frear

Μια ελεύθερη ανάγνωση στην ποιητική συλλογή του Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη «Γυναικών τε» – γράφει ο Νίκος Προσκεφαλάς

Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης, Γυναικών τε, εκδ. Εύμαρος, Αθήνα 2023.

«Ὅλοι σέ λένε κατευθείαν ἄγαλμα,
ἐγώ σέ προσφωνῶ γυναίκα κατευθείαν.»

Σε αυτά τα ποιητικά πεζά του Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη μία και μόνη ηρωίδα πρωταγωνιστεί. Η γυναίκα στη διαχρονία της. Η γυναίκα που όλες κι όλοι την γνωρίζουμε προτού να την γνωρίσουμε, που της μιλήσαμε προτού να της μιλήσουμε, αφού είναι η μήτρα που μας έφερε τυφλούς κι ανυποψίαστους στον κόσμο, δίχως να ξέρουμε πως αυτό το κλάμα που μας συνόδεψε, όταν μας έκοψαν τον ομφάλιο λώρο, θα μας ακολουθούσε συνεχώς σαν ποτάμι σιωπηλό και συχνά στους άλλους αθέατο.

Και κάπως έτσι, με αυτό το κλάμα πρωτοαγαπήσαμε όλοι τη μάνα μας. Το πρώτο τρυφερό μας είδωλο, το χάδι και την αναπνοή της, τον παλμό και το χαμόγελό της, τον αναστεναγμό και το βλέμμα της, τον έπαινο και την απογοήτευσή της. Κι αρχίσαμε ως άνδρες σιγά σιγά να μεγαλώνουμε και να κοιτάζουμε γύρω μας τον κόσμο κάπου εκεί, στα τρυφερά χρόνια της παιδικότητας, μαγεμένοι από τοπία και από ανοιξιάτικα λιβάδια γεμάτα με παπαρούνες. Κοιτάζαμε τα κορίτσια και νομίζαμε πως θα πετάξουμε. Πως θα βγάλουμε φτερά, πως θα νικήσουμε και την βαρύτητα.

«Μόνο στη θάλασσα, στο κενό και στην αγάπη η απουσία της βαρύτητας».

Γιατί πόση βαρύτητα να αντέξει η ζωή μας και πόσο καιρό να μένουν ναρκωμένα τα φτερά μας;

Και καθώς μεγαλώναμε έγινε λίγο λίγο η άνοιξη η πιο αγαπημένη εποχή μας. Και ο χρόνος δεν μας απασχολούσε, ούτε ως διάσταση, ούτε ως μέτρο της φθοράς μας. Μια αθώα παιδική εγκατάλειψη στις μεταμορφώσεις της αγάπης, αυτή μόνο μας δονούσε, μας έτρεφε, μας καθοδηγούσε. Το καταλαβαίναμε, το ξέραμε μέσα μας κι ας μην το παραδεχόμαστε πως είμαστε παιδιά ερώτων, πως τον κουβαλάμε στον νου, στην καρδιά και στα σκέλια μας. Κι η μάνα μας δίπλα να μας παρακολουθεί σιωπηλά, ανήσυχα κι αμήχανα, αφού ήξερε πως κάποια στιγμή το φουστάνι της θα γίνει το πανί μας και θα μεταναστεύσουμε για άλλες αγκαλιές. Και ας επέμενε εκείνη σε παραμύθια και νανουρίσματα.

Αλλά όσοι μεγαλώσαμε σαν παιδιά της σιωπής, κοιτάζοντας με χάσκον στόμα και βλέμμα το μέσα μας φως και το σκοτάδι, κοκκινίζαμε στο πρώτο βλέμμα κοριτσιού, λατρέψαμε άπαξ και διαπαντός την γυναίκα, υποκλιθήκαμε με δέος και θαυμασμό μπροστά της, γίναμε τελικά ένα με τις παπαρούνες του Χατζημωυσιάδη.

«Από τότε ένα μπουκέτο παπαρούνες θα μαζεύεται για σένα θα προσφέρεται σε κάποια άλλη και στο τέλος θα καταλήγει στο κομοδίνο της μαμάς.»

Ο έρωτας είναι εκστατικός. Αν δεν είναι, τότε δεν είναι τίποτα. Ερωτεύεσαι παναπεί μόνο τον εαυτό σου. Γίνεσαι ξαφνικά ένα αυτοείδωλο και καθρεφτίζεσαι ακκιζόμενος στις όχθες της λιμνούλας σου, νομίζοντας πως νίκησες και δεν περιμένεις ούτε υποψιάζεσαι τον χείμαρρο που καραδοκεί να σε παρασύρει. Και που αποκλείεται να τον γλιτώσεις. Γιατί ο έρωτας δεν συγχωρεί. Θα σε επισκεφθεί. Και κάπως έτσι θα βρεθείς να παλεύεις με τα ορμητικά νερά του Ηράκλειτου, εσύ ο αυτάρκης και ήσυχος, ο κολυμβητής, o σοφός, ο φιλόσοφος, ο μέντορας. Θα χάσεις με άλλα λόγια τα νερά σου, το έδαφος κάτω από τα πόδια σου. Θα γίνεις «λιμενεργάτης, δρομέας μεγάλων αποστάσεων, δύτης ανεξερεύνητων υδάτων…», αλλά πάντα «γίνεσαι περισσότερος από ό,τι είσαι». Δίνες, στροβιλισμοί, ανωφέρειες, κατωφέρειες ναυάγια, όλα τα έχει το πεδίο το αόριστο κι απεριόριστο του έρωτα. Και πάντα ο κνησμός της ψυχής που δεν αγαπήθηκε ποτέ, που βίωσε μόνο την ερημιά, την μοναξιά, το τραύμα, την παντοκρατορία του σκοταδιού, εκείνου του αξημέρωτου σκοταδιού, χωρίς αγάπη.

Ο Χατζημωυσιάδης κατανοεί βαθύτατα την ιερότητα του έρωτα σε μια εποχή μάλιστα αποϊεροποίησης, μηχανοποίησης ή εκλογίκευσης του αισθήματος και νομίζω πως δεν αστοχεί. Κατανοεί την πίστη και την λατρεία που υποδεικνύει στον ερωτευμένο ο έρωτας και που ξεπερνά τον χώρο, τον χρόνο, την αμείλικτη αίσθηση φθοράς. Συνειδητός αγνωστικιστής ο ίδιος, είτε ως ποιητής είτε ως ποιητικό υποκείμενο, αντιλαμβάνεται πως ο έρως είναι η πιο ασφαλής οδός που σε χειραγωγεί τρυφερά προς μια προσωπική θεογνωσία εξόχως αποκαλυπτική.

«Υπήρξα για δεκαετίες αγνωστικιστής. Καμιά λογική στήριξη δεν έβρισκα για το αντίθετο. Μέχρι που γνώρισα εσένα. Εν οικώ Θεού διατελεί ο πιστός όπου κι αν διακονεί την πίστη του. Θέλω να πω δεν σ’ έβγαζα απ’ το μυαλό μου».

Αλλά το πρόβλημα δεν είναι τι κάνεις με τον έρωτα, είναι τι κάνεις με την απώλειά του. Γιατί δεν ξέρω, κι αμφιβάλλω δηλαδή αν ξέρει κανείς, ποιος έρωτας κρατά για πάντα ή τι είναι αυτό που τον κρατά ζωντανό, ή ποιες μεταμορφώσεις υφίσταται μέσα στον χρόνο ή αν γίνεται τέλος πάντων να ερωτεύεται κανείς αέναα και να μην πεθαίνει. Δύσκολες ερωτήσεις, δύσκολες απαντήσεις.

«Σε είδα τις προάλλες από μακριά κι έκανα αναστροφή να φύγω. Δεν υποφερονται οι τυπικές σου καλημέρες. Στον απόηχό τους σβήνουν τα τελευταία αγκομαχητά μας».

Ίσως τελικά να κάνουμε λάθος, πολύ μεγάλο λάθος αν θέλουμε να δώσουμε ορισμούς και όρια με τις λέξεις μας σε αισθήματα κι εμπειρίες που λεκτικά δεν μπορούν να περιγραφούν. Καμιά φορά οι λέξεις μας σκοτώνουν τα αισθήματα, τα φυλακίζουν ή τα δολοφονούν στραγγαλίζοντάς τα.

«Γιατί να δώσω οπωσδήποτε ένα όνομα στο αίσθημα», μου έλεγε πρόσφατα αγαπημένη φίλη σε μια σχετική συζήτηση, «αφού περιλαμβάνει τόσα πολλά και αφού είναι ένα σύμπαν ολόκληρο, που προσπερνά τις λέξεις». Συμφώνησα. Κι έμεινα να θαυμάζω τον τρόπο που σκέφτεται κάποιες φορές η γυναικεία ψυχή, αυτόν τον παραπληρωματικό τρόπο μιας συνολικής αγαπητικής αγκαλιάς, που ξεπερνά τα στενά πλαίσια ενός και μόνου ρόλου. Κι ίσως χρειάζεται τελικά να μένει ανώνυμο ή απροσδιόριστο το αίσθημά μας, να μας καθοδηγεί ήρεμα, απαλά, να μας συντροφεύει και σιωπηλά να μας τρέφει.

«Όποιος αγαπά αληθινά, αγαπά για πάντα», έγραφε ο Ευριπίδης κι αν πορευόμαστε τυφλοί και αδαείς στην αγάπη, είναι ίσως γιατί μας τυφλώνει το φως της. Επομένως, σύμφωνα με τον τραγικό ποιητή, ακόμα και στην απώλεια η αγάπη, ο έρωτας, η στοργή, η προστασία, η θυσία, η σταύρωση παραμένει διαρκώς μια φωτεινή πυγολαμπίδα.

«Θυμάμαι ότι φοβόσουνα τις νύχτες. Ιδού λοιπόν οι πυγολαμπίδες της δικής μου μνήμης. Ελπίζω να φωτίζουν τα σκοτάδια σου.»

Το βέβαιο είναι πως ο έρωτας μας μεταμορφώνει, μας ξαναβαφτίζει ανθρώπους, όταν δεν ταυτίζεται με μια νοσηρή κτητικότητα, με μια αυτονομημένη, τόσο αντιερωτική εντέλει, αυτοϊκανοποίηση ενός αρχέγονου ενστίκτου. Ένας έρωτας δηλαδή όπου ξεγυμνώνονται οι ψυχές κι όχι απαραιτήτως τα σώματα. Αυτός ό έρωτας ο εκστατικός μοιάζει, σκέφτομαι, με το σκυλάκι που το κλωτσάς κι εκείνο έρχεται σου γλείφει τα πόδια. Κι όσο εσύ συστέλλεσαι τόσο εκείνος διαστέλλεται και γίνεται η συνουσία μυστική και σπάει τη φυλακή του χρόνου, της φθοράς και του θανάτου.

Αλλά όταν ο έρωτας γίνεται κτητικός, όταν μεταμορφώνεται σε τυφλό πάθος μιας απόλυτης κατοχής, τότε μέσα από ένα αδειανό πουκάμισο παίρνει σάρκα στους αιώνες το τραγικό πρόσωπο της Ελένης. Σαν σκιά εμφανίζεται η Ελένη, η μία, η ίδια και μοναδική στην ουσία της, με τις μύριες υποστάσεις της μέσα στους αιώνες και στις εποχές. Κι η ομορφιά της, η περιλάλητη, που υμνήθηκε από ποιητές και καλλιτέχνες παντός είδους έγινε η αχίλλειος πτέρνα της, η συμφορά και η κατάρα της. Την ύμνησαν, την δόξασαν σκοτώθηκαν για χάρη της για να την ξεσκίσουν μετά να την ενοχοποιήσουν, να την σέρνουν αιωνίως υπόλογη, αιωνίως καταδικασμένη. Παραπίσω, άλλοτε κρυφή, άλλοτε φανερή, αλλά πάντα ολοζώντανη μια πατριαρχία που συνεχώς διαιωνίζεται με ένα μαχαίρι προτεταμένο, αναπαράγοντας τον εαυτό της μέσα από σκοτωμούς και εγκλήματα της γυναικείας υπόστασης και φύσης.

Μαζί της, αυτό που διαιωνίζεται διαρκώς μέσα στους αιώνες και που είναι προφανώς απότοκό της είναι εκείνο το πρωτογενές αίσθημα που παραλύει νου καρδιά και αισθήσεις όταν το βιώσεις και φωλιάζει στις ψυχές των γυναικών. Ο φόβος. Πορεύεται διαρκώς πια φοβισμένη η γυναίκα, διαρκώς υποταγμένη. Στον ερωτικό της σύντροφο βλέπει έναν δυνάμει δολοφόνο, ένα σκοτεινό υποκείμενο, που απειλεί κάθε φορά να την στραγγαλίσει, ένα βιαστή, ένα κτήνος με ανθρώπινα χαρακτηριστικά

«Ποιους βιαστές αναγνωρίζεις ρε Ελένη, ακόμα και στο πιο αθώο βλέμμα μου;»
«Ποιον εφιάλτη βλέπεις μπροστά σου;»

Κυκλάμινα, ρόδα, χρυσάνθεμα μεμιάς εξαφανίζονται. Το μόνο που επιπλέει είναι μαύρο, πηχτό αίμα. Δεν μένει λοιπόν παρά ένα και μόνο χρέος στον συγγραφέα, στον καλλιτέχνη, στον ποιητή εν προκειμένω, που γράφει με σπαραγμό κι οδύνη. Να καταγράψει αυτή την κραυγή. Να την κάνει λέξη, εικόνα, τραγούδι, στίχο. Όχι για να ξεγελάσει τη συνείδησή του, ούτε για να αναπαύσει τις ενοχές για τα εγκλήματα του φύλου του. Αλλά μόνο και μόνο μήπως με τη δική του την προτροπή, με το δικό του το έναυσμα ακουστεί καθαρά η γυναικεία διαμαρτυρία, η θηλυκή κραυγή.

«Σηκώνεται η αυλαία. Στρέφεις τριγύρω σου το βλέμμα και κοιτάς σιωπηλή. Στέκομαι χιλιετίες τώρα και περιμένω να μιλήσεις».

⸙⸙⸙

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: ©Margaret Olley. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη

%d bloggers like this: