frear

«Το λίγο νοσταλγώντας του φωτός» – γράφει ο Αντώνης Καρτσάκης

Κώστας Μπουρναζάκης, Εικόνες, Ίκαρος, Αθήνα 2025.

Με την καλαίσθητη πέμπτη ποιητική του συλλογή ο Κώστας Μπουρναζάκης μάς οδηγεί ξανά σε μιαν ατμόσφαιρα ειδυλλιακή, σε μια τρυφερή επιφάνεια ομορφιάς του σύγχρονου ελληνικού τοπίου, κάτω από την οποία ανασκάπτει εικόνες διαχρονικού κάλλους. Η συλλογή, με τον περιεκτικό στη λιτότητά του τίτλο Εικόνες («η τέχνη σκέφτεται με εικόνες» μας είπε ο Σκλόφσκι), ανιχνεύει την ομορφιά του ελληνικού χώρου τόσο στη συγχρονία όσο και στη διαχρονία της. Τα στοιχεία της διάρκειας και της επιβιωτικότητας του ελληνικού τοπίου πυροδοτούν την ευαισθησία και κινητοποιούν τις συμβολικές δυνάμεις του υποσυνείδητου του ποιητή.

Ο τίτλος της πρώτης ενότητας («Μέρες του 2018») αποκαλύπτει ότι πρόκειται για βιωματική ποιητική, ενώ το απόσπασμα από τον René Char που προτάσσεται στη συλλογή («Αν κατοικούμε σε μιαν αστραπή / εκεί είν’ η καρδια του αιώνιου») ανοίγει ήδη έναν αναγνωστικό ορίζοντα: κύριο στοιχείο της ομορφιάς, που αναδύεται λαμπερή στο ελληνικό τοπίο και αποκαλύπτει το Μυστήριο της ζωής, συνιστά το φως. Οι τόποι της Πελοποννήσου, ένα χωροχρονικό πεδίο, με έκδηλη την αίγλη του παρελθόντος αλλά και του παρόντος, βρίσκονται μέσα στο φως. Το ποιητικό υποκείμενο συγκινείται από την ομορφιά της Κορίνθου («μια καφετέρια που τρίζει από χαρά», «ένα χρωματιστό ποτάμι σε ξεφάντωμα»), υποκλίνεται στην πλησμονή του φωτός («και να βροντάει ασίγητα του ήλιου το κοντάρι»).

Είναι ο ίδιος ήλιος που κυματίζει «στο χρυσαφένιο αγκάθι» των Μολάων, κάνει ν’ αστράφτουν τα θροϊσματα και σκιαγραφεί την ομορφιά με «κατάσαρκα τα χρώματα»: «ριπές ανέμου μ’ αγριόχορτα σουραύλια, / ανήφοροι που πέταξαν τη σκούφια τους, / πέτρες με κόκκινα μαλλιά που πλέκουν / μουρμουρίζοντας συλλαβιστά τις ευωδιές» (σ. 28). Είναι το «ζωγραφισμένο φως» που μας περιμένει στη Μονεμβασιά, όπου «αγκομαχεί του θυμαριού η μανιασμένη ανάσα», και όπου ο ήλιος «διαβάζει» «την ποίηση που προχωρεί / απέραντη, κρυστάλλινη, μελλούμενη, / μοιράζοντας τη μοίρα μας, μοιράζοντας περάσματα, / μοιράζοντας τ’ αγνάντεμα κι ανοίγοντας τον κίνδυνο / του χρόνου και της ομορφιάς στη γη ετούτη» (σ. 30). Είναι το φως που διασώζει, εντέλει, με τη συνέργεια της ποίησης, το «εικονοστάσι μιας ασύλητης Ελλάδας».

Το ποιητικό υποκείμενο βιώνει τις ευεργεσίες της ποίησης μέσα στο «μεθυσμένο» φως «που ανταλλάσσει μια πομπή από ηλιοτρόπια / με τις τρομπέτες και τα τόξα των θυμωμένων τζιτζικιών» (σ. 13), καθώς πορεύεται από το Κιάτο στο Ξυλόκαστρο. Τα απείθαρχα πετρόχτιστα που «αγκομαχούν» στην πλαγιά, το νησάκι των πεύκων «με παράσημα της θάλασσας», τα «ευφάνταστα πουλιά» που «μεγαλώνουν την ακτή» είναι στοιχεία της ομορφιάς του τοπίου, την οποία «μεμιάς το σφυροκόπημα του ήλιου ξετυλίγει», δημιουργώντας «μαλαματένια πρίσματα που σπαν κι ανηφορίζουν / κεντάν αχτίδες γιορτινές για να μοιράσουν τη χαρά» (ό.π.).

Μέσα στην έξαρση της χαράς, με την άπειρη συνδυαστική της φαντασίας και με λεκτική τόλμη, ο ποιητής συνθέτει ένα τοπίο καθαρά ονειρικό: Στην Πάτρα «τη μέρα εκείνη», τα «λίγα συνεσταλμένα δέντρα» του μόλου «δαμάζαν κάπως τις αχτίδες, που ώρες τώρα μας τυλίγαν / σαν εκατόφυλλες λεπίδες», ενώ τα μωρά «πλαταγίζαν», «πίνοντας αξεδίψαστα τον ήλιο και το γάλα τους» (σ. 15). Στις Βάσσες, στο ιστορικό ύψωμα, τα πάντα αστράφτουν, η καρδιά γαληνεύει, η λάμψη του κεραυνού δημιουργεί πρόσκαιρα παραισθητικές εικόνες, η σιωπή επανέρχεται, το «παρανάλωμα του ήλιου» «σκιρτάει στ’ άφοβο χορτάρι» και όλα είναι ατάραχα «σ’ ένα περήφανο ουρανό: / παντοθαλή, λοξία, εκηβόλο, / εράσμιο και πανδερκή, ολβιοδότη» (σ. 21). Στη Ζαχάρω, βιώνοντας το ηλιοβασίλεμα ως ένα «βαθύ παράφορο, πορτοκαλί μυστήριο», νιώθει χιλιάδες ήλιους να «τρέχουν» στο σώμα του, ενώ η απόσυρση του ήλιου, καθώς «οι σιλουέτες παν να χάσουν το φυτίλι τους», συνεπάγεται θλίψη («και ο ήλιος θάνατος μέσα στους θανάτους»), η οποία μετριάζεται κάπως από τη διαπίστωση ότι «ο ήλιος μες στη θάλασσα είν’ η αιωνιότητα».

«Η καρδιά του αιώνιου», σύμφωνα με τον René Char, βρίσκεται στο στιγμιαίο της αστραπής στην Πύλο, όπου η «λικνιστική» θάλασσα μετατοπίζει τα λαμπιόνια / σα φιλικά μικρά ιστιοφόρα / ή εκστασιασμένα ηλιοτρόπια» (σ. 22), αλλά και στο παραπλήσιο ανάκτορο του Νέστορα, όπου το φως τροφοδοτεί το μυστήριο και, «βαθαίνοντας» στο μυκηναϊκό κτίσμα, «αδημονεί», ή στην ιστορική Σπάρτη, όπου η ωραία γυναίκα με το σκούρο διάδημα «συνάζει αγέρωχα το φως», ενώ η ομορφιά «θάλλει μ’ άλικη ορμή / χίλια σκοτάδια προσπερνώντας (σ. 25).

Το φως είναι σε θέση να αναχαιτίσει την επέλευση του σκότους, όπως αποδεικνύει η επιβλητική λάμψη της Αρχαίας Κορίνθου («Ο θρίαμβος της δίνης του φωτός / είν’ η μετόπη του αγαθού, / αδαμαντένιος προπομπός / των επουράνιων αισθήσεων […]», σ. 10) αλλά και της Ακροκορίνθου («μαίνεται ο βράχος όλο φλόγες»), όπου «η μέθη του ανοιχτού / ορθώνει ρέμβη κι ομορφιά χωρίς προάγγελο» (σ. 11), όπου «μας σκέπουν λάμψεις κι αγγελίες αίσιες» και ο νους μας στρέφεται «προς τις πηγές του ανείπωτου κι αλαφιασμένου ήλιου».

Το φως αναμετράται διαρκώς με το σκοτάδι. Στον Μυστρά τα «ψυχωμένα» κυπαρίσσια προσλαμβάνονται ως «μαντατοφόροι κι αγιοκέρια / της σπλαχνοσύνης, της ευλάβειας» (σ. 26). Είναι εκείνα που «ακούγοντας τον ουρανό να λαμπαδιάζει», ακολουθούν «μέσα σε δίψα και σ’ απόκοσμη ερημιά» τους άγνωστους συντρόφους τους που ανεβαίνουν προς το κάστρο, όπου «γυρνούσαν ξετυλίγοντας / το φως τα περιστέρια» (σ. 27). Αξιοσημείωτη και εδώ η λεκτική τόλμη που ανατρέπει την τάξη των πραγμάτων και δημιουργεί εικόνες άτριφτες και απροσδόκητες.

Το φως, λοιπόν, δεν είναι απλώς το μέσον που αναδεικνύει την ομορφιά («Δεν είναι το απόκοσμο, / το στοργικό της ομορφιάς»). είναι εκείνο που κατακλύζει και εξαγνίζει τα σκοτάδια της ψυχής και οδηγεί στη λύτρωση. Τέτοιο το φως της Επιδαύρου, όπου «γυρνάει αυτάγγελτο / βαθύ, συνεπαρμένο, / των ουρανών το ξέφωτο» (σ. 33). Το «γλαυκό» αυτό φως, θεόσταλτο, σταλάζει σαν μύρο στις φλογισμένες ψυχές, διώχνοντας, «μ’ ένα κλωνί βασιλικό», «το βαρύ κακό» και μεγαλύνοντάς τες. Τέτοιο το φως των Μυκηνών που ανασταίνει τη μέρα «λαμπερή κι ολόχρυση» και μας ταξιδεύει, αιώνες τώρα, «στη γη που δε σκυθρώπιασε».

Το μυστηριακό αυτό φως οδηγεί στο μυστήριο του έρωτα. Στην ενότητα «Μόνο το μυστήριο» ο ποιητής αναζητά την ομορφιά στον «άλλο», την πληρότητα του προσώπου στην πλήρωση του πόθου και του πάθους, στην πλησμονή των αισθήσεων, στη λυτρωτική ταύτιση με τον «άλλο». Ο έρωτας, «το μυστήριο που μας κάνει να ζούμε», με τα λόγια του Lorca, που προτάσσονται στην ενότητα, «πλαταίνει την ψυχή του κόσμου», διαστέλλει τον χρόνο, μετατρέπει τα ανθρώπινα μέλη σε «κοσμήματα ενός εξεγερμένου παραδείσου», και, με τη συμμαχία της τέχνης, μεταβάλει τα ερωτικά μάτια, σε «καλύβες στη δροσιά των δέντρων, / του Γκωγκέν, / πάρκο του μαύρου πύργου, / του Σεζάν, / κάμαρα του Ματίς στο Κολιούρ» (σ. 47). «Μόνο το μυστήριο μας κάνει να ζούμε. Μόνο το μυστήριο».

Τα ποιήματα της τελευταίας ενότητας συγκροτούν έναν κύκλο στον οποίο η τέχνη, ο πολιτισμός, η φύση, η παράδοση και η ελληνική γλώσσα ενώνονται με την ποίηση. Με το «Δαχτυλίδι του Μίνωα», ένα αριστούργημα της Μινωϊκής κοσμηματοτεχνίας, με παραστάσεις θεοφάνειας και δενδρολατρείας, εγκαθιδρύεται μια γόνιμη συνομιλία με την αρχαιότητα: «Κελαηδισμοί αθέατοι, τριγύρω αμύθητες ακτές / κι η πλώρη του ιππόκαμπου ν’ αστράφτει / ώς τη μετόπη του μετέωρου νησιού. Κι ο ήλιος τότε / στεφανώνει την πελαγίσια του φυλή, / μεθάει τους όρμους, τις καρδιές, τα πέρα κρίνα» (σ. 53-54).

Στο «Αγχιβασίην» (η λέξη από τον Ηράκλειτο) οι παραστάσεις του φωτός συνδέονται με την ύπαρξη, την αέναη ροή του χρόνου, την πάλη των αντιθέσεων, την κοσμογονική ύλη, τη φωτιά, με την παλίντονη και παλίντροπη, εντέλει, αρμονία που κατακτάται μέσα από τη σύζευξη των αντιθέτων.

Στο «Πάσχα του Καλοκαιριού», το ελληνικό πανηγύρι του Δεκαπενταύγουστου, όταν «των σταχυών τα φλάουτα γιορτάζουν», η «τρυφερή φωτιά των άστρων», το «γλεντοκόπι των πουλιών», «το φως των κοραλλιών», «του ήλιου το τοπάζι», διαποτίζουν την ύπαρξη και δοξολογούν την Παναγιά, τη μάνα του Ήλιου της ζωής, της ομορφιάς και των οδυρμών, της ανθρώπινης μοίρας.

Στο πεντάπτυχο, τέλος, ποίημα με τον τίτλο «Σπύρος Παπαλουκάς» σχολιάζονται πέντε έργα του ζωγράφου και ανακαλούνται βιώματα του ποιητή, εικόνες του ελληνικού φωτός, της φύσης, δημιουργοί και δημιουργήματα της αυθεντικής ελληνικής ζωής.

Η ποιητική συνομιλία του Κώστα Μπουρναζάκη με τον ελληνικό χωροχρόνο είναι μια γοητευτική αφήγηση με αμφισημίες και πρωτότυπες συζεύξεις, με εικόνες βιωματικές, οι οποίες συγκροτούν έναν αρκαδικό παράδεισο, γεμάτο χρώματα κι αρώματα, ήχους και φως. Κινείται, όπως ο ίδιος δηλώνει σε συνέντευξη του, στον χώρο του «Ανοιχτού» (έκφραση του Χαίλντερλιν), στον χώρο της υπαρξιακής ελευθερίας, που υπερβαίνει τις συμβατικές διαστάσεις του χρόνου. Ο ποιητής δεν αγνοεί την κοινωνική παθογένεια που στιγματίζει την εποχή μας, αλλά επιδιώκει να συγκροτήσει γλωσσικούς ορίζοντες του «Ανοιχτού», να καταθέσει με τον λόγο του πεδία «πλήρους ζωής». Για τον λόγο αυτό δεν αρκείται στον αυτοβιογραφισμό. καταδύεται στα έγκατα του εγώ, βλέπει πίσω από την εικόνα το βάθος των πραγμάτων, μεγεθύνει αξίες, καθιστά το βίωμα οικουμενικό, επανενώνει τον άνθρωπο με τη φύση και την ιστορία, διαμορφώνει μια νέα αντίληψη για τον κόσμο, μέσα στην οποία το ταπεινό και γήινο μεταβάλλεται σε πολύτιμο και αιώνιο.

Ο ποιητής, λοιπόν, μακριά από τον ελληνοκεντρισμό ή τη νοσταλγική αναζήτηση του παρελθόντος, πραγματοποιεί στοχευμένες στάσεις στοχαστικής ενατένισης του χρόνου και του χώρου, έρχεται σε επαφή με το ανεξίτηλο θαύμα του κόσμου, με το άχρονο και το έγχρονο, όπως την όρισε ο φωτεινός Ηράκλειτος. Αναδεικνύει τη διαχρονική και τη συγχρονική διάσταση της ελληνικής φύσης, με άξονα το φως, και συγκινείται από το μυστικό βίωμα της δημιουργίας. καταθέτει το δέος του απέναντι στο θαύμα του κόσμου, διασώζοντας την αρχέγονη συγκίνηση και συσπειρώνοντας διαχρονικά μια πολύπτυχη διάσταση ελληνικότητας, ένα είδος πραγματογνωσίας που οδηγεί στην ανά-γνωση της ίδιας της ύπαρξης, στην ποιητική αυτογνωσία. Γιατί, καθώς ο ποιητής καταδύεται από την επιφάνεια του παλίμψηστου ελληνικού τοπίου σε επίπεδα βάθους, κάνει ορατό το αόρατο, αποκαλύπτει τις πολυδιάστατες και πολυδύναμες αντανακλάσεις των «ου βλεπομένων πραγμάτων», αποκαλύπτει αθέατες όψεις και άδηλες αναλογίες του κόσμου. Με την εκφραστική τόλμη του –πίσω από την οποία διακρίνει κανείς υπογειωμένη και καλά αφομοιωμένη την πυκνή διακειμενικότητα– θεάται ποιητικά την ύπαρξη, ανοίγει ορύγματα στις ποιητικές επιστρώσεις του παρελθόντος, καλλιεργεί ένα παρθένο έδαφος όπου θάλλουν καινούργια ποιητικά άνθη, «το λίγο πάντα νοσταλγώντας του φωτός».

⸙⸙⸙

[Ο στίχος στον τίτλο είναι του Χριστόφορου Λιοντάκη (Στο λαμπερό κρυμμένος. Ποιήματα 1973-2019, Εκδόσεις Κείμενα, Αθήνα 2025, σ. 209). Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: ©Denis Sarazhin. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου έβδομου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη