Σοφία Αυγερινού, Άγνωστες λέξεις, Πόλις, Αθήνα 2025.
Η νουβέλα Άγνωστες λέξεις της Σοφίας Αυγερινού, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις (2025), αποτελεί μια ιδιαίτερα πυκνή και πολυεπίπεδη λογοτεχνική σύνθεση γύρω από τη φύση της γλώσσας και της βαθιάς της σύζευξης με την ανθρώπινη ύπαρξη. Η συγγραφέας δηλώνει την πρόθεσή της να ερευνήσει τη γλώσσα όχι ως απλό εργαλείο επικοινωνίας, αλλά ως οντολογικό χώρο μέσα στον οποίο το υποκείμενο διαμορφώνεται, χάνεται και ξαναβρίσκεται. Το απόσπασμα: «Οι λέξεις είναι ένας μεγάλος ωκεανός από όπου εμείς αλιεύουμε τυχαία, με τα μάτια κλειστά, όποιες έρχονται κοντά μας, στην ακτή όπου το κύμα χαϊδεύει τα πόδια μας, προτού βουτήξουμε στο κενό» (σ. 95), θέτει το κειμενικό σύμπαν της νουβέλας υπό το σημείο της ρευστότητας και της απροσδιοριστίας που χαρακτηρίζει τη γλωσσική πράξη. Με έναν ενδοσκοπικό και βαθιά ποιητικό τρόπο, η Σοφία Αυγερινού υποδηλώνει πως η ανθρώπινη εμπειρία είναι εγγεγραμμένη στη γλωσσική πράξη, ενώ ταυτόχρονα η ίδια η γλώσσα μορφοποιεί και αναπλάθει την ταυτότητα του υποκειμένου.
Η θεματική της νουβέλας εστιάζει στην πολλαπλή διάσταση της λέξης — σημασιολογική, φωνολογική, οντολογική. Στο επίπεδο αυτό, αναδύονται θεωρητικές αναφορές που διαλέγονται με τη γλωσσολογική παράδοση του Ferdinand de Saussure σχετικά με τη διάκριση ανάμεσα σε σημαίνον-σημαινόμενον και λόγου- ομιλίας (Hawthorn, 2016) αλλά και με τη φιλοσοφική προβληματική του Ludwig Wittgenstein σχετικά με τα όρια της γλώσσας και τα όρια του κόσμου. Η λέξη στη νουβέλα της Σοφίας Αυγερινού δεν είναι στατική· είναι μια δυναμική οντότητα που εμπεριέχει νοηματικές και ηχητικές εντάσεις, όπως διατυπώνεται χαρακτηριστικά στην πρωτοπρόσωπη εξομολόγηση του ξαδέλφου της αφηγήτριας:
«Τις βλέπω στον ύπνο μου», είπε. «Δηλαδή, δεν βλέπω ακριβώς αυτές τις λέξεις, και δεν τις βλέπω ακριβώς, ακούω κάποιες λέξεις και, όταν ξυπνάω, προσπαθώ να θυμηθώ, γιατί κάτι μέσα στο όνειρο μου λέει ότι ανάμεσά τους υπάρχει μια πολύ σημαντική λέξη, που, αν την βρω, θα μου αλλάξει τη ζωή» (σ. 14).
Οι λέξεις έχουν φωνή και ήχο, μιλούν και συν-ομιλούν∙ αποτελούν όχι μόνο έναν κώδικα επικοινωνίας, τον γλωσσικό κώδικα, αλλά αποδίδουν νόημα στην ανθρώπινη ύπαρξη. Αυτήν τη λέξη-κλειδί, φαίνεται πως ψάχνει με μανιώδη τρόπο ο ήρωας της Σ. Αυγερινού∙ αυτήν τη λέξη που μπορεί να ανακαθορίσει τον κόσμο του υποκειμένου, ενώ το όνειρο λειτουργεί ως ενδιάμεσος χώρος μεταξύ γλώσσας και ασυνείδητου, σε ένα καίριο συναπάντημα όπου οι λέξεις αποκτούν οντολογική βαρύτητα.
Η εσωτερική διαδρομή του ανώνυμου ήρωα αποτυπώνεται και ξεδιπλώνεται πάνω σε «Χαρτάκια μικρά, κίτρινα, με λέξεις λανθασμένες, όπως φώσπορος ή ανασκαλοπίζω» (σ. 7), οι οποίες γεμίζουν ασφυκτικά όλες τις επιφάνειες του σπιτιού του.
Ο τοίχος απέναντι, ένας απλός λευκός τοίχος με δύο πόρτες, η μια οδηγούσε στο σαλόνι, η άλλη στον διάδρομο για τα υπνοδωμάτια, το μπάνιο και την κουζίνα, ήταν γεμάτος από κάτω, από το σοβατεπί, ως το ύψος των κουφωμάτων περίπου, ακόμη και οι πίνακες των θείων ήταν καλυμμένοι, με χαρτάκια κίτρινα, ροζ και πράσινα τα κίτρινα είχαν προφανώς κάποια στιγμή εξαντληθεί (σ. 21).
Και συνεχίζοντας η αφηγήτρια σχολιάζει πως και «το καθαυτό νόημα των λέξεων, που, όντως μάντευα, και πάλι ήταν λανθασμένες, μερικές ανορθόγραφες και άλλες ανύπαρκτες: ιππόθαμπος, συνονθύελλα, παραπράτης, εξιλέοντας, διαπυρώ, άθλεια, προσβοκώ» (σ. 21). Οι λέξεις αυτές δεν αποτελούν απλώς δείγματα γλωσσικής διαταραχής ή φαντασιακής δημιουργίας, αλλά λειτουργούν ως ενδείξεις ενός γλωσσικού χάους, μιας αποδόμησης της σταθερής σχέσης σημαινόντος-σημαινομένου, σύμφωνα με τον Saussure. Η αποδόμηση αυτή προσεγγίζεται από τη συγγραφέα με τρόπο που θυμίζει σύγχρονες θεωρίες για την ασταθή φύση του νοήματος, καθώς της υπέρλογης γλώσσας «ζαούμ» (zaum), που προέκυψε από τους πειραματισμούς των Ρώσων φουτουριστών, Βελιμίρ Χλέμπνικωφ, Αλεξέι Κρουτσένυχ, Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι και Νταβίντ Μπορλιούκ (Βλαβιανού, 2008)ˑ ένας τρόπος έκφρασης που επιδιώκει να υπερβεί τα όρια του νου και της κοινής λογικής και να απελευθερωθεί από τους κανόνες (συντακτικούς, γραμματικούς και μορφολογικούς).
Τα χαρτάκια με τις ψεύτικες, αλλοιωμένες λέξεις δεν τα έβλεπα απλώς σαν σκουπίδια ή βρωμιά. Δεν μου ερχόταν αυτομάτως η ιδέα να τα βάλω σε σακούλες απορριμμάτων και να τα ξεφορτωθώ στον κάδο της γειτονιάς. Αν ήταν έτσι, θα το είχα κάνει από την αρχή, χωρίς να δώσω σημασία σε τυχόν διαμαρτυρίες του. Οι κατεστραμμένες λέξεις του ξαδέρφου μου, τώρα το καταλάβαινα, είχαν μια κρυμμένη δύναμη μέσα τους (σ. 27).
Η γλώσσα στη νουβέλα Άγνωστες λέξεις δεν περιορίζεται σε λεκτικό πεδίο· αποκτά σωματικότητα. Το σώμα μετατρέπεται σε παλίμψηστο όπου αποτυπώνεται η γλωσσική αγωνία, η υπαρξιακή πάλη και η απόγνωση του ήρωα. Η κορύφωση της νουβέλας εκφράζει με σχεδόν υπερρεαλιστικό τρόπο τη γραφή του σώματος, όπου η λέξη κυριολεκτικά ενσαρκώνεται:
[…] το σώμα του ήταν ολόκληρο γραμμένο. Μικρά, αιχμηρά γράμματα σαν καμωμένα από κάποια απάνθρωπη βελόνα που χαράζει επάνω μας μια ακατάληπτη ετυμηγορία, ήταν οι λέξεις που σώριαζε γύρω του τόσο καιρό ή μήπως λέξεις που είχαν αναβλύσει από μέσα του σαν αίμα φονικού ιού που βγαίνει από κάθε πόρο του δέρματος; (σ. 81).
Οι χαρακτήρες της νουβέλας είναι ανώνυμοι. Η αφηγηματική αυτή επιλογή δεν αποτελεί μια μορφή αφαιρετικότητας αλλά, με την αποσιώπηση της ατομικής ταυτότητας, η Αυγερινού μετατρέπει τους χαρακτήρες της αφήγησης σε φορείς μιας ευρύτερης ανθρώπινης εμπειρίας, αναδεικνύοντας την αδιαχώριστη σχέση της γλώσσας με την ουσία του ανθρώπου. Η λέξη δεν εμφανίζεται ως χρηστικό μέσο ή επικοινωνιακό εργαλείο· αντίθετα, λειτουργεί ως θεμελιώδης τρόπος φανέρωσης της ύπαρξης.
Στο πλαίσιο αυτό, η σιωπή αποκτά εξίσου κεντρική λειτουργία. Δεν αποτελεί απλώς μια παύση ή μια έλλειψη επικοινωνίας, αλλά δρα ως δομικό στοιχείο της αφήγησης, αποτυπώνοντας τη δυσκολία των ηρώων να συναντηθούν στην πράξη της συν-ομιλίας. Η δυσκαμψία της λεκτικής επαφής, όπως περιγράφεται στη νουβέλα, αντανακλά τη ρήξη ανάμεσα στο υποκείμενο και την ίδια του τη γλωσσική ικανότητα· μια ρήξη που εντείνει την υπαρξιακή αγωνία και φωτίζει τα όρια της γλώσσας να συλλάβει και να αρθρώσει την ανθρώπινη εμπειρία.
Η νουβέλα της Αυγερινού αναδεικνύει μια γλώσσα που είναι ταυτόχρονα καταφύγιο και απειλή, δημιουργία και «ανοικείωση» σύμφωνα με τον Σκλόφσκυ (Barry, 2013). Οι ήρωές της κινούνται σε μια λεπτή μεθόριο ανάμεσα στην ανάγκη για ονομασία και στην αδυναμία της γλώσσας να αποδώσει το άφατο. Το υποκείμενο αναζητά μια λέξη-κλειδί, «μια λέξη που θα ξεκλείδωνε ενδεχομένως τα ψυχικά του τραύματα και θα τον έκανε εντέλει να αλλάξει ζωή» (σ. 22), ικανή να το αποκαταστήσει στον κόσμο, αλλά συναντά την άβυσσο του νοήματος. Οι δύο λέξεις «άστρα – τίποτε» (σ. 86), «σαν πρόσφυγες που περιπλανήθηκαν χρόνια σε ξένους τόπους και έχασαν κάθε ελπίδα πως θα ακούσουν ποτέ ξανά τη μητρική τους γλώσσα, ήχησαν εκείνο το απόγευμα, καθώς κρατιόμασταν ο ένας από τη λέξη του άλλου για να μην πέσουμε στο κενό […]» (σ. 88), «αφήνοντάς μας εκεί μετέωρους σαν άστρα μέσα στο τίποτε, ανάμεσα στα άστρα και στο τίποτε». (σ. 94)
Βιβλιογραφία
1. Βλαβιανού, Α., Γκότση Γ., Καρακάση, Κ., Καργιώτης, Δ., Κατσικάρος, Θ., Πιπινιά, Ι., Προβατά, Δ. & Σπυροπούλου, Α. (22008). Ιστορία της Ευρωπαϊκής Λογοτεχνίας από τις αρχές του 18ου αιώνα έως τον 20ό αιώνα. Ε.Α.Π.
2. Barry, P. (2013). Γνωριμία με τη θεωρία. Μια εισαγωγή στη λογοτεχνική και πολιτισμική θεωρία (Μετάφραση: Α. Νάτσινα). Βιβλιόραμα.
3. Hawthorn, J. (2016). Ξεκλειδώνοντας το κείμενο. Μια εισαγωγή στη θεωρία της λογοτεχνίας (Μετάφραση: Μ. Αθανασοπούλου). Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης.
⸙⸙⸙
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: Cornelis Norbertus Gijsbrechts (1630-1683). Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου έκτου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]








