frear

Σκηνοθετώντας μυθικά πρόσωπα – γράφει ο Θοδωρής Σαρηγκιόλης

Κούλα Αδαλόγλου, Ο δρόμος της επιστροφής είναι απόκρημνος, Μελάνι, Αθήνα 2022.

Η Κούλα Αδαλόγλου διακονεί την ποίηση από το 1982 και με την πρόσφατη συλλογή αθροίζει εννέα ποιητικά βιβλία. Παράλληλα έχει εκδώσει μία συλλογή διηγημάτων και δύο μελέτες.

Ο τίτλος, που τον συναντάμε σε δύο ποιήματα, είναι εύστοχος. Συμπυκνώνει το θέμα της συλλογής και μας προϊδεάζει για την πολυσημία της ποίησής της. Χτίζει το ποίημα σκηνοθετώντας μυθικά πρόσωπα με ισχυρό αποτύπωμα στη συλλογική μνήμη. Ενισχύει τη μνημονική λειτουργία με συμβολικές μορφές, που με το ιδιαίτερο πρόσωπό τους εικονοποιούν τον λόγο της και ως οικεία γίνονται ευπρόσδεκτα από τον αναγνώστη.

Κατορθώνει να φτιάξει έναν κόσμο, όπου το αναπάντεχο πάει χέρι-χέρι με το συνηθισμένο και το τετριμμένο δημιουργώντας σπινθήρες, που στον καταληκτικό στίχο εκρήγνυνται, φωτίζοντας το σκηνικό.

Η πρώτη ενότητα, με τίτλο «Η αμφίθυμη πολυσημία της Ιθάκης», απαρτίζεται από δέκα ποιήματα, δύο εκ των οποίων είναι τριμερή.

Εδώ η ποιήτρια πραγματεύεται την επιστροφή του ξενιτεμένου στο σπίτι του, δηλ. του Οδυσσέα και της υπομένουσας ή υπομονετικής Πηνελόπης. Συνειρμικά οδηγούμαι στο ποίημα «Ο γυρισμός του ξενιτεμένου», του Γιώργου Σεφέρη από το Ημερολόγιο καταστρώματος, Α’. Σ’ αυτό το διαλογικό ποίημα ο ξενιτεμένος (θα μπορούσε να είναι ο Οδυσσέας) συνομιλεί με έναν φίλο του, απευθύνοντάς του συνεχώς ερωτήσεις για τις αλλαγές που βλέπει στην πατρίδα του. Οι διαψεύσεις διαδέχονται η μία την άλλη και καταλήγουν στην πικρή διαπίστωση πως όλα έχουν αλλάξει, έχουν χαθεί «οι εικόνες που είχε αναθρέψει κάτω από ξένους ουρανούς».

Στο εισαγωγικό ποίημα με τίτλο «Μια καθημερινότητα» η Κούλα Αδαλόγλου σκηνοθετεί, σε τρεις πράξεις, την κατάσταση του Οδυσσέα στο σμίξιμό, μετά την πολύχρονη απουσία του, με την Πηνελόπη, που παλινδρομεί μεταξύ τρυφερότητας, οίκτου και τρόμου, «Σαν να ʼθελε να κερδίσει τον χαμένο χρόνο», αλλά «την παιδεύει πάντα κάποια απομάκρυνση./ Προσδοκά έναν άλλο νόστο / επί ματαίω. // Εκείνος βέβαια ξέρει / πόσο ο δρόμος της επιστροφής είναι απόκρημνος.» (σελ. 12)

Στην προσπάθεια να γεφυρωθούν οι αποστάσεις δημιουργούνται εικόνες επιθυμητές, αλλά μια αντηλιά προσγειώνει το ποιητικό υποκείμενο: «Πόσο να ακυρωθούν οι συντεταγμένες. / Μικρές ξυραφιές στο πρόσωπο / οι επίμονες κλήσεις βάϊμπερ.» (σελ. 15). Και συνεχίζει στο επόμενο ποίημα να αναζητά μιαν «οσμή ζωής» προσφέροντας στο φως του απογεύματος τσάι, ποτό και μπουκιές σοκολατένιες για να σμίξουν μέσα από παλιές φωτογραφίες τα σώματα. «Οι νόστοι (όμως) γίνονται με πολλούς τρόπους / με αναταράξεις και σκαμπανεβάσματα.» (σελ. 19 ).

Στη δεύτερη ενότητα, «Παλινδρομήσεις, τρόπον τινά», η ποιήτρια κινείται ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν, στο οικείο και το ξένο, στη συνάντηση και την απομάκρυνση. Η χαρά του ταξιδιού προσγειώνεται στο σκληρό έδαφος της πραγματικότητας. Και «αναρωτιέται αν η προσέγγιση / θα είναι άφιξη ή αναχώρηση» (σελ. 25) και συνεχίζει με ερώτηση: «θα ματαιωθούν οι πτήσεις, ανακοινώνεται, / και τώρα; πώς θα έρθουν τα αποδημητικά;» (σελ. 26 ).

Η αγωνία για τον Τηλέμαχο μεταπίπτει σε σύγχυση. Η εκούσια αποδημία ομοιώνεται για την μάνα-Πηνελόπη με μια σύγχρονη Οδύσσεια και την διχάζει. «Έχω χαθεί ανάμεσα σε μιαν Ιθάκη / και στη μεγάλη νήσο της Εσπερίας.» (σελ. 30).

Η ωριμότητα του ποιητικού υποκειμένου αντιπαλεύει και καταφέρνει ν’ αποδεχθεί την τραχιά και δύσκολη απομάκρυνση με τη στωϊκότητα και την ανεξαργύρωτη αγάπη, φιλτράροντας επιθυμίες και ματαιώσεις, παραμένοντας πικρά τρυφερή. Και τώρα πια προτιμά να πετά μέσα της. «Θα ταξιδεύω πάντα με έκτακτο δελτίο θυέλλης. / Ούτε μπρος ούτε πίσω. / Σε μια πορεία απεγνωσμένη / να εκλιπαρώ την τρυφερότητα.» (σελ. 36).

Η ποιήτρια-μητέρα φτιάχνει «Στρογγυλεμένα παραμύθια» για να οδηγήσει τον γιο-Τηλέμαχο σε μια ουτοπία, περνώντας από την παράθεση καθημερινών αντικειμένων, γεγονότων, εικόνων, που στον καταληκτικό στίχο του ποιήματος η ρεαλιστική, ερωτηματική παραδοχή: «Έτσι κι αλλιώς πόσες αλήθειες κρύβει το αληθοφανές;» (σελ. 39), κλείνει άρτια τους προηγούμενους αφηγηματικούς στίχους.

Στο ποίημα «Της ξενιτιάς» (σελ. 42) η ποιήτρια αποδίδει το κλίμα του ζόφου που βιώσαμε την περίοδο της πανδημίας, όπου «τα αντισηπτικά απέτυχαν να απολυμάνουν / την επιφάνεια της μνήμης.» και κλείνει, εν μέσω καλοκαιριού, με τη διατύπωση: «μια τραχειοτομή ελπίδας / όνειρο προεξαγγελτικό / να μην ασφυκτιώ στην έγκλειστη αντισηψία.» Στο ίδιο κλίμα και το ποίημα «Τότε που σπάει τον φεγγίτη ένας στίχος» (σελ. 43).

Στο «Σημείωμα», προτελευταίο της συλλογής, ένα ελεγχόμενος, τρυφερός λυρισμός οδηγεί πάλι σε μια κατάληξη, όπου η Πηνελόπη παρακαλεί τον σύντροφό της Οδυσσέα και τον γιο της Τηλέμαχο να δείξουν τα πρόσωπά τους: «Γλυκιά η βραδιά. / Μην ανάβεις φως Οδυσσέα. / Τηλέμαχε, γύρνα επιτέλους ένα πλάνο ανφάς / όλο χαμόγελο …» (σελ. 45).

Στη «Διαφυγή – Μια απόπειρα» (σελ. 46) επιχειρεί την έξοδο από τη δύσκολη σχέση ομολογώντας όχι την παραδοχή μιας ήττας, αλλά την αναστοχαστική πορεία: «δεν γυρεύω πλέον τη φυγή / είναι καιρός να αναμετρηθώ με το δικό μου βάθος.»

Εδώ η Κούλα Αδαλόγλου κλείνει τον κύκλο της αναμέτρησής με τις ουτοπικές προσδοκίες της από τις σχέσεις και, ώριμη πια από αυτή την εμπειρία, οδηγείται σε μιαν αναμέτρηση με τον βαθύτερο εαυτό της, ελπίζοντας σε μια λυτρωτική κατάσταση, μιαν αναγέννηση.

⸙⸙⸙

[Το κείμενο διαβάστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου στην Έδεσσα (αίθουσα του παλαιού Παρθεναγωγείου, στις 21 Οκτωβρίου 2023. Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: ©Luigi Ghirri. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη

%d bloggers like this: