frear

Για το μυθιστόρημα της Bettina Wilpert «Αυτά δεν συμβαίνουν σ’ εμάς» – γράφει ο Άκης Παραφέλας

«Λόγος-αντίλογος λοιπόν»
μαρτυρία, ρίσκο και ευθύνη

Bettina Wilpert, Αυτά δεν συμβαίνουν σ’ εμάς, Μτφρ. Έ. Παλλαντζά, Εκδ. Περισπωμένη, Αθήνα 2025.

[Λειψία, καλοκαίρι του 2014. Οι φοιτητές μοιράζουν τον χρόνο τους ανάμεσα στο πανεπιστήμιο, το Μουντιάλ και τα πάρτι. Μια νύχτα με πολύ αλκοόλ η Άννα και ο Γιόνας κοιμούνται μαζί. Εκείνη θα ισχυριστεί εκ των υστέρων πως ο Γιόνας τη βίασε. Εκείνος επιμένει πως ό,τι συνέβη, συνέβη με τη συναίνεσή της. Δύο μήνες μετά η Άννα βρίσκει τη δύναμη να καταγγείλει τον Γιόνας, όμως σύντομα αρχίζει να πλανιέται στον αέρα η υποψία της ψευδούς κατηγορίας. Ποιος λέει την αλήθεια; Ο κοινωνικός περίγυρος που καλείται να πάρει θέση διχάζεται, σχέσεις και φιλίες δοκιμάζονται: (απόσπασμα από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)]

Ξεκινώ να γράφω ένα κείμενο για το βιβλίο της Bettina Wilpert Αυτά δεν συμβαίνουν σ’ εμάς, σε μετάφραση της Έλενας Παλλαντζά. Η αφήγηση αφορά στη διερεύνηση της πιθανότητας τέλεσης ενός βιασμού. Του βιασμού της νεαρής Άννας από τον Γιόνας, άνθρωπο του φιλικού της περιβάλλοντος που εκείνο τον καιρό τυχαίνει να εκπονεί τη διδακτορική του διατριβή στη σύγχρονη ουκρανική λογοτεχνία. Γνωρίζω από ποια θέση γράφω (άνδρας, λευκός κ.λπ.), και γράφω διστάζοντας. Παρατηρώ τον εαυτό μου να προσπαθεί να παραβλέψει την αμηχανία του μέσα από αφελώς επιτηδευμένα ρητορικά τεχνάσματα. Στην αρχή σημειώνω τις εξής προτάσεις ως μια εισαγωγή:

…Σύμφωνα με τη Θεογονία, το Κράτος και η Βία από τη γέννησή τους κιόλας συνδέονταν μεταξύ τους με μια στενή, στενότατη σχέση. Ήταν αδέρφια, παιδιά και οι δύο της Στυγός. Και σαν να μην έφτανε αυτό, παρέμειναν για όλη τους τη ζωή αχώριστα, ακολουθώντας την ίδια καριέρα. Bodyguards του Δία, του πιο περίφημου ίσως κατά συρροή βιαστή της ελληνικής μυθολογίας…

Στέκομαι. Για μια στιγμή όλη αυτή η μέριμνα για το ύφος μου μοιάζει παράταιρη, σχεδόν με απωθεί. Ίσως θα έπρεπε να είναι πιο γυμνό, πιο απότομο. Μα τότε, αισθάνομαι, η υποκρισία μου θα ήταν μεγαλύτερη. Από την άλλη πλευρά, δεν θα ’χε νόημα οι λέξεις μου να καταστούν μια απολογία εαυτού. Πρέπει να αναλάβουν το ρίσκο των αντιφάσεών τους. Να κάνουν τις αντιφάσεις τους σύμμαχο και μέθοδό τους.

Επιστρέφω στο βιβλίο και παρατηρώ για λίγο τον τίτλο: Αυτά δεν συμβαίνουν σ’ εμάς. Μπορώ να εντοπίσω σε αυτόν μια τριπλή αμφισημία. Σε ένα πρώτο επίπεδο προφανώς προαναγγέλλει την εξιστόρηση κάποιων γεγονότων ως προς τα οποία έχουν διατυπωθεί αμφιβολίες. Σε ένα δεύτερο, αναδύεται μια ειρωνική διάσταση έναντι της άρνησης να αποδεχτούμε πως κάτι πράγματι συνέβη. Και σε ένα τρίτο και τελευταίο, σημαίνεται, ίσως, το κοινωνικό σιωπητήριο που επιβάλλεται στην πραγματικότητα, όταν ο λόγος την απαρνείται. Ένα είδος γλωσσικής καταστολής που μου επιτρέπει να κάνω με μεγαλύτερη σιγουριά το ερμηνευτικό άλμα που επιχείρησα νωρίτερα αναφερόμενος στο Κράτος και στη Βία. Άλλωστε, με έναν παράξενο τρόπο, τα δύο αδέρφια νομίζω πως είναι εν τέλει διακριτικά μα εμφατικά παρόντα σε όλη την εξέλιξη της ιστορίας. Το βιβλίο, λ.χ., κλείνει με την τυπική και τυποποιημένη νηφαλιότητα της διαδικαστικής γλώσσας μιας εισαγγελικής διάταξης. Με μια πράξη δηλαδή της δικαστικής εξουσίας, που, ακόμα και κατά τη φιλελεύθερη θεώρηση, σαφώς και μιλά εξ ονόματος του δικού της μεριδίου στο μονοπώλιο της νομιμοποιημένης κρατικής βίας.

Η διάταξη του Εισαγγελέα Φρόμελτ δεν μας λέει βέβαια τίποτε τελικά ως προς την τέλεση ή μη του εγκλήματος. Spoiler Alert: Αναστέλλει απλά την ποινική δίωξη σε βάρος του Γιόνας, μιας και από τη διενεργηθείσα προκαταρκτική εξέταση δεν προέκυψε με σαφήνεια η πλήρωση των στοιχείων της νομοτυπικής του μορφής. Ανακαλώ έτσι κάτι που είχα διαβάσει παλιότερα. Την καυστική επισήμανση της κριτικής εγκληματολόγου Carol Smart ότι το έγκλημα του βιασμού αποτελεί ίσως κατ’ αποτέλεσμα το «ασφαλέστερο έγκλημα»: Στην πλειονότητα των περιπτώσεων δεν καταγγέλλεται καν λόγω του φόβου κοινωνικού στιγματισμού, ενώ σε εκείνες τις λίγες φορές που φτάνει στα ακροατήρια των ποινικών δικαστηρίων, παρατηρείται το παράδοξο να έχουμε τη μόνη ίσως ποινική δίκη στην οποία δικάζεται ουσιαστικά το θύμα και όχι ο δράστης. Το θύμα καλείται να αντιμετωπίσει την καχυποψία των αρχών, την πιθανή προσπάθεια συνενοχοποίησής του, και να αναλάβει ουσιαστικά το βάρος της απόδειξης ανασυστήνοντας μέσα από την κατάθεσή του τη σκηνή του ίδιου του του βιασμού, πράγμα που οδηγεί σε μια δεύτερη και εξίσου τραυματική θυματοποίηση του. Οι περισσότερες δε αποφάσεις είναι στο τέλος αθωωτικές για τον δράστη, συχνότατα με την αιτιολογία της έλλειψης αποδείξεων (C. Smart, 1989). Και τούτο γιατί κατά κανόνα τα μόνα στοιχεία που είναι διαθέσιμα κατά τη διαδικασία της δίκης, ιδίως στις περιπτώσεις που δεν γίνεται καταγγελία αμέσως μετά το συμβάν, ούτως ώστε να υπάρξει ιατρική πραγματογνωμοσύνη (έτσι και στην περίπτωση της Άννας), είναι μονάχα η μαρτυρία του θύματος απέναντι στη μαρτυρία του δράστη (βλ. και Α. Τσιγκρής, 1996). Ο λόγος του ενός απέναντι στον λόγο της άλλης:

«Λόγος-αντίλογος λοιπόν. Από τη μια η μαρτυρία της Άννας ότι ο Γιόνας τη βίασε, ότι του είπε επανειλημμένα “όχι”, ότι πρόβαλε αντίσταση, κι από την άλλη η μαρτυρία του Γιόνας: Πώς ό,τι έγινε, έγινε με τη συγκατάθεσή της».

Αναρωτιέμαι: Θα μπορούσε άραγε η λογοτεχνία, ή μάλλον μια ορισμένη λογοτεχνία, να λειτουργεί ως μια αντενέργεια που θα υπογράμμιζε ακριβώς αυτό, το πώς δηλαδή η κρατική εξουσία συχνά αναπαράγει και εξασφαλίζει την αορατότητα της έμφυλης βίας ακριβώς τη στιγμή που διακηρύσσει την απονομή της δικαιοσύνης (βλ. σχετικά K. Theurer, 2015); Εάν ναι, πώς, γιατί και υπό ποιους όρους; Και πάντως το γεγονός ότι στο μυθιστόρημα ο πιθανός θύτης είναι ακαδημαϊκός ερευνητής της λογοτεχνίας, θα μπορούσε να αποτελεί ένα τέλειο σχήμα ειρωνείας που κατευθύνει σε αυτό ακριβώς το ερώτημα;

Πρώτη μικρή παρέκκλιση: Κάθε μαρτυρία, και κατά συνέπεια κάθε μάρτυρας είναι μοναδικός, επισημαίνει ο J. Derrida. Ο μάρτυρας είναι ο μόνος που έχει πρόσβαση στον τόπο, στον χρόνο, στο σώμα που συνέβησαν τα γεγονότα, στον τρόπο που βιώθηκαν. Οι αποδέκτες της μαρτυρίας δεν έχουν εμπειρική πρόσβαση σε αυτά. Με αυτήν την έννοια, θεμέλιο κάθε μαρτυρίας είναι ένα μυστικό που πρέπει να προδοθεί με το να γίνει λέξεις, γλώσσα. Όμως. Η γλώσσα από μόνη της είναι μια γενίκευση, που με τη σειρά της πρόκειται να προδώσει αυτήν την προδοσία του μοναδικού, αφήνοντας αναπόφευκτα έναν αδιαπέραστο σκοτεινό πυρήνα σε κάθε προσπάθεια φανέρωσης της αλήθειας (M. Blanchot – J. Derrida, 2000∙ J. Derrida, 1996). Αδιαπέραστο ακόμα και για τον ίδιο τον μάρτυρα, μιας και αυτός εν τέλει καλείται να καταστήσει τη μαρτυρία του γλώσσα. Η γλώσσα μαρτυρεί, αλλά ταυτόχρονα αποτυγχάνει να περιλάβει το όλο και κατά συνέπεια σε κάθε μαρτυρία, υποχρεωτικά, κάτι θα παραμένει πάντοτε αβέβαιο, μη αποδείξιμο, ακόμα και ψευδές ή μυθοπλαστικό. Χωρίς αυτό το ρίσκο δεν θα μπορούσε να υπάρξει μαρτυρία (G.-J. van der Heiden, 2014).

«Είπε ότι ήταν Μάιος και ότι της συστήθηκε ως Γιόνι, παρόλο που εκείνη βέβαια ποτέ δεν θα τον φώναζε με το χαϊδευτικό του, αλλ’ ούτε και άλλος κανείς. Μπορεί όμως και να παράκουσε, είπε η Άννα».

«Μπορεί όμως και να παράκουσε»: Είναι αυτό αρκετό για να καταστήσει την αλήθεια της Άννας λιγότερο αληθινή; Ή μήπως υπογραμμίζει την ανάγκη μιας άλλης σχέσης με την αλήθεια, μιας σχέσης όπου η μαρτυρία θα έχει τον ρόλο μιας πράξης ευθραυστότητας που αναζητά εμπιστοσύνη, και όχι ενός δηλωτικού απόλυτης βεβαιότητας;

Επιστροφή: Το μυθιστόρημα της Wilpert δεν αποτυπώνει βέβαια μία και μόνο μαρτυρία. Τουναντίον, συγκροτείται ως ένα σμήνος μαρτυρικών καταθέσεων, που θα μπορούσαν να αποτελούν έναν υπερχειλισμένο φάκελο δικογραφίας της υπόθεσης. Πέρα από τις μαρτυρίες των άμεσα εμπλεκομένων προσώπων, δηλαδή της Άννας και του Γιόνας, έχουμε επίσης τις καταθέσεις ανθρώπων του προσωπικού και επαγγελματικού τους περιβάλλοντος, συγγενών κ.α. Κάθε φωνή παρεμβαίνει για να εξιστορήσει τη δική της οπτική για την κατηγορία, να υπερασπιστεί ή να εξηγήσει τη δική της στάση, να ερμηνεύσει, να αντικρούσει, να μοιραστεί, να επιβεβαιώσει ή να αμφισβητήσει το τι συνέβη με βάση τα δικά της δεδομένα. Οι φωνές μέσα στο κείμενο εναλλάσσονται, αντιφάσκουν η μία με την άλλη, αντιπαρατίθενται σιωπηρά ή αλληλοσυμπληρώνονται. Ο χρόνος δεν είναι γραμμικός. Κάθε μαρτυρία συνιστά στην ουσία μια νέα αναδρομική αφήγηση μέσα στην αφήγηση. Η προσπάθεια, δε, των προσώπων να ανακαλέσουν τα γεγονότα μέσω της ανάμνησης διανοίγει αναπόδραστα κι έναν χώρο μνημοπολιτικής: Τι ανακαλείται; Τι απωθείται; Τι αποσιωπάται; Για ποιους λόγους; Όλα τούτα τα ερωτήματα επιβάλλουν μια συνεχή εργασία επανερμηνείας.

Σε αυτό το πλαίσιο, η αφήγηση καθίσταται στο τέλος ένα πεδίο δοκιμασίας – όχι μόνο των χαρακτήρων, αλλά και των αναγνωστών. Και για να είμαι πιο ακριβής, νομίζω πως εν τέλει είναι η ίδια η αφήγηση που τίθεται σε δοκιμασία κάτω από το ηθικό και πολιτικό βάρος της μαρτυρίας: Ποιος μιλά, από ποια θέση μιλά και – το πιο κρίσιμο απ’ όλα – ποιον μπορεί να πιστέψει ο αναγνώστης; Κι ακόμα περισσότερο: Τι σημαίνει να πιστεύεις, όταν δεν μπορείς να γνωρίζεις; Όλα αυτά τα ερωτήματα εκβάλλουν, μάλιστα, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο ακόμα και στη μεταφραστική εργασία. Η ένταξη αυτής της δυναμικής πολυφωνίας σε μια μονοφωνική αφήγηση δημιουργεί μια πραγματική μεταφραστική πρόκληση. Από τη μία πλευρά πρέπει να εξασφαλιστεί μια βασική ενότητα ύφους. Από την άλλη, να γίνει δυνατή η διατήρηση των γλωσσικών-υφολογικών διαφοροποιήσεων που με σιγουριά συνεπάγεται η συνεχής αλλαγή οπτικής γωνίας. Η εργασία της Παλλαντζά κατορθώνει να αναμετρηθεί με τούτη την πρόκληση υποδειγματικά.

Παρέκκλιση δεύτερη: Ο μάρτυρας επιχειρεί να μαρτυρήσει αυτό που μόνο αυτός έχει δει, ακούσει, αγγίξει ή νιώσει. Ο μάρτυρας δεν παραδίδει το γεγονός, αλλά το βίωμά του. Φυσικά, τα γεγονότα μερικές φορές βιώνονται από περισσότερους από έναν μάρτυρες, αλλά η πρόσβαση στο γεγονός παραμένει πάντα μοναδική. Κάθε μάρτυρας καταλαμβάνει ένα μοναδικό εδώ και τώρα που δεν μπορεί να καταληφθεί από κανέναν άλλον. Όσες αφηγήσεις μαρτύρων κι αν μπορούσε κανείς να συγκεντρώσει, δεν θα αποκτούσε ποτέ πρόσβαση στο γεγονός ως τέτοιο, αλλά μόνο σε πτυχές του (G.-J. van der Heiden, 2014).

Επιστροφή. Ποιοι πιστεύουν την Άννα – και γιατί; Οι φίλοι της, οι συμφοιτητές, το πανεπιστήμιο, η οικογένεια; Ποιοι πιστεύουν τον Γιόνας; Ποιοι μιλούν, ποιοι ακούγονται, ποιοι λαμβάνονται «σοβαρά» υπόψη, ποιοι υπάρχει ο κίνδυνος να θεωρηθούν «υπερβολικοί», «ασταθείς», «υποκειμενικοί»; Το σμήνος μαρτυριών που συγκαλεί η αφήγηση δεν είναι, όπως αναμένεται, ενιαίο, αλλά διαπερνάται πέρα ως πέρα από ταξικούς, έμφυλους, φυλετικούς και άλλους προσδιορισμούς. Έτσι, οι διαφορετικές μαρτυρίες, διασταυρούμενες, αποκαλύπτουν όχι μόνο τις υποκειμενικότητες, αλλά και τα κοινωνικά καθεστώτα που θεμελιώνουν την «αξιοπιστία» τους: το φύλο, την τάξη, την εθνικότητα, τη θεσμική ισχύ. Με όρους κοινωνικού ρεαλισμού, άλλη βαρύτητα απολήγει να έχει ο λόγος μιας νεαρής γυναίκας μεταναστευτικής καταγωγής που εργάζεται σε παμπ και είχε καταναλώσει αλκοόλ, της Άννας, άλλη ο λόγος ενός άνδρα, ακαδημαϊκού, λευκού, αστικής καταγωγής, με θεσμική προοπτική, του Γιόνας. Παρότι η Wilpert δεν το δηλώνει αυτό ποτέ ρητά, το αφήνει να κυκλοφορεί ως δομική ανισότητα μέσα στη γλώσσα των μαρτυριών. Έτσι, η έμφυλη βία δεν απομονώνεται σαν θέμα, αλλά τοποθετείται μέσα στο δίκτυο των σχέσεων που δημιουργούν η ταξικότητα της ακαδημίας, η επισφάλεια του επιστημονικού πρεκαριάτου, ο εμφανής ή αφανής ρατσισμός κ.α.

Οι μαρτυρίες δεν αποδίδονται σε πρώτο πρόσωπο, αλλά σε πλάγιο λόγο. Δεν ξέρουμε ποιος τις έχει συγκεντρώσει και μας τις παραδίδει. Εάν είναι για παράδειγμα ο ανακριτής ή κάποια φίλη της Άννας. Δεν ξέρουμε θα πει είναι δική μας απόφαση στο τέλος ποιος μαρτυρά τους μάρτυρες, ποιος είναι ο αφανής κεντρικός αφηγητής. Η συγγραφέας, άλλωστε, δεν φαίνεται να θέλει να καθοδηγήσει την κρίση μας. Και τούτο, αισθάνομαι, γιατί το θεμελιώδες δικαιοπολιτικό πρόβλημα που θίγεται στο μυθιστόρημα δεν είναι η εύρεση της Αλήθειας με κεφαλαίο, που ευχερώς θα εξασφαλιζόταν με τη μηδενική εστίαση ενός συγκεκριμένου παντογνώστη αφηγητή, αλλά η ίδια η σύγκρουση μέσα στην αλήθεια, η σύγκρουση περισσοτέρων μαρτυριών σε μια κοινωνία που ισχυρίζεται μεν πως διεκδικεί την απονομή δικαιοσύνης, δεν παύει ωστόσο να λειτουργεί με μηχανισμούς αποκλεισμού, καταπιέσεων και βιοεξουσιαστικών λόγων. Γι’ αυτό ίσως και η ίδια η δομή του έργου εγκαθιδρύει, ταυτόχρονα και καθ’ όλη τη διάρκεια, αντιστάσεις. Η επιμονή στην απουσία οποιασδήποτε μορφικής ιεράρχησης των διαφορετικών φωνών, η μη καθορισμένη απόληξη της ιστορίας, το γεγονός πως μένει αναπάντητο το κατά πόσο έστω ο ίδιος ο αφηγητής εμπιστεύεται τον εαυτό του, όλα αυτά συγκροτούν έναν δυναμικό χώρο αοριστίας. Και τούτο σημαίνει αναπόδραστα και έναν χώρο ευθύνης. Γιατί ο αναγνώστης δεν αρκεί να διαβάσει· καλείται να επιλέξει, να σταθεί, να τοποθετηθεί απέναντι στους μάρτυρες – κι αυτό αποτελεί μια πρόσκληση σε πολιτική πράξη. Η Wilpert δημιουργεί μια λογοτεχνική μορφή που δεν μιλά π.χ. στο όνομα της Άννας, αλλά της παρέχει μια πολλαπλότητα πλαισίων μέσα από τα οποία η φωνή της μπορεί να διαπεράσει την απόσταση της αναπαράστασης. Όχι για να αποδείξει – αλλά για να μαρτυρήσει την αλήθεια της. Υπό αυτή την έννοια, στο βάθος του μυθιστορήματος διαγράφεται και μια σιωπηλή κριτική στο νομικό φαντασιακό της απόδειξης.

Παρέκκλιση τρίτη. Όπως επισημαίνει ο Derrida, η μαρτυρία δεν μπορεί να σταθεί ως απόδειξη, γιατί δεν επιδέχεται καθολική επικύρωση. Δεν υπάρχει εξωτερικός τρίτος που να επικυρώνει απόλυτα τη μία ή την άλλη αφήγηση, του Γιόνας ή της Άννας. Αντίθετα, η αλήθεια της μαρτυρίας είναι σχεσιακή – προϋποθέτει μια επιλογή, μια δεκτικότητα, μια ευθύνη από τον αποδέκτη (M. Blanchot – J. Derrida, 2000).

Επιστροφή. Άλλωστε, η ανάγνωση δεν έχει κανέναν λόγο να υιοθετεί τις αγωνίες μιας δικαστικής απόφανσης. Η ανάγνωση μπορεί να στέκεται στο μεσοδιάστημα ανάμεσα στο πιστεύω και στο γνωρίζω. Όχι για να αποφύγει να πάρει θέση, αλλά για να μπορέσει να φιλοξενήσει ό,τι, ακόμη κι αν δεν αποδεικνύεται, εντούτοις μαρτυράται. Κι έτσι να επιστρέψει την αμφισημία της αντικατοπτρικά στον κυρίαρχο λόγο, αυτόν που για παράδειγμα μόλις το 2019 και με παλινωδίες αναγνώρισε στα ποινικά καθ’ ημάς πως, σε εφαρμογή και της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης, προϋπόθεση για την τέλεση του εγκλήματος του βιασμού δεν απαιτείται να είναι η απόδειξη της προβολής αντίστασης εκ μέρους του θύματος, αλλά αρκεί αυτή καθαυτή η έλλειψη έγκυρης συναίνεσής του, μιας και το έννομο αγαθό το οποίο προσβάλλεται από τον βιασμό είναι κατεξοχήν ο σεξουαλικός αυτοπροσδιορισμός του ατόμου (Ε. Συμεωνίδου-Καστανίδου, 2020).

Η γλώσσα του νόμου, αποσπασμένη από τις σιωπές, τις αμφιβολίες, τις παραλύσεις, και προσανατολισμένη στην τυποποίηση των γεγονότων και στην υπαγωγή του στις αφηρημένες κανονιστικές προβλέψεις, αποτυγχάνει αναπόφευκτα να συλλάβει όλη τη δυναμική αλήθεια της εμπειρίας. Και η λογοτεχνία από την άλλη μπορεί ακριβώς αυτές τις στιγμές να λειτουργεί ως αντι-νομοθεσία: Όχι επειδή αρνείται τη δικαιοσύνη, αλλά επειδή την φαντάζεται ξανά, ως αλληλέγγυα ακρόαση, και όχι μονάχα ως απόφανση, ως προσπάθεια να ακούσει αυτό που δεν ακούγεται (πρβλ. G.-J. van der Heiden, 2014).

Κάτω από αυτό το φως και για να κλείσω, νομίζω πως το μυθιστόρημα Αυτά δεν συμβαίνουν σ’ εμάς της Wilpert δεν είναι μόνο ένα μυθιστόρημα για τη σεξουαλική κακοποίηση που έτυχε να γραφτεί λίγο πριν την ανάδυση του κινήματος #Me too· αλλά μπορεί να αναγνωστεί το ίδιο ως μια πολιτική χειρονομία. Μια πολιτική χειρονομία πέραν και εναντίον μιας μεροληπτικής δυσπιστίας που καταρχήν απορρίπτει τη μαρτυρία, αν δεν συνοδεύεται από ακράδαντα «στοιχεία». Μπορεί επίσης να διαβαστεί ως μια πράξη αλληλεγγύης προς εκείνες τις φωνές που συχνά φιμώνονται, όχι επειδή δεν έχουν λόγο, αλλά επειδή δεν βρίσκουν αποδέκτη ικανό να πιστέψει τον λόγο τους, κάποτε και χωρίς αποδείξεις. Έναν αποδέκτη όχι για να κρίνει· αλλά για να σταθεί – να ακούσει, να αμφιβάλλει, και εν τέλει να εμπιστευθεί, ξέροντας πως κατά βάση Κράτος και Βία, τα δυο αδέρφια που είπαμε, συνεχίζουν να παραστέκονται στους πόλους ισχύος. Να αποδεχθεί ότι η αλήθεια δεν είναι πάντα εξωγενής επιβεβαίωση, αλλά κάποιες φορές, είναι απλώς αυτό: Μια φωνή που μιλά από τη μοναδικότητά της, και εσύ μπορείς, και ίσως πρέπει, να της επιστρέψεις, με κάθε ρίσκο, μονάχα μια φράση: Εγώ σε πιστεύω.

⸙⸙⸙

Γίνεται κατά σειρά αναφορά στα έργα: C. Smart: Feminism and the power of law (Routledge, 1989)∙ Ά. Τσιγκρής: Βιασμός: Το αθέατο έγκλημα. (Αντ. Ν. Σάκκουλας, 1996)∙ K. Theurer: «Recht und Literatur: Narrative der (Un-)Sichtbarmachung sexualisierter Gewalt». In: Kritische Justiz, 4 (2015), pp. 434-445∙ M. Blanchot – J. Derrida: The Instant of My Death / Demeure: Fiction and Testimony. Trnsl by Elizabeth Rottenberg (Stanford University Press, 2000)∙ G.-J. van der Heiden: «Who bears Witness for the Witness? On the Testimony of Literature». In: International Yearbook for Hermeneutics, 13 (2014), pp. 160-173∙ J. Derrida: Μαρτυρία και μετάφραση: επιβιώνοντας ποιητικά. Και τέσσερις αναγνώσεις. Μτφρ. Β. Μπιτσώρης (εκδ. Γαλλικό Ινστιτούτο, 1996)∙ Ε. Συμεωνίδου-Καστανίδου, Εγκλήματα κατά προσωπικών αγαθών (Νομική Βιβλιοθήκη, 2020).

⸙⸙⸙

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: ©Li Ηui. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου έβδομου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη