου θύμισε Καβάφη ή Μέγα Αλέξανδρο,
«μίλησε μες στα σπλάχνα μου και μου ’πε πως θα ’ρθή», μου θύμισε Σικελιανό και «Ιερά οδό» …

Γενικά, θα έλεγα πως κάθε ποίημα ή πεζοποίημα ή πεζό, κάθε κείμενο, με όποια μορφή κι αν έχει, μου μοιάζει σαν ανάπτυγμα λεπτομέρειας ενός παλιότερου, σαν απ’ τη σάρκα του παλιότερου να τράβηξε μια κλωστή, μια ίνα σαν αίμα και σαν λώρο που τον έδενε μαζί του και με αυτήν κέντησε σε άρτιο νέο σύνθεμα δικό του σώμα νέο.

Τι θα έλεγε κανείς έτσι με μια φράση; Ποιος είναι ο Αλέξανδρος Κορδάς; Μια φράση δεν μου αρκεί, θέλω πολλές για να πω πως ο Αλέξανδρος Κορδάς ξεχωρίζει μέσα στη γενιά του, κρατάει γερό κρίκο στην ποιητική αλυσίδα, σέβεται ό,τι έχει διδαχτεί, σέβεται κι αυτό που ακυρώνει, νιώθει Θεό το Άπειρο – «Θεός μονάχος τ’ Άπειρο θε να φανεί» – και εδώ θα βάλω κι έναν Καρυωτάκη που κατέθεσε πριν 100 χρόνια τον στίχο «Με το μηδέν και το Άπειρο να συμφιλιωθούμε». Κα ακόμα να θυμηθούμε και τον Χάιντεγκερ, το εδώ και το είναι –το Είναι και Χρόνος– ο άνθρωπος βαδίζει μέσα στο χρόνο οδεύοντας προς τον θάνατο. Η συνειδητοποίηση της ανθρώπινης ύπαρξης είναι η συνειδητοποίηση της θνητότητάς του. Και αυτή είναι ο χρόνος που τον κερδίζεις και ταυτόχρονα τον χάνεις Είναι η στιγμή που οδεύεις προς «Εκείνον π’ όλα τα ’φτιαξε κι όλα τα συμμαζεύει» («Η αγρύπνια του Σωκράτη»).

Ωστόσο, με μια φράση, δανεισμένη από τον Οδυσσέα Ελύτη, αλλά και ελαφρώς παραλλαγμένη, θα έλεγα πως ο Αλέξανδρος Κορδάς έχει το βλέμμα το βαθύ των Αγίων που είδαν τα Άφταστα…

Γεννήθηκε Ποιητής!

⸙⸙⸙

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: ©Pradiptamoy Paul. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου έβδομου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη