frear

Διαβάζοντας το «Ιχνηλατώντας έναν ελέφαντα» της Σπυριδούλας Μίχου – γράφει η Λίλια Τσούβα

Η Σπυριδούλα Μίχου στην ποιητική της συλλογή Ιχνηλατώντας έναν ελέφαντα (εκδ. Άνω τελεία, 2025), κάνει χρήση του λογοτεχνικού μοτίβου του ελέφαντα. Είδος υπό εξαφάνιση στις ημέρες μας το πανέξυπνο και συναισθηματικό αυτό ζώο έχει συνδεθεί με την ανατολική μυθολογία, συμβολισμούς, όπως η σοφία, η φαντασία, η δύναμη, η προστασία, η μνήμη, την οποία διαθέτει σε όξυνση. Έχει χρησιμοποιηθεί από λογοτέχνες, ενδεικτικά αναφέρουμε τον Ρέιμοντ Κάρβερ, τον Μρόζεκ Σλάβομιρ, τον Βαλέριο Βιντάλι. Η λογοτεχνική αλληγορία επικεντρώνεται συνήθως στην εσωτερική σύγκρουση. Υπάρχει ωστόσο και ο παλιός αγγλικός ιδιωματισμός, «Elephant in the room» ή «Elephant in the living room»· υπαινίσσεται ένα πρόβλημα το οποίο όλοι προσποιούνται ότι δεν βλέπουν, όμως είναι αδύνατο να αγνοήσουν, γιατί είναι έντονο και βρίσκεται στην άμεση όρασή τους.

Εξηγώντας η Σπυριδούλα Μίχου τον συμβολισμό του ελέφαντα στο έργο της, «Ιχνηλατώντας έναν ελέφαντα», σημειώνει:

«Ο ελέφαντας δεν αναφέρεται σε ένα εμπειρικό αντικείμενο· αναδύεται ως φαινομενολογικό ίχνος, ως το υπερβατικό βάρος μιας παρουσίας που ταυτόχρονα επιβάλλεται και διαφεύγει. Είναι η μνήμη ως οντολογική βαρύτητα, το άρρητο που εγκαθίσταται εντός της σιωπής και καθιστά τη γλώσσα εκ των προτέρων ελλειμματική. Η ποιητική διαδικασία λειτουργεί εδώ ως πράξη αποδόμησης και επανασημασιοδότησης: κάθε ποίημα είναι ένα σημείο ρήξης όπου το Είναι και το Μηδέν τέμνονται, όπου η γλώσσα αυτοϋπονομεύεται για να καταστήσει ορατό αυτό που υπερβαίνει την ίδια τη δυνατότητά της. Η “ιχνηλάτηση” δεν αποσκοπεί στην κατοχύρωση ενός τελικού νοήματος∙ αντιθέτως, εγκαθιστά το ακαθόριστο ως θεμελιώδη ορίζοντα».

Με τη δήλωσή της αυτή η ποιήτρια αλλά και με σχετικά ποιήματα στη συλλογή συνδέει το έργο με τις φιλοσοφικές αναζητήσεις του υπαρξισμού. Αναφέρει τις έννοιες Φαινομενολογία, Είναι, Μηδέν. Ο δρόμος της Φαινομενολογίας άνοιξε στις αρχές του 20ού αιώνα με το έργο του Έντμουντ Χούσερλ (1859-1938). Ο Χούσερλ τοποθετούσε στο κέντρο των ερωτημάτων του την εμπειρία. Εστίασε στα «μικρά πράγματα» τα οποία πίστευε ότι υποκρύπτουν το μυστικό της πραγματικότητας, στην αποστασιοποίηση επίσης. Κατά τη γνώμη του, η αποστασιοποίηση από την παρατήρηση οδηγεί σε στοχασμό επ’ αυτής.

Ο Ζαν-Πολ Σαρτρ (1905-1980), στο βιβλίο του Το είναι και το μηδέν, υποστηρίζει ότι η ύπαρξη προηγείται της ουσίας. Πρώτα υπάρχουμε και μετά, μέσω των επιλογών, των πράξεων και του προβληματισμού, διαμορφωνόμαστε. Τη φιλοσοφία του ονόμασε «υπαρξισμό». «Ο άνθρωπος δεν είναι τίποτ’ άλλο από το σχέδιό του. Δεν υπάρχει παρά μόνον στο μέτρο που αυτοπραγματώνεται. Η βούληση είναι η συνέπεια ενός τέτοιου ‘‘προγράμματος’’. Ο άνθρωπος ξεκινά με το να εκπονεί ένα σχέδιο και ύστερα επιστρατεύει τη θέλησή του πάνω σ’ αυτό» (βλ. εδώ).

Το έργο της Σπυριδούλας Μίχου εμφωλεύει φιλοσοφικές επιδράσεις και αναζητήσεις του υπαρξισμού. Στη λογοτεχνία, συγγραφείς όπως ο Αλμπέρ Καμύ, επηρεασμένοι από τη φιλοσοφία του υπαρξισμού, εξερεύνησαν θέματα αποξένωσης και μοναξιάς, «αναζήτησης του νοήματος σε έναν κόσμο χωρίς προκαθορισμένο σκοπό». Εστίασαν στην ελευθερία και στην ευθύνη, στην ηθική επιλογή, υπογράμμισαν την αναγκαστική (τραγική) ελευθερία του ατόμου να δημιουργήσει τη δική του ουσία μέσω των επιλογών του. Ο Καμύ στράφηκε στην «ανοησία της ύπαρξης». Η ζωή δεν έχει εγγενές νόημα και η εξέγερση είναι η μόνη απάντηση.

Στο έργο της Σπυριδούλας Μίχου, τέχνη και φιλοσοφία έρχονται σε στενή επαφή. Κέντρο των ποιητικών συνθέσεων η εμπειρία, τα μικρά πράγματα, οι στιγμές. Σαν φωτογραφικά στιγμιότυπα τα ποιήματα, κινηματογραφικές σεκάνς, προσκαλούν τον αναγνώστη/την αναγνώστρια σε μια εμπειρία. Χωρίς ωραιοποίηση, αποσιώπηση ή και παρασιώπηση, σχολιάζουν τον χρόνο, τις σχέσεις, τον έρωτα, τη μνήμη. Τα ποιήματα γοητεύουν με την αμεσότητά τους. Δεν διατυπώνουν ένα νόημα. «Τα ποιήματα δεν κλείνουν με λύση», γράφει η ποιήτρια. «Αφήνουν το βλέμμα ανοιχτό. Ούτε ερμηνεία ούτε απλή ανάγνωση, αλλά μια πράξη συμμετοχής στην αδυνατότητα της ερμηνείας».

Θερινό σινεμά

Δεν μου αρέσει.
Έχει ζέστη·
Η ζέστη μου προκαλεί υπνηλία
Κάποιες φορές έχει κουνούπια
Τα ποτά και τα σνακ μυρίζουν έντονα.
Κάθε φορά που είμαι εκεί
Σκέφτομαι πως θα ήθελα να είμαι κάπου αλλού.
Επειδή όμως δεν μπορώ
Επικυρώνω την ύπαρξή μου
Δίνοντάς της πολιτισμική διάθεση
Και έτσι θα έχω λόγω για ασπρόμαυρες ταινίες τις δεκαετίες
του Πενήντα
Και θα ανήκω ακόμα στους ρομαντικούς της πόλης.

Η θεώρηση του εαυτού και των πραγμάτων στην ποίηση της Μίχου επιτελείται μέσα από οξύτατη παρατήρηση, αλλά και υπόγειο χιούμορ και σαρκασμό. Το ποιητικό υποκείμενο υπονομεύει αφηγήσεις περί έρωτος και λογοτεχνικών/πολιτικών κινημάτων, αμερικάνικου ονείρου και παγκοσμιοποίησης, πολέμου, καταναλωτισμού, υπεραγορών. Χωρίς να επιδιώκει την παρηγορία ή την τελεσίδικη ερμηνεία, με λόγο πυκνό και περιγραφικό, θεατρικό, αρέσκεται στη «διαλεκτική του κρυπτού και του αποκαλυπτικού, του σιωπηλού και του ρητού, του ορατού και του αθέατου».

Domnei

Μέσα στο φιλί του Κλιμτ
Ταξιδέψαμε κι εμείς
Για μέρη που δεν θα δεις
Αλλά θα θέλεις να μου πεις.
Σ’ άφησα μια νύχτα που δεν ήθελα να φύγεις
Και δεν ξέρω αν θα έφευγες ποτέ.
Γι’ αυτό έφυγα εγώ
Και έτσι ανάμεσα στους χρόνους
Θα βρίσκω τα κενά
Στην επαναφορά σου
Στον ορισμό σου
Σε ό,τι απέμεινε από αυτό που νόμιζα πως είχα
Σε ό,τι νόμιζα ότι θα γίνω
Και ό,τι τελικά έγινα.

Το ποιητικό έναυσμα, ο ελέφαντας, σχετίζεται με το βάρος της ύπαρξης. Συνιστά «έναν τόπο απουσίας», όπως η ποιήτρια σημειώνει, «έναν “μη-τόπο”, μέσα στον οποίο η γλώσσα συναντά τα όριά της και αναγεννάται».

Ώρα απογευματινή

Μια μέρα πήγα στην Κίνα
Μετά τον ψυχίατρο
Γιατί το λεωφορείο είχε ακινητοποιηθεί
Και ήμουν από αυτούς που δεν κατέβηκαν.
Δεν βιαζόμουν εδώ και χρόνια.
Την ξέρω καλά τη Ζωγράφου.
Και είχε δράκους κόκκινους
Και σινικά τείχη
Και μωβ ουρανούς
Και μικρά σπιτάκια
Και κάψουλες ύπνου
Και μία σημαία της Αμερικής.
Κάπου εκεί κουράστηκα
Και κατέβηκα·
Περπάτησα μέχρι το σπίτι
Ήπια μια κόκα-κόλα
Και επιδεικνύοντας περίσσιο ζήλο
Άρχισα να μετρώ τους κόμπους από το χαλί.

Αυτό που γοητεύει στην ποίηση της Σπυριδούλας Μίχου είναι η εγγραφή του απλού, οι μικρές στιγμές της καθημερινότητας, η θέαση επίσης του κόσμου από τη σκοπιά της ποιητικής προσήνειας, η απουσία μιας σπουδαιοφανούς πόζας, ενός πεποιημένου ύφους. Η ίδια γράφει ότι «η ποιητική συλλογή Ιχνηλατώντας έναν Ελέφαντα είναι εντέλει ένα ποιητικό-οντολογικό εγχείρημα: μια διερεύνηση της απουσίας ως μορφή παρουσίας, μια άσκηση στοχασμού όπου το ποιητικό υποκείμενο και ο αναγνώστης συναντώνται στην ίδια μεθοριακή περιοχή — εκεί όπου η γλώσσα υποχωρεί για να επιτρέψει στο άρρητο να ακουστεί. Στη συλλογή Ιχνηλατώντας έναν Ελέφαντα προσπάθησα να μιλήσω για το βάρος που κουβαλάμε, για τον χρόνο, τις σχέσεις, τη μνήμη, για όσα δεν χωρούν εύκολα στις λέξεις, αλλά ζητούν να ειπωθούν».

Αθήνα-Λονδίνο με ανταπόκριση

Τι ωραία που φαίνονται από ψηλά στο αεροπλάνο
Τακτοποιημένες
Οι ζωές των ανθρώπων!
Πρέπει να πας κάτω
Μες στα σπίτια τους
Για να δεις την τυραννία των τοίχων.

⸙⸙⸙

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου έκτου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη