Όταν η ουσία υπακούει στη φόρμα
Βιντσέντζο Λατρόνικο, Η τελειότητα, μτφρ Δήμητρα Δότση, Loggia, Αθήνα 2025.
Ο σαραντάχρονος Βιντσέντζο Λατρόνικο καταθέτει μια πρωτότυπη μαρτυρία για την ψηφιοποιημένη, ζωή των millennials
Δεν το λες εύκολα μυθοπλασία. Δεν υπάρχουν επεισόδια, ούτε σκηνές. Δεν υπάρχει ίχνος διαλόγου. Εκτός από τους δύο Ιταλούς πρωταγωνιστές –το ζευγάρι Τομ και Άννα–, οικειοθελώς εκπατρισμένους στο Βερολίνο, δεν υπάρχουν άλλοι χαρακτήρες για τους οποίους να μαθαίνουμε κάτι ουσιώδες. Επιπλέον δεν υπάρχει ίχνος αφηγηματικής έντασης. Όλα κυλούν σε ένα ομοιογενές ρευστό, χωρίς ατυχήματα και προσωπικές τραγωδίες, χωρίς εντάσεις [ερωτικές, επαγγελματικές ή άλλες], χωρίς υπαρξιακά διλήμματα και ιστορικές αναγκαιότητες. Εκτός βέβαια κι αν το δράμα αργοσαλεύει κάτω από την ακύμαντη επιφάνεια του βίου, όπως επιδέξια αφήνει να εννοηθεί εδώ κι εκεί ο 40χρονος Βιντσέντσο Λατρίνικο, περιγράφοντας λίγο πολύ τη ζωή του, όπως έχει ο ίδιος δηλώσει.
Οι δύο πρωταγωνιστές είναι digital creators και μοιάζουν να εκπροσωπούν την ευρύτατη κοινότητα των λεγομένων και ψηφιακών νομάδων, που ανήκουν στην λεγόμενη γενιά των μιλλένιαλς και έχουν κάνει το χόμπι τους επάγγελμα. Η ζωή τους ήταν από τα μικρά τους χρόνια ο κόσμος του διαδικτύου, που από μόνος του συνιστούσε, κατά την ίδρυσή του, ένα είδος δημοκρατικής ένταξης, ένα υποκατάστατο διαφοροποιητικής ιδεολογίας σε σχέση με τις απαξιωμένες προηγούμενες γενιές. Ο κόσμος τους είναι αυτός της εικόνας και μέσω της επαγγελματοποίησης του χόμπι τους εξειδικεύονται όλο και περισσότερο στην αισθητική του διαδικτύου, για τους ίδιους και τους πελάτες τους, με το lifestyle να κυριαρχεί. Τα αγγλικά έχουν τον πρώτο αν όχι τον μοναδικό λόγο στη δουλειά τους, ενώ και η κοινωνική τους ζωή σε κλαμπ και εκθέσεις τέχνης, σε μπουργκεράδικα και μοδάτες τσαγερίες εκτυλίσσεται ανάμεσα σε Web developers, online brand strategists, και graphic designers, ενώ επικυρώνουν την ύπαρξή τους στα social media με τον αριθμό των likes, και αδιαφορούν επιδεικτικά για τα τεκταινόμενα στην πατρίδα τους.
Στο ευφυέστατο πρώτο κεφάλαιο έχουμε μια περίτεχνη διαδικτυακή περιγραφή με φωτογραφίες και τα σχετικά ενός διαμερίσματος στο, ταχέως τότε εξελισσόμενο ως κέντρο της Ευρώπης, Βερολίνο. Κουρτίνες και φωτοσκιάσεις, κιλίμια και μαγειρικά σκεύη, άφθονα τροπικά φυτά, χρωματικές λεπτομέρειες και ντιζαϊνάτες δανέζικες πολυθρόνες, δίδυμος χώρος εργασίας όπου θα μπορούν να δουλεύουν ολημερίς ή να επικοινωνούν με τον έξω κόσμο. Ένα σπίτι που υπόσχεται μια δικαιωμένη ζωή σε ένα hype περιβάλλον μακριά από τις παραδοσιακές οικογενειακές και άλλες δομές της πατρίδας τους. Βερολίνο, γιατί όχι Βερολίνο, στον εύκολο, παγκοσμιοποιημένο κόσμο μιας Ευρώπης χωρίς σύνορα και διαβατήρια;
Φυσικά, όπως εξηγεί ο αόρατος αφηγητής, «Οι οικογένειές τους δεν καταλάβαιναν. Η ιδέα της τηλεργασίας ενείχε ήδη κάτι ύποπτο για εκείνους, τους θύμιζε ούτε λίγο ούτε πολύ εκείνα τα απογεύματα της εφηβείας τους μπροστά στον υπολογιστή. Η μετακόμισή τους στο Βερολίνο ήταν από κάθε άποψη ανεξήγητη. Θα το καταλάβαιναν αν έφευγαν επειδή είχαν βρει μια μόνιμη θέση εργασίας, αυτός ήταν άλλωστε κι ο λόγος για τον οποίο οι προηγούμενες γενιές είχαν αντέξει την παγωνιά και το άθλιο φαγητό της τότε Δυτικής Γερμανίας. Υπό αυτές τις συνθήκες, όμως, το έβλεπαν σαν καπρίτσιο, ένα Erasmus εκτός χρόνου».
Σε αυτή τη νέα ζωή υπάρχει χώρος για τη χαρά –για μια απόσυρση στην αναπαυτική πολυθρόνα του τάδε σχεδιαστή, ρουφώντας ηδονικά το απεριτίβο σου και ξεφυλλίζοντας αφηρημένα ένα ειδικευμένο περιοδικό τέχνης, ενώ έξω απ’ το παράθυρο μαίνεται ο γερμανικός χειμώνας. Υπάρχει φυσικά και ο έρωτας, μεταφρασμένος σε «έκαναν σεξ» κατά την επικρατούσα πολιτικά ορθή ορολογία, πάντα μεταξύ των δυο τους, κι ας έκαναν κάποια στιγμή κάνα δυο απόπειρες να εμπλουτίσουν το ρεπερτόριό τους σε προχωρημένα κλαμπ ανταλλαγής ερωτικών συντρόφων, πλημμυρισμένα από παράδοξες εμφανίσεις, γυμνά κορμιά, ρευστά γούστα, καρφιά στα ρούχα και περίεργες κομμώσεις. Όχι, δεν ενέδωσαν. κι ένιωσαν ανακουφισμένοι επιστρέφοντας αμόλυντοι στο ζεστό τους σπίτι.
Οι φίλοι τους είναι όλοι διαδικτυακοί νομάδες, επενοικιαστές, σε απεγνωσμένη αναζήτηση πληροφοριών, στέγης και μηχανισμών ένταξης στην σύνθετη γερμανική γραφειοκρατία [και κοινωνία]. «Η αποσύνθεση των εθνικών χαρακτηριστικών ξεπερνούσε το πεδίο της γλώσσας. Είχαν σταματήσει να διαβάζουν τις εφημερίδες της πατρίδας τους λίγο μετά την άφιξή τους στο Βερολίνο, όταν η σύγκριση με τις αγγλόφωνες είχε φέρει στην επιφάνεια την προχειρότητά τους. Ο πνευματικός τους ορίζοντας διαμορφωνόνταν πλέον από εφημερίδες σαν τους New York Times και τον Guardian που διάβαζαν και οι Έλληνες και οι Ολλανδοί και οι Βέλγοι φίλοι τους. Στον δικό τους κόσμο, οι ομιλίες του Μπαράκ Ομπάμα και οι ένοπλες επιθέσεις στα σχολεία είχαν πιο έντονη παρουσία από τους νόμους που ψηφίζονταν για την τοπική επέκταση του U-Bahn κατά μερικές στάσεις ακόμα ή από τους πνιγμούς στη Μεσόγειο, δυο ώρες αεροπορικώς από εκεί».
Η ζωή τους είναι επομένως τέλεια ρυθμισμένη, στυλάτη, βγαλμένη από φωτοσόπ, χωρίς εξάρσεις και απρόοπτα, με ανταλλακτικό νόμισμα την εικόνα που πουλάνε για τους εαυτούς και τους πελάτες τους. Αποκτούν ακριβά μαγειρικά γούστα και κάνουν συχνά τραπέζια σε φίλους που παινεύουν την ειδική κοπή του βιολογικού κρέατος και το παλαιωμένο σε δρύινα βαρέλια κρασί του Πιεμόντε. Ποστάρουν φωτογραφίες από την βραδιά, διευρύνουν την εν δυνάμει αγορά των πελατών τους, αναρτούν στόρις. Ωστόσο… «Η πραγματικότητα δεν αντέγραφε πάντα κατά γράμμα τις εικόνες», αν και το έκανε συνήθως «το πρωί, όταν η θέα των τοίχων όπως τους έτεμναν οι αχνές ηλιαχτίδες που τρύπωναν μέσα από τις κουρτίνες, τους έφτιαχνε τη διάθεση».
Τα χρόνια περνούν γρήγορα και δεν είναι πια οι έφηβοι που κάνουν το κέφι τους. Κοινότητα δεν συγκροτείται κατά την οποιαδήποτε έννοια του όρου και οι αναμενόμενες επισκέψεις από συμμαθητές και γνωστούς πίσω από τα χρόνια στην Ιταλία, δεν υλοποιούνται, παρά τα όσα θαυμαστικά σχόλια εισπράττουν. Αναπόφευκτα η πλήξη διεισδύει ύπουλα στην Εδέμ τους, το ίδιο και η διερώτηση για τη επόμενη φάση της ζωής τους. Το «δίκτυο» γνωριμιών και επαφών που φτιάχνουν, κάποια στιγμή αρχίζει να ξεφτάει. «Παρατηρούσαν με ένα ολοένα και πιο έντονο συναίσθημα υποκρισίας τη συσσώρευση των likes, τα σχόλια στα οποία οι φίλοι τους ξεδίπλωναν τη ζήλια τους και τους ρωτούσαν πότε θα μπορούσαν να τους επισκεφθούν. Πού και πού, αυτές οι συζητήσεις γίνονταν ανταλλαγές μηνυμάτων, screenshots με τιμές πτήσεων και ερωτήσεις για τη διαμονή. Μόνο που στο τέλος τα σχέδια αυτά δεν υλοποιούνταν ποτέ, κι η Άννα και ο Τομ δεν εξεπλάγησαν που όλους εκείνους τους μήνες δεν ήρθε ποτέ κανείς να τους δει».
Μοναδική ίσως έξωθεν εισβολή της πολιτικής πραγματικότητας στον κόσμο τους, είναι όταν αίφνης η προσφυγική κρίση αρχίζει να απασχολεί τη διεθνή κοινή γνώμη αλλά και την πόλη τους. Χιλιάδες μετανάστες, η ανεκτική πολιτική της κυρίας Μέρκελ, τα ναυάγια στη Μεσόγειο κι οι επαναπροωθήσεις αναπτύσσονται επιδερμικά και εντελώς επιφανειακά, αλλά οι ίδιοι προσφέρονται να βοηθήσουν εθελοντικά βγάζοντας φωτογραφίες και κάνοντας αναρτήσεις ώστε να πιέσουν την κυβέρνηση και τις ΜΚΟ να βοηθήσουν. Μια φωτογραφία ενός πνιγμένου προσφυγόπουλου [μάλλον η γνωστή και σε μας] τους εκτινάσσει σε ακτιβιστές των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Προσφέρουν εθελοντική εργασία σε τμήματα ένταξης, χωρίς να νιώθουν όμως ότι αλλάζουν στο παραμικρό τα πράγματα.
Σύντομα ωστόσο η προσφυγική κρίση σταματά κι αυτή να τους ενδιαφέρει και το ζευγάρι αποφασίζει να ταξιδέψει και να ασχοληθεί με πλατφόρμες στον τομές του τουρισμού. Ο Τομ και η Άννα κάνουν ολοένα και πιο ριζοσπαστικά βήματα στην επιδίωξη μιας αυθεντικότητας και μιας αίσθησης σκοπού που διαχρονικά ξεπερνά τις δυνατότητές τους. Θα μείνουν λίγους μήνες στην Λισαβώνα σε ένα πολλά υποσχόμενο ξενοδοχειακό πρότζεκτ που αποδεικνύεται επισφαλές και πολύ κατώτερο των προσδοκιών τους και λίγο αργότερα στον νότο της Σικελίας, σε ένα άθλιο διαμέρισμα με τα φορτηγά να διασχίζουν τη κοντινή εθνική οδό Γέλα -Συρακούσες. Και εκεί η εικονική πραγματικότητα απέχει πολύ από την πραγματική ζωή κι οι διαψεύσεις θα ακολουθήσουν η μια την άλλη.
Εντέλει από την πλήξη της επαναληπτικότητας θα τους διασώσει σύντομα στο μέλλον η …παράδοση: ένα πλούσιος θείος πεθαίνει και η Άννα θα κληρονομήσει μια φάρμα που θα βαλθούν, μετά την επιστροφή τους στην Ιταλία, να ανακαινίσουν, αξιοποιώντας την κτηθείσα εμπειρία σε οπτικά στυλ, παραλλαγές ευφάνταστων αποχρώσεων, στάβλους που θα μετατραπούν σε χώρους γιόγκα, χαλάρωσης, περισυλλογής και ανάγνωσης, με ειδικές προβολές του έργου τους για τάμπλετ όπου τα παραδοσιακά σάντουιτς με ντόπιο τυρί και βιολογικά αγγούρια θα φιγουράρουν πάνω αριστερά [ή ίσως πάνω δεξιά] στην οθόνη. Κι όλα θα υπακούουν στις επιταγές της τελειότητας. Για πόσο καιρό; Θεωρητικά για πάντα, απαντά το κείμενο.
Με περίτεχνους τρόπους και χωρίς ίχνος ειρωνείας, ο Λατρόνικο καταφέρνει να μετουσιώσει τη ζωή του σε μια νουβέλα όπου μοναδικός ήρωας είναι το ίδιο το διαδίκτυο. Σκιαγραφεί μια υποδόρια σκληρή εικόνα των συνθηκών που οδηγούν στον σύγχρονο κομφορμισμό, «τον πανομοιότυπο αγώνα μιας γενιάς για μια διαφορετική ζωή»: παγκοσμιοποίηση, ομογενοποίηση, διαδίκτυο. Ο συγγραφέας σπάει πολύ έξυπνα την αφήγηση σε Παρελθόν, Παρόν και Μέλλον με τους αντίστοιχους γραμματικούς χρόνους, και παρακολουθεί τους μοναδικούς δύο πρωταγωνιστές στην επαναλαμβανόμενη καθημερινότητά τους σαν ένα ντρόουν να επιστατεί από ψηλά.
Θα μπορούσε να πάει σε μεγαλύτερο βάθος; Πιθανότατα ναι, αν και αυτό ίσως χαλούσε λιγάκι την μίνιμαλ αισθητική του κειμένου. Έτσι κι αλλιώς η Τελειότητα είναι ένα λιτό, σφιχτό, σύγχρονο βιβλίο για το κενό της ύπαρξης, λελογισμένα καυστικό και καμιά φορά συγκινητικό, σε εξαιρετική σημειωτέον μετάφραση της Δήμητρας Δότση. Η ναρκισσιστική διαταραχή που επιτάσσει το μόττο «προβάλλομαι άρα υπάρχω», απειλεί βεβαίως να απολήξει στην αυτοεξόντωση των ηρώων, μπορεί όμως και όχι.
⸙⸙⸙
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: ©Shannon Cartier Lucy. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου πέμπτου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]








