frear

Η «Σιωπή των Σταθμών»: Η ιστορία της ζωής του Γιώργου Τζιόκα διαβάζεται σαν παραμύθι – γράφει η Γεωργία Δρακάκη

Η Σιωπή των Σταθμών του Γιώργου Τζιόκα (εκδ. Δίφωνο, 2025) είναι από εκείνα τα βιβλία που μοιάζουν να έχουν δημιουργηθεί εκτός χωροχρόνου γραφής, αργά, μέσα από πολλές δεκαετίες ζωής, ταξιδιών και εικόνων. Στο επίκεντρό του βρίσκεται ένα αγόρι που ανδρώνεται μέσα από τη ζωγραφική, η οποία ξεκινά περισσότερο ως αίσθηση παρά ως τεχνική κατάκτηση. Χάρη σε αυτήν, ο Τζιόκας γυρίζει τον κόσμο, βιώνει πάθη, φιλίες, συγκρούσεις, γεύεται την επιτυχία, τη ματαίωση, την ουσιαστική ενηλικίωση.

Είναι συγκινητικό πράγμα να διαθέτεις στις αποσκευές σου μια πενηντάχρονη καλλιτεχνική και προσωπική πορεία, γεμάτη σταθμούς προσωπικούς. Εν προκειμένω, ο Τζιόκας νικά το στοίχημα, δεν παίρνει τον εαυτό του και την ιστορία του στα σοβαρά, αλλά κάπως αποστασιοποιείται και αντιμετωπίζει με στοργή το παιδί και τον νέο που υπήρξε κάποτε. Μοιάζει να θέλει να αποκρυπτογραφήσει βήμα βήμα τη συνταγή του μεθυστικού κρασιού της ζωής του. Έτσι, δεν έχουμε απλώς μια καταγραφή γεγονότων, ημερομηνιών και εκθέσεων· έχουμε μια αυτοβιογραφική αφήγηση που ισορροπεί ανάμεσα στη ρεαλιστική μνήμη και στο φαντασιακό, ποτέ στο μυθοπλαστικό βέβαια, η οποία επιτρέπει στον αναγνώστη να κινηθεί σε μια ενδιάμεση περιοχή. Συγκεκριμένα, εκεί που οι εικόνες της ζωής και οι εικόνες της τέχνης γίνονται ένα, εκεί που το κάδρο «ανοίγει» και οι λεπτομέρειες ωχριούν, ενταγμένες αρμονικά σε ένα συνολικό τοπίο, έναν καμβά ζωής.

Ο ίδιος ο ζωγράφος-συγγραφέας έχει δηλώσει πως το βιβλίο του θα μπορούσε να διαβαστεί και σαν μυθιστόρημα βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα: οι αφηγήσεις του δεν στέκονται μόνο στην εξωτερική διαδρομή ενός εικαστικού, αλλά χτίζουν μια πραγματικά ενδιαφέρουσα, διαρκώς ρέουσα αφήγηση με πρόσωπα που εναλλάσσονται και επανέρχονται, περιγραφές από μια πιο κινηματογραφική και εύπορη πραγματικότητα στην Αθήνα των 80s, των 90s και της Ολυμπιάδας –σκέτη απόλαυση.

Το ύφος του έργου χαρακτηρίζεται από απλότητα, ειλικρίνεια και ευαισθησία. Δεν επιδιώκει να εντυπωσιάσει με λογοτεχνικές ακροβασίες, αλλά με μια καθαρή, άμεση φωνή που μοιάζει να απευθύνεται κατευθείαν στον αναγνώστη, σαν εξομολόγηση που ξεκινά σε ένα εργαστήριο ζωγράφου και καταλήγει σε μια ήσυχη κουβέντα για το νόημα της διαδρομής, ως συνθήκης αναγκαίας για να βιωθεί μια ζωή και μια καριέρα. Το κείμενο είναι γοητευτικό, ενδοσκοπικό και, στα σημεία, περιγραφικό της ίδιας της νεότερης ελληνικής ιστορίας: ο Χατζιδάκις, ο Ελύτης, η ελληνική επαρχία, η ανατροφή των παιδιών, ο ελληνικός στρατός, ο κόσμος των εικαστικών εν Αθήναις, η Ευρώπη των καλλιτεχνών και της μποεμπίας, οι έρωτες που φαίνεται πως παραμένουν σταθεροί στα ρίγη που προξενούν στους ανθρώπους, σε όποιον τόπο και σε όποια εποχή.

Με τον Οδυσσέα Ελύτη

Οι «σταθμοί» του τίτλου λειτουργούν πολλαπλά. Είναι οι σημαντικές στιγμές της ζωής ενός καλλιτέχνη –εκθέσεις, μετακινήσεις, συναντήσεις, δημιουργικές κρίσεις– αλλά και σύμβολα εσωτερικής σιωπής, αναζήτησης και έμπνευσης.

Ο Τζιόκας εμφανίζεται στο έργο του αυτό ως κοσμοπολίτης και πολυταξιδεμένος δημιουργός, που «ανοίγει τα αρχεία της μνήμης του» για πρώτη φορά σε τέτοια κλίμακα. Το βιβλίο λειτουργεί σαν γέφυρα ανάμεσα στο εικαστικό του έργο –γεμάτο σύμβολα, χρώματα και χρόνο– και στην ανάγκη να ειπωθούν τα παρασκήνια αυτής της διαδρομής: οι επιλογές, τα ρίσκα, οι εμμονές, οι θυσίες.

Ως ανάγνωσμα, η Σιωπή των Σταθμών φαίνεται να απευθύνεται σε πολλαπλά κοινά: Σε όσους αγαπούν την τέχνη και ιδίως τη ζωγραφική και θέλουν να δουν «από μέσα» πώς βιώνεται μια πενηντάχρονη πορεία στο πεδίο, αλλά και σε αναγνώστες που αναζητούν αυτοβιογραφίες με λογοτεχνική πνοή, όπου η ζωή οργανώνεται σε κεφάλαια σαν εκθέσεις. Ακόμη, σε όσους ενδιαφέρονται για την νεότερη ελληνική ιστορία μέσα από το φίλτρο της προσωπικής μνήμης, χωρίς διδακτισμούς αλλά με την ήρεμη σοφία της απόστασης.

Στο τέλος, αυτό που μένει από τη Σιωπή των Σταθμών είναι η αίσθηση ότι ένας άνθρωπος της εικόνας αποφάσισε να εμπιστευτεί τον λόγο με την ίδια γενναιοδωρία και, φυσικά, ταλέντο. Να σταθεί, δηλαδή, απέναντι στη ζωή (του) όπως στέκεται απέναντι σε έναν άδειο καμβά: με δισταγμό, περιέργεια, και τελικά με την πίστη ότι αξίζει να αποτυπωθεί. Κι αυτή η πράξη, ειδικά σε μια εποχή θορύβου, κάνει τη σιωπή των δικών του σταθμών να ακούγεται πιο καθαρά.

Από εκεί και πέρα, η συνέχεια –η επιπλέον εμβάθυνση, οι συνδέσεις με το εικαστικό του έργο, τα συμφραζόμενα της κάθε δεκαετίας– είναι ίσως η δουλειά του αναγνώστη.

⸙⸙⸙

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου έβδομου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη