frear

Πωλ Μπέιτι, «Ο Πουλημένος» – κριτική του Μιχάλη Μοδινού

Πωλ Μπέιτι,
Ο Πουλημένος,
μτφ. Νίκος Μάντης,
σελ. 413, ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ 2016

Το ανάθεμα ενός «Νέγρου» στην πολιτική ορθότητα

…όποτε νιώθω μοναξιά αγγίζω το εαυτό μου και σκέφτομαι τα βυζάκια της Τάσα, και το πως η φροϋδική ερμηνευτική δεν έχει εφαρμογή στο Ντίκενς. Ένα μέρος όπου πολύ συχνά το παιδί είναι αυτό που ανατρέφει τους γονείς, όπου τα συμπλέγματα του Οιδίποδα και της Ηλέκτρας είναι απλά, γιατί δεν έχει σημασία αν είσαι γιός, κόρη, θετός γονιός ή ξάδερφος αφού όλοι πηδάνε τους πάντες πατόκορφα και ο φθόνος του πέους δεν υπάρχει

Ο Πουλημένος του πεζογράφου και ποιητή Πωλ Μπέιτι [γεν. 1962] απέφερε  στον συγγραφέα του το Βραβείο Μπούκερ του 2016 κόντρα σε όλες τις πολιτικά ορθές προδιαγραφές που μας καταδυναστεύουν τις τελευταίες δυο δεκαετίες.  Πρόκειται για  ένα αιρετικό, τολμηρό  βιβλίο,  όπου η δουλεία και ο φυλετικός διαχωρισμός επιστρέφουν  οικειοθελώς για να οδηγήσουν τον Νέγρο φορέα τους ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ.Η απόφαση της κριτικής επιτροπής, -η οποία ενέταξε το βιβλίο στην παράδοση του Τζόναθαν Σουίφτ και του Μαρκ Τουέιν- ήταν ομόφωνη. Ο Πωλ Μπέιτι έγινε έτσι ο πρώτος Αμερικανός συγγραφέας που απέσπασε την υψηλότερη  λογοτεχνική διάκριση του αγγλόφωνου κόσμου.  Σημειωτέον πάντως ότι, αν και μεταφρασμένο ευθύβολα από τον Νίκο Μάντη,  δεν είναι διόλου ευκολοδιάβαστο αυτό το μυθιστόρημα. Ούτε είναι περίεργο ότι απορρίφθηκε από ουκ ολίγους έντρομους εκδότες ως προκλητικό και εκτός οποιασδήποτε συγγραφικής νόρμας.

Όταν το βιβλίο βρήκε επιτέλους τον δρόμο του ως τις φιλόξενες αγκάλες ενός μικρού αγγλικού εκδοτικού οίκου, ακόμη και οι θετικοί προς αυτό κριτικοί ομολόγησαν ότι ζορίστηκαν ιδιαιτέρως μέχρι να βρουν τα αναγνωστικά πατήματά τους. Για τον Έλληνα δε αναγνώστη ανακύπτουν πρόσθετες δυσκολίες λόγω του μεγάλου πραγματολογικού φορτίου και  των εντελώς άγνωστων παραμέτρων που παρεισφρέουν συχνά. Δεν παύει ωστόσο να είναι ένα μικρό σατιρικό αριστούργημα – ένα από τα ευφυέστερα βιβλία που έχω διαβάσει ποτέ, ακόμη κι αν με σόκαρε  η αιρετική ανατροπή όλων των κοινότυπων παραδοχών στο πεδίο των περιώνυμων ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Οι ανταμοιβές είναι πολλαπλές. Μία από αυτές είναι το αγνό πλούσιο γέλιο που προκαλεί – αρκεί να διαβαστεί με ανοιχτή καρδιά και υπομονή.

Ας δούμε όμως συνοπτικά το στόρι.  Έχουμε ως αφηγητή έναν πενηντάρη «Νέγρο» (έτσι αυτοαποκαλείται, επαναφέροντας την καταραμένη και προ πολλού  απαγορευμένη αυτή λέξη) που εμφανίζεται ήδη από τις πρώτες σελίδες  του βιβλίου μέσα σε ένα νέφος  μαριχουάνας  ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ στην Ουάσινγκτον. Πρόκειται για την κορύφωση μιας πολυετούς δικαστικής διαμάχης όπου ο ήρωας  κατηγορείται ότι  έχει παραβιάσει το Αμερικανικό Σύνταγμα και ποικίλες ανθρωπιστικές Καταστατικές Χάρτες με πολλούς και διαφόρους τρόπους. Γέννημα -θρέμμα του Ντίκενς, ενός επινοημένου ημιαγροτικού γκέτο στην ευρύτερη περιοχή του Λος Άντζελες,  έχει μεγαλώσει ανασαίνοντας την μυθολογία της απελευθέρωσης των Νέγρων μετά τον Αμερικανικό Εμφύλιο της δεκαετίας του 1860, την έκτοτε διαρκή επέκταση και κατοχύρωση των συνταγματικών δικαιωμάτων και ελευθεριών τους, την αμφίθυμη εφαρμογή του νόμου σε ορισμένες Πολιτείες του Αμερικανικού Νότου, και την κορύφωση των κοινωνικών αγώνων κατά τη δεκαετία του 1960, με γνωστότερο παράδειγμα αυτό του  Μάρτιν Λούθερ Κινγκ. Από την άλλη μεριά έχει βιώσει την διεύρυνση των ανισοτήτων και την κοινωνική αντιπαλότητα μεταξύ των διαφόρων φυλετικών κοινοτήτων που συνθέτουν την  πολυπολιτισμική αμερικανική  κοινωνία, με πιο πρόσφατη εξέλιξη  την δραματική αύξηση του πληθυσμού των λατίνων  (λ.χ. το κεφάλαιο «Γεμίσαμε Μεξικάνους» είναι χαρακτηριστικό της ανάπτυξης του ρατσισμού μεταξύ των μελών της μαύρης κοινότητας).

Με άλλα λόγια, η εγκαθίδρυση της ισότητας ενώπιον του νόμου, δεν έχει αμβλύνει ιδιαίτερα τις κοινωνικές ανισότητες  ούτε έχει προωθήσει την περίφημη κοινωνική ενσωμάτωση. Μαύροι και Λευκοί, Κίτρινοι και Ερυθροί, Εσκιμώοι και Μελανήσιοι  συν οι όποιες μεταξύ τους διασταυρώσεις εξακολουθούν να ζουν στα πλούσια ή λιγότερο πλούσια γκέτο τους, εμφορούμενοι από προκαταλήψεις, ποικίλα φυλετικά στερεότυπα, και επιφυλάσσοντας οι μεν στους δε συγκεκριμένους ρόλους.  Όταν αυτοί οι ρόλοι ανατρέπονται, η προκύπτουσα σύγχυση είναι μεγάλη. Περιπτώσεις όπως του Κόλιν Πάουελ, της Κοντολίζα Ράις, της Καμάλα Χάρις και άλλων λιγότερο γνωστών εγχρώμων που ανήλθαν θεαματικά ως τα ύπατα αξιώματα,  ενίοτε απαρνούμενοι  τη ράτσα τους, σατιρίζονται εδώ ανηλεώς. Η ικανοποίηση από την άνοδο και δικαίωση της φυλής του – όπως συμβολίζεται στο τέλος του βιβλίου στο πρόσωπο του  τότε προέδρου  Μπάρακ Ομπάμα-, όπου η μαύρη κοινότητα πανηγυρίζει για την δικαίωση τόσων και τόσων αγώνων, αποκρύπτει ποικίλες άλλες παραβιάσεις, κοινωνικού, οικολογικού, ταυτοτικού  και φυλετικού τύπου, μας λέει ρητά ο συγγραφέας.

Πριν φτάσουμε ωστόσο εδώ, έχουν συμβεί πολλά.  Και ενώ στην αρχή του βιβλίου ο κατηγορούμενος καθυβρίζεται από έναν νέγρο δικαστή με πανάκριβο Ρόλεξ, σε κάποια άλλη φάση των μακροχρόνιων ακροάσεων, ένας βιετναμικής καταγωγής δικαστής επισημαίνει   ότι η δίκη θα κρατήσει πολλά ακόμη χρόνια, σε πολλά και ποικίλα δικαιακά επίπεδα, καθώς η συνταγματική θεσμοθέτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων δεν απέληξε παρά στην παγίωση μιας ορισμένης κατάστασης, τόσο σε ό,τι αφορά το κοινωνικό στάτους όσο και την αποδοχή του Άλλου. Όλοι βεβαίως ομνύουν πια  υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και κανείς δεν τολμά να χρησιμοποιήσει λέξεις όπως νέγρος,  αράπης, πουτάνα κλπ. ενώ ζητήματα όπως  το φύλλο, η θρησκεία, η σεξουαλική ταυτότητα, η χώρα καταγωγής  κλπ. έχουν γίνει ταμπού. Ωστόσο, επισημαίνει ο δικαστής,   η αλήθεια είναι πως κανείς δεν θέλει να ξυπνήσει ένα ωραίο  πρωί «βαμμένος πράσινος ή ροζ». Άρα, μπορεί ο κατηγορούμενος να παραβίασε τα περισσότερα από τα βασικά άρθρα του Συντάγματος επαναφέροντας την δουλεία, επαναχαράσσοντας επί του εδάφους τα γεωγραφικά όρια της κοινότητάς του και προωθώντας τις αρχές του απαρτχάιντ, -όπως ο φυλετικός διαχωρισμός στα σχολεία και τα μέσα μεταφοράς- αλλά σε κάθε περίπτωση έθεσε ένα υπαρκτό ζήτημα: μήπως οι άνθρωποι δομούν πιο δημιουργικά την προσωπικότητα και τη ζωή τους όταν αυτοαναγνωρίζονται στην ιστορία τους -συλλογική και ατομική- και όχι όταν την παραβλέπουν;

Τον ήρωά μας  έχει αναθρέψει  ο ιδιόμορφος πατέρας του,   ένας άνθρωπος δοσμένος ολόψυχα στην υπόθεση των Μαύρων, ψυχολόγος κατά δήλωσή του. Τον μεγαλώνει ως πειραματόζωο, εφαρμόζοντας πάνω του υποθέσεις εργασίας  που αποδεικνύουν την ανωτερότητα της μαύρης φυλής. Λ.χ. σε παιγνίδια δικής του επινόησης οι Μαύροι(ες) ήρωες και αγωνιστές απεικονίζονται ως πανέμορφοι, αθλητικοί, έξυπνοι  και  ερωτικότατοι ενώ οι Λευκοί το ακριβώς αντίθετο.  Σε αυτά τα αρχέτυπα ανάστροφου ρατσισμού οφείλει να υπακούσει ο δύσμοιρος γιος. Βέβαια,  η καριέρα του πατέρα δεν πάει και τόσο καλά, οι ιδέες του καταληστεύονται από ομοτέχνους (Μαύρους, σημειωτέον), μια λέσχη προβληματισμού που ιδρύει καταλήγει σε ανακυκλούμενες πληκτικές κοινοτυπίες, ενώ ο ίδιος καταλήγει πυροβολημένος από αστυνομικούς όταν υπερβαίνει τα όρια του νομοθετημένου τσαμπουκά.

Όταν ο  ήρωάς μας ενηλικιωθεί, θα  στήσει ένα εξαιρετικά παραγωγικό  αγρόκτημα μέσα στον πολεοδομικό ιστό του γκέτο όπου, εκτός από τα φημισμένα μανταρίνια και ακτινίδιά του, καλλιεργεί και μια έξοχη ποικιλία φούντας. Γίνεται ως εκ τούτου δημοφιλέστατος, ενώ παράλληλα διδάσκεται από τη φύση τις αρχές της γενετικής ποικιλότητας, την ταξινόμηση των ειδών, την καλλιέργεια  ιδιαίτερων ποικιλιών, την βιολογική βελτίωση και άλλα παρόμοια….υποδορίως  ρατσιστικά.   Όταν ένας υπερήλικας φίλος του,  -απόμαχος ηθοποιός β΄ διαλογής- ειδικευμένος στους κλασσικούς ρόλους του έγχρωμου γκαφατζή που οι μέρες του έχουν παρέλθει καθώς το Χόλλυγουντ τον έχει ξεβράσει στα αζήτητα, επιχειρεί να αυτοκτονήσει, ο ήρωάς μας τον διασώζει. Τότε εκείνος προθυμοποιείται  να γίνει δούλος του,  ενδυόμενος  την αρχαία [και οικεία] του  ταυτότητα.

Ο γεράκος νοσταλγεί με άλλα λόγια τις μέρες που ήξερε καλά τον ρόλο του, όταν η κοινωνία ήταν δομημένη, περιγράψιμη και τα αιτήματα της απελευθέρωσης ζωντανά. Μ’ αυτό τον τρόπο επανέρχεται στο Ντίκενς η δουλεία, που περιλαμβάνει,  μεταξύ άλλων, ακόμη    και επιλεκτικά μαστιγώματα.  Σε κάποιες από τις καλύτερες σελίδες του βιβλίου, ο ήρωας αναστοχάζεται τις δυσκολίες που περνούσαν οι πρώην γαιοκτήμονες με τους δούλους τους – κατά κανόνα πονηρούληδες και τεμπαλχανάδες, που τους αρκούσε η  εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης και δεν είχαν  πολλά κίνητρα για βελτίωση της απόδοσης τους στις βαμβακοφυτείες του Νότου. Βλέπει με άλλα λόγια τη δουλεία ως κλασσική δημοσιοϋπαλληλία.

Όπως κα να ‘χει, το πείραμά του  αποδίδει. Οι εθελοντές δούλοι δεν λείπουν. Το ίδιο συμβαίνει με τον φυλετικό διαχωρισμό στα σχολεία που εφαρμόζεται λίγο αργότερα. Επίσης  με την επανεφεύρεση της έννοιας του γκέτο και με  τους Λευκούς να ξαναποκτούν  προτεραιότητα στους δημοσίους χώρους (άλλωστε οι Λευκοί συνήθως ζουν κάπου αλλού). Οι συμμορίες παύουν να έχουν ιδιαίτερο αντικείμενο, η βία κάμπτεται δραματικά, ακόμη και ο έρωτας του ήρωά μας με την παιδική του φίλη και νυν μητέρα τεσσάρων παιδιών αναβιώνει.

Μέχρι βέβαια να συμβούν όλα τα πιο πάνω,  η αμερικανική ιστορία έχει ξεδιπλωθεί μπροστά στα μάτια μας με σύνθετες συνειρμικές παραπομπές και με πολιτισμικά στοιχεία εν πολλοίς άγνωστα στον έλληνα αναγνώστη, -μπασκετμπολίστες, ηθοποιούς, ποιητές του δρόμου  και ράπερ που πιθανότατα δεν έχουμε ξανακούσει όσο ανθρωπίνως καλλιεργημένοι ενδεχομένως είμαστε. Ωστόσο ο διάχυτος σαρκασμός, το εξοντωτικό χιούμορ, η ποίηση μιας γλώσσας «του δρόμου» εν είδει μουσικής παρήχησης και η αναβίωση μιας ενδιαφέρουσας αστικής ανθρωπογεωγραφίας, καθιστούν το έργο αναγνωστική εμπειρία πρώτης γραμμής.

Ως επιμύθιο: Το βιβλίο του Πωλ Μπέιτι  θα ήταν αδύνατο να γίνει αποδεκτό αν είχε γραφεί από Λευκό. Κάτι που αποδεικνύει την  υποκρισία της εγκαθιδρυμένης πολιτικής ορθότητας με βάση την οποία –κατά το επιχείρημα του ίδιου του Πωλ Μπέιτι- η λευκή Δύση αυτολογοκρίνεται ασκόπως και αστόχως. Τα άτομα και τα έθνη είναι η ίδια τους η Ιστορία.

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη