Σημειώσεις για το μυθιστόρημα Πλευρικά της Μαίρης Κλιγκάτση (Γαβριηλίδης, 2015)
Η ανθρωπιά είναι ανδρόγυνος άθλος.
Τα Πλευρικά είναι μια θαλασσινή περιπέτεια και ένα γενεαλογικό δέντρο. Σε αμφότερες τις εκδοχές, κυριαρχεί η μορφή του θηλυκού, με υπαλλακτικούς, και, όπως υποψιάζομαι, συμπληρωματικούς όρους αναφοράς: όλα είναι σχέση.
Το θηλυκό κατονομάζεται (που σημαίνει ήδη ότι καλείται στην ύπαρξη) είτε ως Ζωή, είτε ως Εύα, αλλά και ως Γυναίκα, Αυτή, Εγώ.
Κοντά στα πιο πάνω, αλιεύοντας απ’ όλο το σώμα της αφήγησης, αρχής γενομένης από την αφιέρωση, θα μπορούσα να προσθέσω τη Μνήμη, τη Ρίζα, τη Χάρη, την Πίστη, την Πόλη, τη Γη, και, βεβαίως, τη Γλώσσα.
Επειδή πρόκειται περί λογοτεχνίας, θα αρχίσω από το τελευταίο, το οποίο προσδιορίζεται (πήγα να πω: ενσαρκώνεται), στα Πλευρικά, ως λέξη, και φορτίζεται με μια πληθώρα ιδιοτήτων, διαστάσεων, και (υπαρξιακών) ιδιωμάτων.
Η λέξη, όπως την χαρτογραφεί, την επικαλείται, και την καλλιεργεί, η Κλιγκάτση, είναι, ανάμεσα σε άλλα: παντάνασσα, πλεκτάνη, βελόνα, παροντική, λύπη, κρυσταλλένια, προστασία, νερό, αμάρτημα, δύναμη, ζώνη συνείδησης.
Κυρίως, η λέξη είναι «πλευρό του ανδρός μου», και είναι ασφαλές να υποθέσουμε ότι η αφηγήτρια αναγνωρίζει, στη λέξη, τη μήτρα της καταγωγής της – που είναι προσωπική, όσο είναι κοινή, και οικουμενική. Ισχύει και το αντίστροφο.
Η ίδια η λέξη: λέξη, απαντά 7 φορές στο εισαγωγικό κείμενο της πρώτης ενότητας, και άλλες 26 στο αντίστοιχο κείμενο της δεύτερης ενότητας. Συνεπώς, η λέξη είναι η λέξη-κλειδί του κειμένου.
Ονόμασα τα Πλευρικά γενεαλογικό δέντρο, έχοντας κατά νου ότι ένα τέτοιο σχήμα συνιστά πάντοτε μια χαρτογράφηση, και το (in progress) αποτέλεσμά της: έναν χάρτη – θησαυρού, ίσως; Έτσι νομίζω, και τα λάφυρα, ή το πλιάτσικο, είναι η λέξη.
Εν προκειμένω, τα Πλευρικά είναι η θαλασσινή περιπέτεια που αναζητά τον θησαυρό, και διαγράφει τον (γενεαλογικό) χάρτη ο οποίος οδηγεί το καράβι, στο μέτρο που τον διασχίζει: το ένα χωρίς το άλλο, δεν γίνεται. Απαιτείται ταυτοχρονία.
Πρόκειται περί ενός παράδοξου που εγγυάται για την αυθεντικότητα, και την τιμιότητα του εγχειρήματος.
Η Κλιγκάτση θέτει ως motto, και, υπό μία έννοια, καταγωγική αρχή του κειμένου της τη στιγμή, από το βιβλίο της Γενέσεως, κατονομασίας / κλήσης στην ύπαρξη της Εύας, από τον Αδάμ – ο οποίος υπάρχει ως μήτρα, και εραστής της.
Η Ζωή / Εύα είναι, βεβαίως, το αρχέτυπο Γυναίκας, αλλά, εδώ πέρα, αυτό είναι το λιγότερο που πρέπει να μας απασχολεί. Διότι, εννοώ, η Ζωή / Εύα είναι, πρωτίστως, το μυστήριο αποκάλυψης, και δημιουργίας της ίδιας της Γλώσσας.
Οι Ρικέρ & ΛαΚόκ, στη μελέτη Ας σκεφτούμε τη Βίβλο, συνδέουν τη γέννα της Εύας, με το ερωτικό παιχνίδι του Άσματος ασμάτων, που σηματοδοτεί την αρχή της ομιλίας, και της αφήγησης: την ανατολή του ανθρώπινου προσώπου.
Αυτό το τελευταίο, το ξέρουμε, είναι ένα δυναμικό ερωτικό γεγονός, ή, επί το οντολογικώς ακριβέστερο: ένα ερωτικό γίγνεσθαι.
«[…] πριν τη δημιουργία της γυναίκας, η γλώσσα (langage) είναι παρούσα, αλλά ως “γλωσσικό σύστημα” (langue), ως απλό σύνολο λέξεων-ετικετών που αποδίδονται στα άλλα πλάσματα∙ η γλώσσα γεννιέται κανονικά ως “ομιλία” μόνον με τη γυναίκα, ακριβέστερα ως φράση που είναι γεμάτη από δεικτικές φράσεις (“αυτή” – έκφραση που επαναλαμβάνεται δύο φορές, “αυτό επιτέλους”). Χρειάστηκε η γυναίκα, ούτως ώστε η πρώτη αρθρωμένη ομιλία του άντρα να είναι ομιλία θαυμασμού. Αλλά η γέννηση της ομιλίας, η οποία είναι σύγχρονη της γέννησης της γυναίκας, είναι άραγε παρ’ όλα αυτά η γέννηση ενός ποιήματος; Όχι, όχι εντελώς, διότι, στην ομιλία που κατευθύνεται από τον άντρα προς τη γυναίκα, μόνον το Άσμα προσθέτει την αμοιβαιότητα της ομιλίας που ανταλλάσσεται μεταξύ δύο ίσων εραστών μέσα στον αμοιβαίο θαυμασμό, και μάλιστα, εάν ακολουθήσουμε τον LaCocque, μια αμοιβαιότητα της οποίας η πρωτοβουλία ανήκει στη γυναίκα».
Το δεικτικό «Αυτή», και, μάλιστα, επιτέλους, οδηγεί στην αρχή του κειμένου της Κλιγκάτση, που διασχίζει επίσης την απόσταση ανάμεσα στην αρθρωμένη ομιλία του ανδρός (Γένεση) και τη συνομιλία (Άσμα), δηλαδή τον έρωτα, του ανδρός προς τη γυναίκα – μόνο που, όπως πάντα, η πρωτοβουλία ανήκει στη γυναίκα.
Η αφηγήτρια, στα Πλευρικά, διεκδικεί την προπατορική κληρονομιά της (που, ας το ξαναπώ, είναι κοινή) γνωρίζοντας ότι ο κλήρος (ή η προίκα) συνίσταται σε ένα αμάρτημα, ή, με σωματικούς όρους, σε μια πληγή.
Το πρωταρχικό τραύμα, μάνα / μήτρα όλων μας, είναι το πλευρό του Αδάμ, και η αποκατάσταση της ενότητας (η ένωση της σάρκας, ο οργασμός, η τεκνογονία) δεν μπορεί να γίνει με κανέναν τεχνητό, ή μεταφυσικό τρόπο.
Ο αρμός, ο ενοποιητικός (και μυθοποιητικός) συντελεστής της ύπαρξης είναι η γλώσσα, η γραπτή ομιλία, η λέξη: ο τρόπος να επιστρέψεις στον Λόγο (με λόγια).
Προφανώς, πρόκειται για έναν ερωτικό τρόπο, με όρους επίκλησης, σαγήνης, και προσευχής: τακτικές του έρωτα, υπό μορφή ανταρτοπόλεμου.
«Αδάμ που ει; […] Αδάμ που υπάρχεις, αγάπα με αν τολμάς», λέει η αφηγήτρια, και, αμέσως μετά, μαθαίνουμε τον λόγο: «[…] κάπως να ζωντανέψει η μακρινή εκείνη Εδέμ».
Πλην: «Απ’ τα πλευρά τους όλοι κάθε στιγμή νερό ξερνάνε σαν κακοποτισμένες γλάστρες. Φρέσκιοι νεκροί».
Το πλευρό του Αδάμ γέννησε την Εύα, και το πλευρό του Χριστού (του νέου Αδάμ) γεννά, ή αναγεννά, όλους εμάς, όταν στάζει αίμα & ύδωρ, τα αναγκαία υλικά για τη βάφτιση, και τη θεία κοινωνία.
Η Κλιγκάτση διαγράφει μια μεταπτωτική γενεαλογία, διότι, βεβαίως, προ της πτώσεως δεν υπήρχε ούτε γένος, ούτε λόγια – ούτε χαμένοι θησαυροί.
Η πτώση, το ξέρουμε, είναι ένα felix culpa. Τα άλλα είναι η κοινή ανθρώπινη περιπέτεια, που, επιμένω, είναι θαλασσινή, όπου, και όπως κι αν εκτυλίσσεται.
Στη ναυτική ορολογία, τα πλευρικά είναι τα συρματόσχοινα ασφαλείας, ενώ είναι αναπόφευκτη η σύναψη της λέξης με το διάσημο ποίημα του Καββαδία – το οποίο, ειρήσθω εν παρόδω, περιγράφει ένα κοντραμπάντο.
Φρονώ ότι η Κλιγκάτση γράφει με μιαν πειρατική διάθεση, γεγονός που μετρά την ευλάβεια, και την προσήλωσή της στο εγχείρημα. Η πειρατεία είναι ήδη μια παράβαση / παραβίαση των ταμπού & φετίχ, των κανόνων, και της απουσίας τους.
Η πειρατεία, με άλλα λόγια, είναι μια (άνευ όρων άνευ ορίων) ελευθερία, και γι’ αυτό ακριβώς αυθαιρετώ (φαινομενικά) ονομάζοντας τα Πλευρικά μυθιστόρημα.
«Η χοάνη που γεμίζει και αδειάζει χωρίς σχήμα να δώσει∙ η χοάνη είναι σκεύος αχειροποίητο, τόπος είναι […]», λέει η αφηγήτρια, και, αργότερα, περιγράφει το χωνί του χρόνου, τους καθρέφτες, τη βροχή, την αστική / αττική έρημο, και άλλα.
Πρόκειται για μια ρευστή (δηλαδή επικίνδυνη, και δημιουργική) χωρογραφία (και χορογραφία, βεβαίως) η οποία υποδείχνει τον μιγαδικό, και νόθο χαρακτήρα του κειμένου: εισαγωγές, 3 ενότητες αλλά 2 κεφάλαια, επιμύθια, θραύσματα, στίχοι κ.λπ.
Η Κλιγκάτση συγγράφει & συρράπτει: μας προτείνει έναν τρόπο, και η ιστορία του Μυθιστορήματος μας πληροφορεί ότι αυτό (το Μυθιστόρημα), πιο πολύ από επίσημο λογοτεχνικό είδος, είναι Τρόπος – μάλιστα: νεκρανάστασης των ειδών.
Η συναρμολόγηση (το μοντάζ) είναι μια επιχείρηση αποκατάστασης της χαμένης ενότητας, ανάμεσα στον Άνθρωπο και τον Θεό, ανάμεσα στον Άνθρωπο, τον Κόσμο, και τα Πράγματα, ανάμεσα στα Πράγματα και τις Λέξεις.
Επίσης – ή κυρίως: ανάμεσα στον Άνδρα και τη Γυναίκα. Η πρωτοβουλία ανήκει στη δεύτερη, και η σειρά των όρων στην ενοποιητική λέξη-δείκτη ανδρόγυνο, περισσότερο από παραπλανητική, θα πρέπει να μας φαίνεται παιγνιώδης.
Η αποκατάσταση της ενότητας (έλεγε ο Σίλλερ) έγκειται στο Παιχνίδι. Η Κλιγκάτση παίζει (όπως η Λυγερή στο δημοτικό τραγούδι), με γυναικεία υλικά, και στήνει ένα εργόχειρο, τρόπος εξαγοράς του Χρόνου, και νίκης κατά του Θανάτου.
«Μπέρδεψα τις κλωστές σου στο εργόχειρο, Κύριε / Νόμιζα θάλασσα τα βράχια / Απελθέτω απ’ εμού το σκοτάδι τούτο».
Η τεχνουργία (και η πανουργία) παραπέμπει, όχι μόνο στην Πηνελόπη, αλλά και στην Παναγία, ανήμερα του Ευαγγελισμού, όταν τυλίγει στο αδράχτι μια κλωστή.
Τζίνα Πολίτη: «Τα στοιχεία αυτά αποτελούν ένα ελάχιστο παράδειγμα της ανοιχτής, μητρικής δομής η οποία συντάσσει την ποιητική του Χώρου εκείνου στον οποίο θα εισχωρήσει ο υφαντουργ(ι)ός προκειμένου να ενωθεί με την έγκλειστη στον οίκο του Πατρός υφάντρα σε σάρκα μία και η σάρκα να γίνει λόγος και ο λόγος σάρκα».
Εξάλλου, τα πλευρικά, στη ναυτική ορολογία, αποκαλούνται και ρέλια, εκ του safety rail, παραπέμποντας, αβίαστα, στο ρέλι, και την τέχνη της υφαντικής.
Ώστε: συρραφή, χαρτογράφηση, ύφανση, αλλά και αναζήτηση, ποντοπορία, και ανάβαση – εν προκειμένω, της Κλίμακας. Όλα αυτά είναι στρατηγικές νόστου, τον οποίο προωθεί, η Κλιγκάτση, ως μια in progress αποκατάσταση ενότητας.
Πιστός (όπως νομίζω) στο πνεύμα του έργου, το λέω Ανάσταση: «Τις ψυχές δεν τις υπολογίζω και πολύ. / Των σωμάτων και των ουλών τη νεκροφάνεια θέλω / να πάψω».
Προκειμένου να ανασάνει με (ανέσπερο) φως, η αφηγήτρια, καίτοι αμήχανη, είναι αποφασισμένη να καταπιεί το σκοτάδι: «Τότε δεν τόλμαγα να φανταστώ / Τι θάνατο κι αντίο προϋποθέτει ο Σαββατισμός μας».
Φρονώ ότι η αντοχή (και η αποφασιστικότητα) μέσα στην απόγνωση (και την αμηχανία) θεμελιώνεται στην ευπάθεια, και, ταυτόχρονα, την ανθεκτικότητα του γυναικείου σώματος, που εξομοιώνει Γυναίκα & Γη.
«Στην κοιλιά μου έχω τουλάχιστον ένα σπόρι κάθε περίπου ένα μήνα. […] Γιατί το σώμα δαπανά τόσο καημό και τόσο αίμα; Γιατί πρέπει να γεμίζω τις βιτρίνες με τ’ αγέννητά μου; Ποια είναι εκείνη η συνθήκη που προφυλάσσει και γεννά εαυτό;»
Αυτή η αστείρευτη δαπάνη είναι μια ευφυΐα, βαθύτατα ανθρώπινη, και είναι το ξόδεμα (του θησαυρού) που αναζητά, ίσως, τον Άλλο, για να αγιαστεί: «Δεν αληθεύει η απόσταση, χαρά μου, πουθενά».
Φαίνεται ότι μόνο η συνάντηση αληθεύει, το αντάμωμα, και η σύναξη. Μ’ ένα λόγο: η σχέση, αυτή που συγκροτεί πρόσωπο (γεννά εαυτό) και ξεκλειδώνει την αναστάσιμη δυνατότητα της μεταπτωτικής, ενθαδικής (εν εξορία) βασιλείας.
Η αφηγήτρια κυοφορεί την παραβολή του σπορέα, ο σπόρος πεθαίνει, και, λίγο μετά τα μεσάνυχτα του Σαββάτου, η γενεαλογία επιστρέφει στην αφετηρία της, που είναι μια άλλη: η Μαρία, η Ρίζα του Ιεσσαί, και η εκπλήρωση της προφητείας.
«[…] τη μόνη ρίζα, τη μόνη κοινή που φέρουν, του Ιεσσαί το λώρο τον πανάρχαιο, αυτού του μύθου την κοινή τη γλώσσα θα τη μιλάμε μόνο σαν έρθει καιρός».
Ο καιρός (η ευκαιρία, η δυνατότητα) ανθίζει διαρκώς (in progress) μέσα στον κοινό χωρόχρονο, στο μεταξύ που βαφτίσαμε Ζωή, ανάμεσα στο πάντα ήδη, και το όχι ακόμα: εκεί ισορροπεί, νομίζω, και ο Έρωτας – ανάμεσα σε Πενία, και Πόρο.
Εκεί, επίσης, γράφεται το Μυθιστόρημα, και, εν προκειμένω, τα Πλευρικά, μια ιχνηλασία, και μια ιχνογραφία επί των υδάτων, της άμμου, του σώματος.
Η Μαίρη Κλιγκάτση κερδίζει την κληρονομιά της (εκλέγει αυτό που την εξέλεξε) και την απευθύνει προς τον αιώνιο άλλο, που είναι πάντα ένα Εσύ.
Τώρα πια, μένει η ανταπόκριση, και η συνοδοιπορία με τα Πλευρικά – ενδεχομένως, και κατά προτίμηση, δίχως πλευρικά. Θέλει ρίσκο η ανάσταση.
Και η ανάσταση (που δοξάζει την ανθρωπιά μας), είναι, εν τέλει, ο μόνος αυθεντικός, πρώτος, και έσχατος, ανδρόγυνος άθλος.
Ζωγράφου, 30 Ιουνίου 2015
⸙⸙⸙
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Σχέδιο: ©Kiki Smit. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου έβδομου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]








