frear

Μακρά περιήγηση εσωτερικού χώρου – γράφει ο Άκης Παπαντώνης

Μισέλ Φάις, Μεσοτοιχίες. Αθέατοι συγκάτοικοι, Εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2025.

«Κανείς δεν αλλάζει κανέναν. Απλώς ξεχνιούνται και
τα καλά και τα κακά μεταξύ των ανθρώπων.» (σ. 80)

Για εκείνους που έχουν εποπτεία του πεζογραφικού έργου του Μισέλ Φάις, τα βιβλία του μπορούσαν πάντοτε να ιδωθούν ως μέρη άτυπων, μα εντελώς προφανών, τριλογιών (ή και τετραλογιών). Αυτό έχει να κάνει τόσο με τον τρόπο όσο και με τη στόχευση των πεζών του Ελληνοεβραίου συγγραφέα. Ο Φάις μας έχει δώσει τα σημαντικότερα γραπτά του στις περιπτώσεις όπου σκάβει (αφηγηματικά) τον εαυτό του, ενώ ταυτόχρονα του φέρεται λες και είναι «άλλος». Με άλλα λόγια, τα πεζά του Φάις είναι πλέον καίρια όταν κινείται από το μύχιο για να μιλήσει για το καθολικό. Με το τελευταίο του βιβλίο λοιπόν, τις Μεσοτοιχίες (με τον υπότιτλο Αθέατοι συγκάτοικοι), μοιάζει να κλείνει μια τριλογία που περιλαμβάνει επίσης τα Αμήν. Προσευχές στο κενό (2024) και Εξουθένωση. Ντοκιμαντέρ ονείρων (2022) και να περιστρέφεται γύρω από τις έννοιες τις απώλειας και της παρέλευσης του χρόνου. Σύμφωνα με αυτήν εδώ την ανάγνωση, ο «εαυτός» αποκτά την, έως σήμερα, πιο καθολική ενσάρκωσή του στις Μεσοτοιχίες, με τον Φάις να συμπυκνώνει στο βιβλίο εμπειρίες που, αν και καθοριστικά μύχιες στην πλειοψηφία τους, μοιάζουν πως μπορούν (ή πρόκειται) να αφορούν τους αναγνώστες ανεξαιρέτως.

Στο παρόν βιβλίο λοιπόν, μια συλλογή εκατό σύντομων (και μερικών όχι τόσο σύντομων) ιστοριών, ο χώρος και ο χρόνος διαιρούνται μεταξύ αφηγηματικών «δωματίων». Κάποια εξ αυτών επικοινωνούν μεταξύ τους (πραγματικές μεσοτοιχίες, όπου όποιος βρίσκεται στο γειτνιάζον δωμάτιο μπορεί μόνο να ακουστεί), ενώ αλλά μοιάζει να τα χωρίζει άβυσσος, λες και περιέχουν τα κατάλοιπα ασυμφιλίωτων εμπειριών. Αυτή η τεχνική του μοντάζ αφηγηματικών θραυσμάτων δεν είναι φυσικά καινούριο στοιχείο στην πεζογραφία του Φάις (ήταν σημαίνον εργαλείο ήδη στο πρώτο του βιβλίο, το μυθιστόρημα Η αυτοβιογραφία ενός βιβλίου, 1994). Περνώντας λοιπόν από δωμάτιο σε δωμάτιο, ο αναγνώστης συναντά διακειμενικές αναφορές σε φιλοσοφικά (π.χ. Σπινόζα ή Λακάν), θρησκευτικά (π.χ. αποφθέγματα από το Ταλμούδ ή την επιστολή Προς Εβραίους του Αποστόλου Παύλου) ή λογοτεχνικά κείμενα (π.χ. στην φασματική θεία Κλάρα από το έργο του ίδιου του Φάις).

Συναντά επίσης «σκηνοθετικές οδηγίες», ένα ακόμα χαρακτηριστικό πολλών γραπτών του συγγραφέα (από το μυθιστόρημα Πορφυρά γέλια ήδη), ο οποίος έχει άλλωστε γράψει και για το θέατρο. Σε τι εξυπηρετούν όλα αυτά όμως; Μεθοδικά, από το πρώτο δωμάτιο («της προέλευσης», ήτοι του αφηγηματικού τοκετού) ως το τελευταίο (που χρήζει ξεχωριστής μνείας, όπως μπορεί κανείς να δει παρακάτω), ο συγγραφέας μάς συστήνει ένα κτίσμα που είναι ταυτόχρονα ήδη εκεί, ακλόνητο, αλλά και ρευστό, σχεδόν φευγαλέο.

Οι ένοικοι των δωματίων του βιβλίου―άλλοι προσωρινοί, άλλοι στοιχειωμένα αιώνιοι―δεν μετακινούνται από δωμάτιο σε δωμάτιο, μοιάζουν όμως είτε να ανήκουν στην ίδια μακρά πατρική γραμμή (εβραϊκή ταυτότητα) είτε να συμπλέκονται στο πέρασμα του χρόνου (ερωτικές σχέσεις και σχέσεις ζωής, φιλίες και αντιμαχίες, ανομολόγητες επιθυμίες και απομαγευμένες εμπειρίες). Φυσικά, το χαρακτηριστικό φαϊσικό ύφος είναι εδώ και είναι άκρως θελκτικό: επαναλήψεις και στοχασμοί σμίγουν με τραχιές διαπιστώσεις και παρατηρήσεις για την πραγματικότητα των ανθρωπίνων σχέσεων που θυμίζουν χαίνουσα πληγή. Οι νοσταλγικές παραδρομές της μνήμης συναντούν την απογοήτευση της συνειδητοποιημένης απώλειας (προσώπων, χρόνου, εμπειριών ή ευκαιριών), με το «Δωμάτιο της αϋπνίας» (ένα από τα καλύτερα του βιβλίου) να κλείνει με την εξής φράση μετά από μια μακρά ανάμνηση περί της υπνοβασίας της νεαρής ενοίκου του δωματίου αυτού: «Όχι, σήμερα δεν υπνοβατώ. […] Είμαι μια άυπνη λογίστρια, ταμίας σε σούπερ μάρκετ, τηλεφωνήτρια σε διαφημιστική εταιρεία, επίμονη ορειβάτρια, ισόβια ολομόναχη που σπρώχνει τον εαυτό της σε απίστευτες συμφορές. Έτσι όπως στερώ τον ύπνο από τον εαυτό μου, το φαγητό, την υγιεινή, την αγκαλιά, τη γαλήνη―μόνο την τιμωρία δεν καταφέρνω να του στερήσω.»

Παραδόξως όμως, ο Φάις δεν φαντάζει ως παντόπτης αρχιτέκτονας αυτού του χαοτικού κτίσματος, αλλά ως μειλίχιος ξεναγός. Στην αγγλική γλώσσα υπάρχει μια έκφραση, η οποία μάλλον δεν μπορεί να αποδοθεί πολύ καλά στα ελληνικά: he wear his heart on his sleeve. Αυτή η έκφραση ταιριάζει γάντι στις Μεσοτοιχίες του Μισέλ Φάις, όπου ο συγγραφέας περιηγείται από δωμάτιο σε δωμάτιο της ζωής του (μας), ενώ κρατά τον αναγνώστη από το χέρι και του ανοίγει τόσο όσο κάθε φορά την πόρτα. Σε κάποια δωμάτια ο αναγνώστης μπαίνει με φούρια, σε άλλα με τον δισταγμό φοβισμένου παιδιού. Στο τέλος, όμως, ακόμα κι αν έχουν μείνει πόρτες δωματίων που έμειναν κλειστές ή που τις κλείσαμε πριν καλά καλά ανοίξουν, η περιήγηση στο περίκλειστο σύμπαν που δημιούργησε ο Φάις καταλήγει σε μια απαράμιλλη ανοιχτωσιά που καταργεί λες την ασφυξία των τόσων μεσοτοιχιών: στο «Δωμάτιο της αιωνιότητας», την εκατοστή και τελευταία ιστορία του βιβλίου, με τον γραφικό χαρακτήρα «ενός οκτάχρονου αγοριού», διαβάζουμε την φράση «Η μέρα που θα ζήσω είναι άγνωστη, γι’ αυτό θα περπατήσω με το πάσο μου»―λες και ο συγγραφέας-ξεναγός θυμήθηκε τελευταία στιγμή να μας πει ότι ναι μεν ars longa, vita brevis, αλλά και ότι η περιήγηση εντός του ζώντος χρόνου είναι μια πράξη συμφιλίωσης με τις ετερόκλητες φωνές των ενοίκων όλων αυτών των δωματίων.

⸙⸙⸙

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: ©Sam Szafran. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου έβδομου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη