frear

Για το «Επί σκοπώ πλουτισμού» της Ελισάβετ Χρονοπούλου – γράφει η Ελένη Πατσιατζή

Ελισάβετ Χρονοπούλου, Επί σκοπώ πλουτισμού, Πόλις, Αθήνα 2026.

Δεν είμαστε παρά οι πράξεις μας. Εμείς περνούμε αλλά οι πράξεις μας μένουν για πάντα σ’ αυτόν τον κόσμο (σελ. 23).

Μόλις πριν από τρία χρόνια, το 2023, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια το βιβλίο του ιστορικού Μενέλαου Χαραλαμπίδη με τίτλο Οι δωσίλογοι, μια μελέτη στηριγμένη σε αρχειακή έρευνα. Αυτό το εξαιρετικά επιτυχημένο εκδοτικά βιβλίο έφερε στο προσκήνιο, ογδόντα χρόνια μετά, ένα θέμα ταμπού· αυτό του δωσιλογισμού, δηλαδή της πολυεπίπεδης συνεργασίας πολλών Ελλήνων με τις ναζιστικές δυνάμεις κατοχής. Η συνεργασία αυτή –πολιτική, οικονομική αλλά και ένοπλη– συνιστά μία από της μελανότερες σελίδες της νεότερης ιστορίας της Ελλάδας και άφησε ανεπούλωτο συλλογικό τραύμα, ιδίως λόγω της ατιμωρησίας των δωσιλόγων στο μεταπολεμικό ελληνικό κράτος. Είχε προηγηθεί χρονολογικά, το 2014, από τις εκδόσεις Πόλις, η κυκλοφορία αντίστοιχης έρευνας του ιστορικού Δ. Κουσουρή για τις δίκες των δωσιλόγων κατά την περίοδο 1945-1949, έρευνα στην οποία κατέστη απολύτως σαφής ο ρόλος της Δικαιοσύνης αλλά και της εγχώριας ελίτ στη διάσωση χιλιάδων δωσιλόγων στο πλαίσιο της προσπάθειας διατήρησης της συνέχειας του κρατικού μηχανισμού με συνεκτικό υλικό τον αντικομμουνισμό, διαπίστωση που τεκμηριώνεται και από την πρόσφατη μελέτη του Μ. Χαραλαμπίδη.

Ο Μενέλαος Χαραλαμπίδης είναι εκείνος που υπογράφει και το ευσύνοπτο και εξαιρετικά κατατοπιστικό επίμετρο του νέου μυθιστορήματος της Ελισάβετ Χρονοπούλου με τίτλο Επί σκοπώ πλουτισμού (Πόλις, 2026). Η Χρονοπούλου πραγματεύεται και εκείνη, με την τροπικότητα του λογοτεχνικού λόγου, το ιστορικό φαινόμενο του ελληνικού δωσιλογισμού. Στο προσεγμένο επίμετρο του βιβλίου αναλύονται όλες οι κοινωνικοπολιτικές διεργασίες που οδήγησαν ένα τμήμα του πληθυσμού στην εθνική αντίσταση ενώ ένα άλλο στη συνεργασία με τις κατοχικές δυνάμεις. Έχουμε, επομένως, στη συγκεκριμένη έκδοση, μια ιδιαίτερη και πολύ ενδιαφέρουσα συνύπαρξη και αλληλοσυμπλήρωση των δύο διακριτών πεδίων, της ιστορίας και της λογοτεχνίας, που εκκινούν από την ίδια αφετηρία: την προσπάθεια κατανόησης της ανθρώπινης κατάστασης μέσω –ωστόσο– διαφορετικών εργαλείων καταβύθισης στο παρελθόν αλλά και μέσω της διαφορετικής αφηγηματικής τροπικότητας. Όπως η ιστορική επιστήμη έτσι και η λογοτεχνία λειτουργεί ως μέσο ενθύμησης, ως έκφανση του μνημονικού λόγου καθώς αποπειράται να ανασυστήσει την ιστορική εμπειρία με εργαλείο τη μυθοπλασία. Θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι τόσο η μελέτη του Μ. Χαραλαμπίδη Οι Δωσίλογοι όσο και το μυθιστόρημα της Ε. Χρονοπούλου Επί σκοπώ πλουτισμού, ως αυτοτελή έργα, συμβάλλουν στην εκ νέου παραγωγή δημόσιου λόγου γύρω από το άγος της συνεργασίας πολλών με τους κατακτητές κατά τη διάρκεια της Κατοχής αλλά και των συνεπειών της λειτουργίας των «αθωοδικείων», όπως χαρακτηρίστηκαν σκωπτικά, τα οποία, παρά τη βαρύτητα των κατηγοριών, είτε επέβαλλαν ασήμαντες ποινές είτε απάλλασσαν των κατηγοριών τους συνεργάτες των κατακτητών «λόγω αμφιβολιών». Επρόκειτο, δηλαδή, για μερική ή ολική αμνήστευση που ακολουθήθηκε και από την ενσωμάτωσή τους στον μεταπολεμικό κρατικό μηχανισμό. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι περισσότεροι από αυτούς είχαν ήδη πλουτίσει εκμεταλλευόμενοι τη συνεργασία τους με τις κατοχικές δυνάμεις.

Πηγή: Εφημερίδα «Εμπρός», 15/4/1945

Αξίζει να αναφερθεί ότι δεν είναι η πρώτη φορά που η Ε. Χρονοπούλου καταπιάνεται λογοτεχνικά με ζητήματα που αφορούν ιστορικά γεγονότα και συγκεκριμένα με γεγονότα της περιόδου της Κατοχής. Η προηγούμενη συλλογή διηγημάτων της Ο Έτερος εχθρός (Πόλις, 2017), που βραβεύτηκε με το Βραβείο Διηγήματος της Ακαδημίας Αθηνών καθώς και με το Κρατικό Λογοτεχνικό Βραβείο διηγήματος-νουβέλας, περιλαμβάνει ιστορίες που διαδραματίζονται τη συγκεκριμένη ιστορική περίοδο. Οι ήρωες/-ίδες της συλλογής, ζώντας σε ακραίες καταστάσεις διαρκούς μάχης για την επιβίωση, παρουσιάζονται να καταβαραθρώνονται ηθικά καθώς εξαναγκάζονται σε συμβιβασμούς και σιωπές. Με αφορμή εκείνο το βιβλίο της, σε παρέμβασή της σε διαδικτυακό σεμινάριο του Ομίλου για την Ιστορική Εκπαίδευση στην Ελλάδα, στις 14/11/2022, με θέμα τις «Απηχήσεις της Κατοχής και του Εμφυλίου στη σύγχρονη λογοτεχνική παραγωγή», είχε δηλώσει ότι όχι μόνο είχε κάνει ενδελεχή ιστορική έρευνα αλλά και ότι παράλληλα κρατούσε σημειώσεις που την ώθησαν στην επινόηση των ιστοριών της συγκεκριμένης συλλογής διηγημάτων. Εξομολογήθηκε ότι την ενδιέφερε να γράψει κυρίως για τις αποσιωπήσεις ιστορικών γεγονότων. Επίσης, είχε τονίσει ότι το στέρεο έδαφος του πρωτογενούς ιστορικού υλικού τής έδωσε το έναυσμα για τη μυθοπλασία. Έχει, ωστόσο, ιδιαίτερο ενδιαφέρον η φράση της «Διάβασα ιστορία για να καταλάβω αλλά τη διάβασα όπως και τη λογοτεχνία, για να σωθώ». Ο Δημήτρης Τζιόβας μας έχει πει σχετικά ότι «Τελικά, μαθαίνουμε για το παρελθόν είτε διαβάζοντας ιστορία είτε διαβάζοντας λογοτεχνία. Αρκεί να το επιθυμούμε και να θυμόμαστε πως το λογοτεχνικό έργο προϋποθέτει μια σχέση εξ ορισμού ηθικής χροιάς ανάμεσα στον συγγραφέα και στο ακροατήριό του καθώς η λογοτεχνία δεν είναι μόνο χρήσιμη αλλά και χρησιμοποιήσιμη».

Στο νέο βιβλίο της, μυθιστόρημα αυτή τη φορά, ακολούθησε την ίδια, απολύτως επιτυχημένη, μεθοδολογία της προσεκτικής μελέτης πρωτογενούς ιστορικού υλικού πριν από τη συγγραφή. Η δράση στο έργο αυτό κινείται σε δύο επίπεδα, ένα παρελθοντικό και ένα παροντικό που κάποια στιγμή συμφύρονται, όπως συμφύρονται, σε ένα φαντασιακό επίπεδο, και τα πρόσωπα. Βασικός άξονας της πλοκής είναι η καταβύθιση του νεαρού αφηγητή, του Γιώργου Ασλανίδη, στο οικογενειακό παρελθόν λόγω μιας απρόσμενης διαθήκης από κάποιον άγνωστό του, τον ηλικιωμένο Δημοσθένη Σαρίκα, μιας κληρονομιάς που ενώ δεν είναι οικογενειακή του, γίνεται σταδιακά κομμάτι της ύπαρξής του. Ο αφηγητής, εγγονός μέλους της «Ειδικής Ασφάλειας» αλλά ταυτόχρονα και οικονομικού δωσίλογου, χωρίς να γνωρίζει το οικογενειακό παρελθόν αλλά ούτε και το συλλογικό (όπως οι περισσότεροι/-ες νέοι/-ες λόγω των αποσιωπήσεων της επίσημης ιστοριογραφίας, ιδίως αυτής που διδάσκεται στα σχολεία) κληρονομεί όχι μόνο την περιουσία αλλά και τη μνήμη –σε μορφή επιστολών και ημερολογίων– του εκτελεστή του παππού του. Η εκτέλεση, σε μεταγενέστερο της Κατοχής χρόνο, έρχεται ως πράξη αυτοδικίας για την ατιμωρησία του θανάτου της Αμαλίας Σαρίκα, για την αντιστασιακή της δράση, από φριχτά βασανιστήρια στην «Ειδική Ασφάλεια» (την «Ελληνική Γκεστάπο», ισχυρό βραχίονα του δωσιλογικού μηχανισμού), όταν ο αδελφός της, ο Δημοσθένης Σαρίκας, ήταν ακόμη παιδί. Πολλές οι αποκρύψεις στην οικογένεια Ασλανίδη για τον ρόλο του παππού Γιώργου Ασλανίδη στην «Ειδική Ασφάλεια» («Όχι, η γιαγιά δεν ήθελε να ενοχλούμε το παρελθόν», «Μην τα σκαλίζεις», έλεγε, «όχου τώρα κι εσύ, παλιές ιστορίες τι θες και τις σκαλίζεις;»), πολλές και οι προσπάθειες αναδιήγησης του οικογενειακού παρελθόντος, ωστόσο ο νεαρός αφηγητής δεν θα διστάσει να ανατρέξει σε όλα όσα συνιστούν όχι μόνο το οικογενειακό άγος αλλά και το συλλογικό, μπαίνοντας στη θέση του άνδρα που δολοφόνησε τον παππού του.

Το πρωτογενές υλικό των αρχείων των δικών των δωσιλόγων και, πιο συγκεκριμένα, της δίκης του Γιώργου Ασλανίδη –υπαρκτού προσώπου– και οι πληροφορίες που αντλούνται από τις καταθέσεις των μαρτύρων για όσα συνέβησαν, γίνονται τα στημόνια πάνω στα οποία η συγγραφέας, κατά τρόπο απολύτως αληθοφανή, υφαίνει τη μυθοπλασία της και δομεί τους φανταστικούς χαρακτήρες της. Μας το επισημαίνει και η ίδια, παρακειμενικά, στις Σημειώσεις, όπου τονίζει ότι τα βιογραφικά στοιχεία είναι επινοημένα ενώ τα περιστατικά αποτελούν σύνθεση αποσπασμάτων αυθεντικών μαρτυριών με μυθοπλαστικά στοιχεία. Κυρίως, τονίζει ότι δεν έχει επινοηθεί καμία δράση δωσιλόγων μη ιστορικά τεκμηριωμένη. Επομένως, ομολογεί την υβριδικότητα της αφήγησής της και την επιλογή της να αναδείξει, μέσω της επιτελεστικότητας της αρχειακής έρευνας, αποσιωπημένες πλευρές της ιστορίας. Κάτι που το πράττει με ευαισθησία και εννοιολογική σαφήνεια ως προς το ιστορικό πλαίσιο.

«Ο κύριος Σαρίκας δεν γύρισε. Βρέθηκε σε μια παγωμένη εξορία κι έζησε εκεί όλη του τη ζωή. Κι εγώ βρίσκομαι τώρα εδώ, στο σπίτι του που είναι πια δικό μου, καθισμένος στην πολυθρόνα του , μπροστά το σκαλιστό τραπεζάκι που έπινε τον καφέ του, ελληνικό καφέ διπλό. Φαίνεται πως εδώ ήταν η γωνιά του, εδώ περνούσε τ’ απογεύματα, ίσως και τα πρωινά. Πάνω σε αυτό το τραπέζι βρήκα το φλυτζάνι του, το φλυτζάνι απ’ όπου ήπιε τον τελευταίο του καφέ, λίγη ώρα πριν καλέσει το ασθενοφόρο. Στην ίδια θέση είναι τώρα ακουμπισμένος ο δικός μου καφές. Στο ίδιο φλυτζάνι. Ελληνικός διπλός. Μπροστά μου ο υπολογιστής και πλάι του, στοιβαγμένα, τα ευρήματα τα ανασκαφής μου. Τετράδια, σημειωματάρια, επιστολές, σκίτσα και ζωγραφιές, αποκόμματα εφημερίδων, όλα όσα μου κράτησε φυλαγμένα μέσα στο σπίτι για να τα ανακαλύψω , να τα βάλω στη σειρά και να σας πω την ιστορία του. Και πάνω στη στοίβα, το πρώτο, το καλύτερο, το πιο πολύτιμο: το γράμμα του.» (σελ.19)

Ως motto του βιβλίου χρησιμοποιείται η φράση του David Mamet «But the truth, like everything else, changes with time», φράση που συνειρμικά συνδέεται με τις ποικίλες διαθλάσεις αλλά και παραποιήσεις της μνήμης για γεγονότα που συνέβησαν στο παρελθόν, καθώς η μνήμη εκφράζει συχνά το συναίσθημα ή τη γνώση που αποκτήθηκε σε μεταγενέστερο χρόνο. Ως μετα-μνήμη είναι, επομένως, δυναμική και ευμετάβλητη, χαρακτηριστικά που αξιοποιεί η λογοτεχνία για να αποδώσει, εν προκειμένω, δικαιοσύνη για όσα συνέβησαν ώστε να επέλθει η αναγκαία κάθαρση.

Η εναρκτήρια φράση του μυθιστορήματος έχει χαρακτήρα διαπιστωτικό: «Τελικά πέθανε ατιμώρητος». Ποιος; Κατά η διάρκεια της ανάγνωσης και καθώς η πλοκή εξελίσσεται με τρόπο που προσιδιάζει προς την αστυνομική λογοτεχνία, με διαρκείς γρίφους και σιωπές, κατανοούμε ότι η φράση πιθανότατα αναφέρεται στον Γιώργο Ασλανίδη, τον παππού του αφηγητή. Συνεκδοχικά, πιθανότατα σε όλους τους δωσίλογους που αθωώθηκαν «λόγω αμφιβολιών», όπως και εκείνος, αφού ο εθνικισμός και ο αντικομμουνισμός τους αποτελούσαν «τεκμήρια αθωότητας». Μήπως, όμως, αναφέρεται και στον γηραιό εκτελεστή του, το πρόσωπο που μυθοπλαστικά παρεμβαίνει ώστε να αποδοθεί δικαιοσύνη; Η διαδικασία της αποτροπής της ατιμωρησίας και της επιβολής της λήθης παραπέμπει στην καρκινική φράση «νίψον ανομήματα μη μόναν όψιν» που συναντάται ως τίτλος σε διήγημα της σημαντικής συλλογής διηγημάτων του Μ. Χάκκα Ο μπιντές και άλλες ιστορίες, σε κείμενο όπου ο αντιστασιακός και ο ταγματασφαλίτης συναντώνται τυχαία έπειτα από χρόνια, με τη γνώση, πλέον, του ζόφου που δημιούργησε το άμετρο μίσος και η ατιμωρησία των νικητών. Η μοιραία συνάντηση εκείνων των προσώπων στο έργο του Χάκκα καταλήγει στη ρήση «Όσοι μπλεχτήκαμε τότε, στο ίδιο καζάνι βράζουμε».

Όσο η πλοκή ξεδιπλώνεται μέσω των οικογενειακών κειμηλίων της οικογένειας της δολοφονημένης κοπέλας, ο νεαρός Γιώργος Ασλανίδης, παιδί αγνώστου πατρός, έρχεται αντιμέτωπος με δικές του μνήμες και συναισθήματα σε μια προσπάθεια να αποκτήσει όχι μόνο γνώση –οικογενειακή και συλλογική– αλλά και δική του ταυτότητα. Το παρελθόν εισβάλλει δυναμικά στο παρόν του μέσω εγκιβωτισμένων επιστολών αλλά και αυτοτελών ποιημάτων που έγραψε η νεαρή κοπέλα, η Αμαλία Σαρίκα. Ο νεαρός οικειοποιείται την τραυματική εμπειρία της οικογένειας των θυμάτων συγχέοντας συχνά το βίωμά του με τη φαντασίωση. Ο ρυθμός της αφήγησης είναι γοργός, ο λόγος λιτός χωρίς περιττολογίες. Ενίοτε ο αφηγητής σχολιάζει την αφήγησή του και τη λογοτεχνικότητά της –εύρημα ιδιαίτερα ενδιαφέρον.

Τα κίνητρα των προσώπων και οι δράσεις τους –σε ένα περιβάλλον όχι μόνο εμπόλεμο αλλά και πρώιμα εμφυλιακό– παρουσιάζονται με τρόπο που δεν εστιάζει μόνο στον χρόνο της ιστορίας αλλά συσχετίζονται με διαχρονικά πολιτικά και κοινωνικά διακυβεύματα καθώς η στράτευση, οι ιδεολογικές αντιπαραθέσεις, η προδοσία, η ατιμωρησία θέτουν ζητήματα που δεν αφορούν μόνο στο παρελθόν αλλά συνιστούν και μείζονα ζητήματα του παρόντος. Αν δεχθούμε ότι Historia magistra vitae est η σχεδόν ταυτόχρονη παραγωγή δημόσιου λόγου, επιστημονικού και καλλιτεχνικού, για τα ζητήματα αυτά, που αποτελούσαν ταμπού και απόπειρες ιστορικής λήθης, κάθε άλλο παρά τυχαία είναι. Το παρελθόν, δηλαδή, γίνεται παράδειγμα για το μέλλον; Πιθανόν. Πιθανόν και όχι, καθώς η τραυματική εμπειρία της ατιμωρησίας επιστρέφει διαρκώς ενώ ήδη διανύουμε το δεύτερο τέταρτο του 21ου αιώνα. Αυτό μάλλον σημαίνει ότι το χαίνον τραύμα δεν επουλώνεται…

Θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι στο νέο μυθιστόρημα της Ε. Χρονοπούλου έχουμε χρονική επέκταση των ιστορικών γεγονότων στο παρόν μέσω της μεταμνήμης και συνειδητή αναμόχλευση του παρελθόντος ώστε να βγουν οι κρυμμένοι σκελετοί της ατιμωρησίας των δωσιλόγων από τη ντουλάπα της συλλογικής μνήμης. Η συγγραφέας, με εντιμότητα και ευαισθησία, μας εντάσσει στο συγγραφικό εργαστήριό της παρέχοντάς μας τις αναγκαίες πληροφορίες ώστε να μπορούμε να διακρίνουμε –αν το επιθυμούμε– πού ξεκινά η μυθοπλασία και πού αυτή συμφύρεται με την ιστορία. Το αξιοθαύμαστο είναι ότι καταφέρνει να απολαμβάνουμε αισθητικά το έργο της ακριβώς λόγω αυτής της συγγραφικής εντιμότητας αλλά και της ηθικής διάστασης της γραφής της.

⸙⸙⸙

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου έβδομου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη