frear

Για το βιβλίο της Αννίτας Π. Παναρέτου «Ο Μιχάλης Ακύλας και οι οκτώ πρώτοι» – γράφει η Ανθούλα Δανιήλ

Αννίτα Π. Παναρέτου, Ο Μιχάλης Ακύλας και οι οκτώ πρώτοι. «Το φως τ’ αρπάζει όποιος μπορεί», πρόλογος-επίλογος: Χάγκεν Φλάισερ, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα 2025.

Πόσο παράξενη είναι η ζωή και πώς τα καταφέρνει…

Η Αννίτα Παναρέτου γράφει ένα βιβλίο για τον έναν από τους οκτώ πρώτους Ομήρους που εκτελέστηκαν στην Καισαριανή από τους Γερμανούς. Κι ένας Γερμανός υποψήφιος διδάκτωρ της Ιστορίας, ο Χάγκεν Φλάισερ, με ένα πρόγραμμα ανταλλαγής φοιτητών το 1965 βρίσκεται στη Γιουτλάνδη και εκπονεί διδακτορικό πάνω σε μια παλιά ιστορία, όταν ο Δανός πρόκριτος Niels Ebbesen, το 1340, σκότωσε και αποκεφάλισε τον Γερμανό δυνάστη της Γιουτλάνδης Gerhard III, ο οποίος έχει για όνομα το πατρώνυμο του Φλάισερ. Όμως, εδώ στη Γιουτλάνδη, ο Φλάισερ ακούει τη σκοτεινή ιστορία της Shoah, της «Τελικής Λύσης», σύμφωνα με την οποία τη νύχτα της 1ης προς 2α Οκτωβρίου 1943, έπρεπε να εξοντωθούν όλοι οι Εβραίοι της περιοχής, οι οποίοι όμως ειδοποιημένοι από έναν αντιστασιακό πάστορα, τον Κaj Munk, είχαν φύγει στη γειτονική Σουηδία.

Τρεις μήνες αργότερα οι κομάντος των Ες Ες απήγαγαν και δολοφόνησαν τον «ατίθασο ποιμένα» και πέταξαν το πτώμα του σε ένα χαντάκι, με μήνυμα καρφιτσωμένο πάνω του. «Η κηδεία του τέσσερις μέρες αργότερα εξελίχτηκε σε συλλαλητήριο με χιλιάδες προσκυνητές, παρότι χρόνος και τόπος δεν είχαν ανακοινωθεί: 8 Ιανουαρίου 1944 –η μέρα που γεννήθηκα!».

Μερικές ακόμα ταχυδακτυλουργίες της τύχης ή πανουργίες της Ιστορίας θα κάνουν τον Φλάισερ ιδιαίτερα ευαίσθητο στα μηνύματα της Μοίρας. Στις 3 Νοέμβρη 1968 βρίσκεται στην Ελλάδα και συνόδευσε και αυτός τη σορό του «Γέρου της Δημοκρατίας», του Γεωργίου Παπανδρέου, από τη Μητρόπολη έως το Α΄ Νεκροταφείο. Η κηδεία ήταν ανάλογη με εκείνη του Μουνκ, άκουσε τα συνθήματα, έγραψε και δημοσίευσε κείμενα για τον Αλέξανδρο Παναγούλη…

Σιγά σιγά το «τάμα» στον Δανό εθνομάρτυρα παραμερίζεται και στα ενδιαφέροντά του εμφανίζεται ο Μιχάλης Ακύλας, εξάδελφος της μελλοντικής πεθεράς του. Τη γυναίκα του Ελένη, την είχε γνωρίσει στους αντιδικτατορικούς κύκλους του Βερολίνου. Με πολύ μεγάλη δυσκολία, τη δικτατορία στην εξουσία και την πρόσφατη ιστορία νωπή, πείθει τον καθηγητή του να μεταφέρει το διδακτορικό του «ολίγον νοτιότερα»· στον Ακύλα. Το έδαφος ήταν παρθένο και πλούσιο, αρκεί «να αδράξεις θέμα, χώρα, περιοχή. Το είχα κάνει δις…». Και τριάντα χρόνια μετά την εκτέλεση του Ακύλα, το 1972, βρέθηκε απέναντι στον στρατηγό Αλεξάντερ Αντρέ, τον εκτελεστή. Τα πάντα γι’ αυτόν θα μας τα πει στον Επίλογο του βιβλίου.

Ο Ακύλας που εκτελέστηκε στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής τον Ιούνιο του 1942, εμφανίζεται σε πέντε φωτογραφίες. Μικρό παιδί με ναυτικά και κοντό παντελονάκι, έφηβος χαμογελαστός με μακρύ παντελόνι, το 1915 με την τάξη της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων και μετά, νεαρός αξιωματικός με το καπέλο bicorne, στα τέλη της δεκαετίας του 1920. Στα τέλη της δεκαετίας του 1930 είναι σοβαρός, στοχαστικός, με επίγνωση· «έχει δοκιμαστεί στη βάσανο της γραφής».

Γι’ αυτή την εξαιρετική προσωπικότητα έγραψαν όλοι οι επιφανείς της γενιάς του τριάντα: Εμπειρίκος, Βενέζης, Μυριβήλης, Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος, Σεφέρης, Θεοτοκάς, Μαγκλής, Πέτρος Χάρης, Ιωάννα Τσάτσου. Στο σανιδένιο φέρετρο όπου τον έβαλαν με ζεστό το αίμα του να τρέχει, κλείστηκαν και τα αφορώντα τη ζωή του. Η λογοκρισία δεν επέτρεπε μεταφορά ειδήσεων. Ειδήσεις μεταφέρονταν όμως από στόμα σε στόμα. Το 1945, εν είδει μνημοσύνου ακούστηκαν μερικές λεπτομέρειες που αφορούσαν την εκτέλεση και την προσωπικότητα του ήρωα. Ειδήσεις μεταλλαγμένες, αλλοιωμένες. Οι καιροί δεν ευνόησαν και ο Ακύλας, η θυσία και το έργο του σχεδόν ξεχάστηκαν. Οι συγγενείς, οι απόγονοι, οι άνθρωποι που θα είχαν ενδιαφέρον για τη μνήμη του, άφαντοι όλοι. (Εδώ θα λέγαμε πως ο Ακύλας μας θυμίζει τον «βασιλιά της Ασίνης» που, αν και άφαντος, είχε στείλει κι αυτός πλοία στην Τροία κι απόμεινε μια λέξη μόνο στον Όμηρο, και για τον Ακύλα λίγες αναφορές στο πλαίσιο των συλλήψεων και των εκτελέσεων της εποχής).

Η Αννίτα Παναρέτου σαν τον φανατικό αρχαιολόγο ή ιστοριοδίφη δεν παραιτείται. Και η τύχη την αντάμειψε, με ένα όνομα που αναδύθηκε απρόσμενα –Μαρίνα Περλιγγή– ήταν η μνηστή του, και η κόρη της (η Περλιγγή παντρεύτηκε εννέα χρόνια μετά την εκτέλεση του Ακύλα) επικοινώνησε με τη συγγραφέα και αφηγήθηκε την ιστορία της μητέρας της.

Έτσι το βιβλίο που κρατάμε στα χέρια μας περιλαμβάνει τον πρόλογο του Φλάισερ και της Παναρέτου αρχικά, τη ζωή και τον θάνατο του ήρωα Μιχάλη Ακύλα μέσα από τις μαρτυρίες των εκτελεσθέντων, σε δεύτερο μέρος το διήγημά του «Οι τελευταίες μέρες του Ιούδα», που εκδόθηκε το 1934 και τα ποιήματα του το 1935. Ακόμα περιλαμβάνονται τρία ποιήματα γραμμένα το 1942, κι ένα σύντομο δημοσίευμα όπου εκθέτει τις κοινωνικές και πολιτικές αντιλήψεις του.

Ο τίτλος του βιβλίου, ένας στίχος του Ακύλα, «Το φως τ’ αρπάζει όποιος μπορεί», αποδίδει την πεμπτουσία της θυσίας, λέει η Παναρέτου, όχι μόνο της δικής του αλλά και των άλλων επτά που εκτελέστηκαν μαζί του, την ίδια μέρα και επέδειξαν την ίδια στάση μπροστά στην ίδια μοίρα, τον θάνατο και την επαινετική υστεροφημία.

Και ο Φλάισερ, χάρη σε μια «καθοριστική συγκυρία της ζωής», βρέθηκε Καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και μίλησε δια ζώσης με τον στρατηγό Αντρέ, τον εκτελεστή.

Ο Ακύλας «έχαιρε των συμπαθειών της αθηναϊκής κοινωνίας», «ο επισμηναγός, αυτός ο πνευματικώτατος άνθρωπος». Όλοι οι παραπάνω προαναφερθέντες γράφουν κείμενα συγκλονιστικά, απελπισμένα, θρηνητικά. Ακολουθούν τα έργα και οι ημέρες του, οι προαγωγές του, μία ενότητα αναφερόμενη στη Μαρίνα Περλιγγή, την κόρη της γυναίκας που αγάπησε, η οποία, εννέα χρόνια μετά τον θάνατό του, μέσω της οικογενείας του, γνώρισε τον μετέπειτα σύζυγό της. Έζησε καλά, έκανε παιδιά, πέθανε στις 30 Απριλίου 1999, όμως «Ποτέ δεν ξέχασε τον Ακύλα και έφερε πάντα μέσα της την πληγή από τον θάνατό του».

«Θα πάω εκεί κάτω…», έλεγε ο Ακύλας ανταποκρινόμενος στην πρόσκληση των Ελλήνων από το Κάιρο: «Ελάτε κάτω». Και ετοιμάστηκε να φύγει μαζί με άλλους 42, που όλοι «πιάστηκαν στο Σούνιο προδομένοι από κάποιον καπετάνιο νομίζω», γράφει η Τσάτσου. Πληροφορίες για την προδοσία η Παναρέτου παρέχει πολλές στις σημειώσεις, καθώς και τα ονόματα των εκτελεσθέντων. Όσο για τον προδότη, αυτός ήταν και εκβιαστής. Έμεινε στη φυλακή μία μέρα, βγήκε και συνέχισε τη ζωή του. Οι άλλοι τιμωρήθηκαν με θάνατο, επειδή ήταν εχθροί του Άξονος.

Ακολουθούν δραματικές αφηγήσεις, η απειλή της εκτέλεσης και η κυνική ανακοίνωση, αν εντός των προσεχών ημερών συμβεί σαμποτάζ κατά των Γερμανών… Και μετά, άλλος έβριζε, άλλος έκλαιγε, άλλος κοίταζε τη φωτογραφία του παιδιού του κι έτρεχαν βρύση τα μάτια του, άλλος σπάραζε κάτω από τις κουβέρτες. Και ο συγκρατούμενος όμηρος Κωτούλας, ανάμεσα σε άλλα, τους είπε: «Πάρτε το απόφασι, πάει τελείωσε. Θα μας τουφεκίσουν». Η σθεναρή παρέμβαση του Δαμασκηνού στον στρατηγό Αντρέ δεν έφερε αποτέλεσμα. Ο Αρχιεπίσκοπος έφυγε, εκτοξεύοντας την ευαγγελική ρήση «Το αίμα αυτών εφ’ υμάς και επί τα τέκνα υμών». Ο Ακύλας «έψαλε με τους συντρόφους του τον Εθνικό Ύμνο και έπεσε από τις σφαίρες του εκτελεστικού αποσπάσματος», 5 Ιουνίου 1942.

Δείγματα από τις σημειώσεις των καταδικασθέντων, πολλά. Επιλέγω μερικά: «Μέσα στις χιλιάδες των αθώων κι άλλοι οκτώ θα ποτίσουμε το δέντρο της λευτεριάς, που κάποτε θα φυτρώσει στη γη». «Πεθαίνω με το όνομα της γλυκιάς Ελλάδος στα χείλη». «Παρακαλώ να ειδοποιηθεί ο φίλος μου… Προσοχή, μη αιφνιδιαστεί η μητέρα μου». «Δια τον θάνατόν μου να είσθε πάντες υπερήφανοι… Για την τύχη μου ευθύνομαι μόνο εγώ και ουδείς άλλος… Αφήνω 4000 … το ωρολόγι και τα κουμπιά του».

Στα χέρια της συγγραφέως έφτασαν στίχοι που είχε γράψει ο Ακύλας πάνω σε «παλιόχαρτα», λίγο πριν τον σκοτώσουν… είναι γραμμένοι «με μολυβάκι και κάμποσοι στίχοι έχουν σβήσει, έτσι όπως ήταν τυλιγμένοι στα ρούχα του σκοτωμένου», «Και το αίμα μου άλικη έβαφε τη γην ολόγυρά μου».

Ο Καζάκος ζήτησε να τους επιτρέψουν να πουν τον Εθνικό Ύμνο και να δώσει εκείνος την εντολή «πυρ». Τέλος αναφώνησε «Ζήτω η Ελλάς». Σήμερα, η προτομή του βρίσκεται μπροστά στο Λιμεναρχείο Μυτιλήνης, στην Πλατεία που φέρει το όνομά του, «Πλατεία Ηλία Καζάκου».

Κι ενώ από τις μαρτυρίες προκύπτει ότι ο Ακύλας ήταν άνθρωπος συγκρατημένος και σχεδόν φλεγματικός, από το λογοτεχνικό του έργο ξεχειλίζει το συναίσθημα, στα ποιήματα και στο διήγημα οι «Τελευταίες Μέρες του Ιούδα». Του έργου αυτού ο Μαγκλής σχολιάζει τη δημοτική γλώσσα, την πρωτότυπη ιδέα και την πλοκή.

Στον Επίλογο του βιβλίου, ο Φλάισερ μιλάει με τον δήμιο, τον στρατηγό Αντρέ, τον οποίο αναζήτησε και εκείνος δεν αρνήθηκε να μιλήσει. Τον παρουσιάζει σαν μια αντιφατική προσωπικότητα, έναν άνθρωπο, ο οποίος ήρθε στην Ελλάδα ως εχθρός των Άγγλων. Αρχικά στην Κρήτη και έπειτα στην Αθήνα, στις 3 Ιουνίου 1941.

Τον Οκτώβρη του 1972, ο Φλάισερ είχε ραντεβού με τον Αντρέ για τη διατριβή του. Το τι είπε και πώς δικαιολογήθηκε είναι μια πολύ μεγάλη ιστορία, την οποία η Αννίτα Παναρέτου εκθέτει στο βιβλίο της λεπτομερώς, όπου τα πολιτικά συμφέροντα και η αλλαγή πολιτικής απέναντι στους παλαιούς εχθρούς δεν θα δικαιώσουν τους οχτώ ή τους οχτακόσιους που συνολικά θανάτωσε ο Αντρέ…

Κάθε κεφάλαιο συνοδεύεται από πλούσιες σημειώσεις, όπου ο αναγνώστης, παρακάμπτοντας τις συγκινητικές μαρτυρίες των παθόντων, μαρτύρων, ηρώων, εκτελεσμένων, αντιμετωπίζει τη φρικτή λογική των πολιτικών συμφερόντων και των συμψηφισμών. Ένα ακόμη βιβλίο με πληροφορίες, οι οποίες στήνουν τα παρασκήνια πίσω από τον κεντρικό ήρωα της τραγωδίας και τους άλλους επτά μαζί του.

Η Αννίτα Παναρέτου συνάντησε τον Ακύλα στη σελ. 29 ενός βιβλίου. Το όνομά του ήταν ανάμεσα σε άλλα δεκαπέντε ενός καταλόγου ομήρων και αιχμαλώτων σε ναζιστικά στρατόπεδα, κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Μετά τον ξανασυνάντησε. Ήταν «ταυτόχρονα διάφανος και αινιγματικός, σ’ ένα μεταίχμιο φωτός και σκιάς». Η αναζήτησή της την οδήγησε στο πλούσιο υλικό του βιβλίου της: δημοσιεύματα, ημερολόγια, ποιήματα, διηγήματα, αφηγήσεις, λακωνικές αναφορές, πηγές συχνά ετερόκλητες, αναπάντεχες. Το ταξίδι της στην ιστορία του ήταν ένα προσκύνημα:

«Νιώθω ευλογημένη που σας γνώρισα σ’ εκείνη τη σελίδα 29, κύριε Ακύλα, ήταν τιμή μου αυτή η συνάντηση». Υπογραφή Α.Π.Π. 5 Ιουνίου 2023. Ημέρα μνήμης σημαδιακή.

⸙⸙⸙

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: Χρήστος Μποκόρος. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου έβδομου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη