frear

Για τα «Χάλκινα κατώφλια» του Ισίδωρου Ζουργού – γράφει ο Δημήτρης Φ. Χαραλάμπους

Ισίδωρος Ζουργός, Χάλκινα κατώφλια, Πατάκης, Αθήνα 2025.

Μπορεί η ακαδημαϊκή Ιστορία να μην αρέσκεται καθόλου στα «αν», αλλά στον κόσμο του μυθιστορήματος ένα «αν» αρκεί για να πυροδοτήσει τη φαντασία του δημιουργού και να καθορίσει την πλοκή του έργου. Αυτό ακριβώς συμβαίνει με το νέο μυθιστόρημα του Ισίδωρου Ζουργού Χάλκινα κατώφλια. Και «αν», λοιπόν, ο Λύκαστος ήταν ένα υπαρκτό πρόσωπο στην πλευρά των Ελλήνων, ποια θα μπορούσε να είναι η έκβαση του Τρωϊκού πολέμου ή το ταξίδι της επιστροφής του Οδυσσέα στην Ιθάκη;

Όπως προϊδεάζουν τα παραπάνω, το μυθιστόρημα Χάλκινα κατώφλια τοποθετείται χρονικά και θεματικά στον ομηρικό κόσμο. Παρά το γεγονός ότι αυτή η βαθιά βύθιση στον χρόνο δεν συνηθίζεται στη λογοτεχνική παραγωγή των ημερών μας, ο συγγραφέας, χωρίς να κουβαλά τις ‘βαριές πολιτισμικές δεσμεύσεις’ τού αρχαίου κόσμου, επιλέγει τις αδρές γραμμές, τις ομηρικές δοκούς και μέσα σε αυτές εγκιβωτίζει την αφήγησή του, δίνοντας ευρύτατο χώρο στη μυθοπλασία. Το αποτέλεσμα είναι ένα παράσπιτο, ένα αυθαίρετο κτίσμα στην έπαυλη του ομηρικού κόσμου, όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στο οπισθόφυλλο.

Η λιτότητα στα ιστορικά σκηνικά επιτρέπει στον συγγραφέα να επικεντρώσει όλη την αφηγηματική του δεινότητα σε μια ουσιαστική ανθρωποκεντρική προσέγγιση. Με πολύ επιδέξιο τρόπο τα φώτα πέφτουν με αξιώσεις βάθους στα δρώντα πρόσωπα, στα στοιχεία που συνθέτουν τον χαρακτήρα τους, την ψυχική τους κατάσταση, τις καθημερινές τους συμπεριφορές κ.τ.λ.

Στον πυρήνα της αφήγησης τίθεται ένα κλασικό κοινωνικό θέμα, η σχέση του δούλου και του αφέντη, του ανυπεράσπιστου από τη μια και του φορέα της απόλυτης εξουσίας από την άλλη. Ωστόσο, η σχέση αυτή δεν υπακούει σε μια οριζόντια λογική, αλλά συντίθεται από πολλές ταλαντώσεις, τέτοιας δύναμης και τέτοιου μεγέθους, ώστε οι αυτονόητα οριοθετημένες σχέσεις του χρισμένου βασιλιά και του αναλώσιμου δούλου, σε όχι λίγες περιπτώσεις, να γίνονται δυσδιάκριτες.

Αν, λοιπόν, τα ομηρικά έπη μας παρέδωσαν έναν βασιλιά Οδυσσέα πολύτροπο, που μηχανεύεται πράγματα, που οδηγεί με το Δούρειο Ίππο στην τελική κατάληψη της Τροίας –και εδώ η πατρότητα της ιδέας δεν πιστώνεται στον Οδυσσέα–, ο Ισίδωρος Ζουργός στο νέο του βιβλίο κατορθώνει να φιλοτεχνήσει έναν εξίσου πολύτροπο δούλο, ο οποίος με τη δύναμη του μυαλού του και τις ‘λοξές’ μεταφυσικές του συλλήψεις καταφέρνει να αντισταθμίσει τη μειονεκτική του θέση και να αναδιατάξει τη σχέση. Αυτός, ακριβώς, ο κεντρικός άξονας ‘παράγει’ ενδιαφέρουσες ιδεολογικές διαστάσεις που δομούν την κυρίαρχη ταυτότητα του μυθιστορήματος.

Ο λόγος του δούλου λειτουργεί σαν νυστέρι που αποδομεί, αμφισβητεί, κραυγάζει για τον ανθρώπινο παραλογισμό, τον πόλεμο, την αδικία. Για να τοποθετήσουμε καλύτερα τα Χάλκινα κατώφλια στο στερέωμα της ιδεολογίας, αρκεί, νομίζω, να συνειδητοποιήσουμε το γεγονός ότι ο συγγραφέας, ανάμεσα σε τόσους επώνυμους βασιλείς και πολέμαρχους, επιλέγει να βιογραφήσει ένα ανώνυμο και απόλεμο δούλο.

Ο προικισμένος δούλος, αυτός ο άρτιος λογοτεχνικός χαρακτήρας που έχει μάθει από μικρός, όπως αφηγείται, να ξεχωρίζει τα «όντως θαυμαστά από τα απατηλά», είναι ένας επίμονος παρατηρητής της κοσμικής εξουσίας. Με τη δύναμη του μυαλού του αποφλοιώνει το λαμπερό περίβλημα των εκπροσώπων της κοσμικής εξουσίας, τους γειώνει με τη διεισδυτική ματιά του και τους τοποθετεί στις πραγματικές τους ανθρώπινες διαστάσεις: είναι παραδομένοι στα πάθη και τις μικρότητες, μέθυσοι, εγωκεντρικοί, μελαγχολικοί, μωρόπιστοι στους οιωνούς, ευκολόπιστοι στους ψιθύρους, εύθραυστοι.

Τον Λύκαστο, δηλαδή το αφηγηματικό υποκείμενο του μυθιστορήματος, δεν τον συνδέει τίποτα απολύτως με τον Σπάρτακο και την παράδοση των επαναστατών δούλων. Τη δύναμή του δεν την αντλεί από το σώμα του αλλά από το μυαλό και το ευφάνταστό του.

«Εκτός από άλογα τι άλλο ξέρεις», τον ρώτησε ο Οδυσσέας.
«Όλες τις δουλειές του ποδαριού και μιαν ακόμη».
«Ποια δηλαδή;».
«Σκέφτομαι, άρχοντα Οδυσσέα».

Μια όψη της πνευματικής δύναμης του Λύκαστου είναι το ‘χάρισμα’ που έχει να ακούει μεταφυσικές Φωνές ή, όταν οι περιστάσεις το απαιτούν, να τις επινοεί. Οι κόσμοι που φαντασιώνεται είναι τόσο πειστικοί ώστε να αγκιστρώνουν τους ισχυρούς στους σκοπούς του. Αυτά ακριβώς τα –φυσικά ή μεταφυσικά– στοιχεία της πνευματικής του σύστασης τα αξιοποιεί στη μάχη της επιβίωσης και της αλλαγής των όρων της ζωής του, ως δούλου, στην εμπόλεμη αυλή του Οδυσσέα. Χρησιμοποιώντας αυτές τις δύο όψεις της πνευματικότητάς του ο άσημος δούλος, υπομονετικά και σταδιακά, ξεγλιστρά από τα χέρια του αφέντη και τελικά ο αφέντης πιάνεται στα ξόβεργα του δούλου. Κατά το ταξίδι της επιστροφής με τον Οδυσσέα, κατορθώνει να ανατρέψει πλήρως τη σχέση. Όπως ομολογεί χαρακτηριστικά: «ήμουν δούλος του, στην αρχή τουλάχιστον, κατόπιν μου είναι δύσκολο να ονομάσω τι του ήμουν πραγματικά».

Παράλληλα με την απομυθοποίηση της κοσμικής εξουσίας, ο Λύκαστος αμφισβητεί και τη θεϊκή εξουσία. Όταν βρέθηκε υπηρέτης σε έναν ναό μισούσε την «πληκτική θεά» και παρακαλούσε «το θεό Αξιό», όπως μαρτυρεί, «να φουσκώσει ξαφνικά ένα βράδυ και να πλημμυρίσει το άγαλμα και το βωμό της». Δεν θα χαριστεί όμως και στους εκπροσώπους της θεϊκής εξουσίας. Πηγαίνοντας να συναντήσει τον περιώνυμο μάντη Κάλχα, θα διατυπώσει ευθύβολα τις σκέψεις και τα συναισθήματά του: «Εγώ αυτούς τους ενδιάμεσους μεταξύ θεών και ανθρώπων δεν τους πολυσυμπαθώ. Κάθονται έξω απ’ τα χάλκινα κατώφλια και κοιτάζουν ικετευτικά στα μάτια τους θεούς για το πότε θα τους δώσουν σημασία, ενώ όταν στέκονται έξω απ’ τις δικές μας πόρτες, ζητιανεύουν φαγώσιμα, χώρια που κάποιες φορές απαιτούν χαλκό ή και χρυσάφι».

Εκτός από τις παραπάνω ιδεολογικές δεσπόζουσες, ο Λύκαστος, στον κατεξοχήν ηρωικό ομηρικό κόσμο, εκπροσωπεί με πλήρη επίγνωση μια αντιπολεμική και αντιηρωική στάση και κάνει ό,τι περνά από το χέρι του για να μην πολεμήσει, να μη σφάξει και να μη σφαχτεί. Είναι ένας άνθρωπος που δεν βλέπει με καλό μάτι ακόμη και τα «σφαχτά των θυσιών», δηλώνει το μίσος του για τον θεό του πολέμου, τον Άρη, και την απέχθειά του για τα όπλα, κάνει λόγο για τη «σιχασιά του πολέμου» και αμφισβητεί επανειλημμένα το «αναθεματισμένο κύδος».

Στον ιδεολογικό κόσμο του μυθιστορήματος χωράει και η έννοια της πατρίδας, ζήτημα για το οποίο ο συγγραφέας χαράζει μια ξεκάθαρη γραμμή πλεύσης. Ο βασιλιάς και ο δούλος του διαγράφουν τις τροχιές της ζωής τους κουβαλώντας διαφορετικά βιώματα από τις πατρίδες τους, αποκτούν κοινά βιώματα από την συνύπαρξή τους στο στρατόπεδο των Αχαιών και διαχωρίζονται στο τέλος οι πορείες τους, γιατί ο καθένας θέλει να καταλήξει εκεί απ’ όπου ξεκίνησε. Είτε πρόκειται για την Ιθάκη, το παλάτι και την Πηνελόπη, στην περίπτωση του Οδυσσέα, είτε πρόκειται για το ρόχθο του Αξιού και τα καλάμια στις όχθες του, στην περίπτωση του Λύκαστου, τελικά, πατρίδα των ανθρώπων είναι οι τόποι των παιδικών βιωμάτων, των σπόρων που κουβαλούν. Γι’ αυτό, συνήθως, εκφράζουν την επιθυμία οι μικρές πατρίδες των ριζωμένων βιωμάτων να αποτελέσουν τις εκβολές του βιολογικού τους κύκλου.

Πάντως, το ευφυές αυτό μυθιστόρημα δημιουργεί έντονα την αίσθηση στον αναγνώστη ότι τα όσα ιστορεί ο αξιοθαύμαστος δούλος, που ο Ισίδωρος Ζουργός τον πήρε μικρό παιδί από το χέρι και τον σεργιάνισε, μέχρι που μας τον παρέδωσε σε βαθύ γήρας, δεν ανήκουν αποκλειστικά στον ομηρικό κόσμο, αλλά σε όλες τις εποχές και σε όλες τις γεωγραφίες. Είναι, με άλλα λόγια, διαχρονικά. Οι ιστορικοί κύκλοι είναι διαπερατοί, το τότε δεν ξεχωρίζει εύκολα από το τώρα, ακόμη και από το αύριο. Ίσως, γιατί οι νοοτροπίες, οι συμπεριφορές, οι άνισες κοινωνικές σχέσεις, η αποκτήνωση του ανθρώπου στον πόλεμο ανακυκλώνονται στο χρόνο. Δεν αλλάζουν, δυστυχώς, εύκολα…

⸙⸙⸙

[Ο Δημήτρης Φ. Χαραλάμπους είναι καθηγητής ΑΠΘ. Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Jozef Macak. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου έβδομου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη