frear

Για το «Ψηφιδωτό, προ πάντων» της Ανθούλας Δανιήλ – γράφει η Αγάθη Γεωργιάδου

Ανθούλα Δανιήλ, Ψηφιδωτό, προ πάντων, πρόλογος Κωνσταντίνος Μπούρας, Νίκας, Αθήνα 2021.

Aπό το ελάχιστο φτάνεις πιο σύντομα οπουδήποτε
(Ο. Ελύτης, «Γυμνός, Ιούλιο μήνα»)

Ένα μπουκέτο από λεπτεπίλεπτα λογοτεχνικά άνθη είναι το δεύτερο βιβλίο της Ανθούλας Δανιήλ Ψηφιδωτό, προ πάντων, ένα βιβλίο που αναδεικνύει τη δύναμη της γραφής της και την ποιητικότητα της ύπαρξής της. Αν η λογοτεχνία είναι τελικά συνυφασμένη με τη ζωή μας, τότε η ζωή της συγγραφέως μοιάζει με ένα μωσαϊκό από υπέροχα θεάματα, λυρικά ακούσματα, όμορφη ποίηση, ωραίες ευωδιές, λαμπερές εικόνες, αγάπη για τους άλλους, χαρά και αισιοδοξία για τη ζωή.

Ο τίτλος του βιβλίου συνομιλεί με τον Οδυσσέα Ελύτη και συγκεκριμένα με το ποίημά του «Ψαλμός και ψηφιδωτό για μιαν Άνοιξη στην Αθήνα» από τη συλλογή Ετεροθαλή. Ο αγαπημένος ποιητής της Δανιήλ έχει την τιμητική του και σ’ αυτό το πόνημά της, αφού, άλλωστε, και η ίδια παραδέχεται πως «Αν δεν ήταν Εκείνος ίσως ποτέ να μην είχα γράψει…» («Αντί επιλόγου»). Σε κάθε δρόμο ή παρακαμπτήριο που ακολουθεί, ο Ελύτης βάζει τον «τίτλο» ή ένα μότο με κάποιους στίχους του στη βόλτα της.

Το βιβλίο αποτελείται από δύο μέρη. Το πρώτο μέρος περιλαμβάνει πέντε ενότητες κειμένων, τα οποία έχουν δημοσιευτεί σε έντυπα ή ηλεκτρονικά περιοδικά («Tων Κήπων», «Tης Αθήνας», «Tης Μουσικής», «Tης Καραντίνας», «Tης Εικονικής Πραγματικότητας») και το δεύτερο δύο ενότητες («Ανταποκρίσεις-Συνομιλίες» και «Tης Μυτιλήνης»). Όλα μαζί συνιστούν προ πάντων ένα ενδιαφέρον και πολύχρωμο ψηφιδωτό που απευθύνεται σε όλες τις αισθήσεις του αναγνώστη. Όπως αναφέρει στην εισαγωγή του βιβλίου της η συγγραφέας, «Το δορυφορικό κεφάλι μου, σαν τεράστιος αχινός, κοιτάζει γύρω για να συλλάβει ό,τι κινείται στην περιφέρεια με άπειρα μάτια…», αφού «Όλα μου μιλούν και όλα μαρτυρούν. τα πρόσωπα, οι τόποι, οι δρόμοι, οι κήποι, με ποίηση, εικόνες, μουσική».

Έτσι, σαν μια χαρούμενη και ζωηρή μελισσούλα, φτερουγίζει από τόπο σε τόπο κι από εποχή σε εποχή και τρυγάει το μέλι από παντού, όπου υπάρχει και όπου δεν υπάρχει. Σ’ αυτή την περίπτωση το δημιουργεί η ίδια με ανακλήσεις στο παρελθόν, με εικόνες που συνειρμικά έρχονται στο μυαλό της, με εξορύξεις από τον τεράστιο θησαυρό των διαβασμάτων της όχι μόνο από τον χώρο της λογοτεχνίας αλλά και απ’ όλες τις επιστήμες. Σαν καλή μαθήτρια, που σίγουρα υπήρξε, συνεχίζει να μελετά, να ερευνά, να αναζητεί, να μαθαίνει και να διδάσκει κι εμάς να παρατηρούμε, να ακούμε, να ξεχωρίζουμε την Ομορφιά όπου κι αν βρίσκεται και να κοιτάμε μακρύτερα, πέρα από το κάδρο όταν η εικόνα που βλέπουμε μας πληγώνει με την ασχήμια της. Γι’ αυτό και τα κείμενα του βιβλίου δεν αποτελούν μόνο μια περιπλάνηση στον χώρο και τον χρόνο, αλλά κι ένα καταστάλαγμα γνώσης και σοφίας, υποδεικνύοντάς μας ταυτόχρονα κι έναν τρόπο βίωσης της ζωής μέσα από την Τέχνη, την μόνη αλάθητη οδό. Ars longa, vita brevis, λοιπόν, και με αυτό το ρητό ως πυξίδα, όλα τα κείμενα του βιβλίου αποτελούν, κατά την έκφραση της συγγραφέως, «ανάσες σε όλες τις παραλλαγές της Τέχνης». Και αλλού στο βιβλίο μάς καλεί να αρκεστούμε στην αιωνιότητα της τέχνης, παρόλο που μας λυπεί ο «βραχύς βίος». Ας μας παρηγορεί, τουλάχιστον, «η μακρά τέχνη».

Προεξάρχουσα μεταξύ των τεχνών στο βιβλίο είναι η Ποίηση με πλήθος διακειμενικές αναφορές σε μείζονες και ελάσσονες νεοέλληνες ποιητές, όπως τον Ελύτη, τον Σεφέρη, τον Σολωμό, τον Κάλβο, τον Παλαμά, τον Άγρα, ακόμα και σε άγνωστους ποιητές, όπως τον Γιάννη Αλύτη-Βόμβα, το έργο του οποίου εξετάζεται σε ξεχωριστή ενότητα του βιβλίου. Με παρόμοια άνεση η Δανιήλ κινείται και στο αρχαίο δράμα (ιδίως στον Ευριπίδη) και τη λυρική ποίηση, με ξεχωριστή αγάπη στη Σαπφώ.

Το Ψηφιδωτό αρχίζει με την έξοχη από άποψη ποιητικότητας και λυρισμού ενότητα «Των κήπων». Ξεχωρίζω το πρώτο κείμενο με τίτλο «Πάνω σ’ ένα ξένο δέντρο», που παραφράζει τον στίχο του Σεφέρη «Πάνω σ’ ένα ξένο στίχο», με αναφορά σε μια εικόνα με ένα δέντρο που την «άρπαξε σαν το σφαχτό στο τσιγκέλι», καλώντας την να το χαϊδέψει, να αισθανθεί την ερωτική αγκαλιά του και να ανακαλύψει τον εαυτό της και τον προορισμό της. Κι από τον πίνακα αυτό, με εκφράσεις που συναντάμε σε όλο το βιβλίο, όπως «Και τότε θυμήθηκα…» , «Και τότε σκέφτηκα…», ανακαλεί στίχους, μουσικές, στιγμές, συγγραφείς, καλλιτέχνες, φράσεις από βιβλία, μεταφέροντάς μας σε άλλους κόσμους. Κι αν μια εικόνα ήταν η αφορμή για να μιλήσει για τον έρωτα της για τη φύση, το κείμενο της «Ένας κήπος στην ταράτσα» δεν αποκαλύπτει μόνο τη φυσιολατρική της διάθεση αλλά και μια άλλη μεγάλη αγάπη της, την Αθήνα. Με γλώσσα λογοτεχνική, χυμώδη, ρέουσα περιγράφει την ομορφιά των ταρατσών της Αθήνας, παρά το τσιμέντο που τις στεφανώνει. Εστιάζοντας στις πολυκατοικίες από την πράσινη όαση μιας ταράτσας, η Ανθούλα δεν βλέπει το γκρίζο τους, αλλά το βλέμμα της κινείται περιμετρικά στους γύρω λόφους, τον Υμηττό, την Πεντέλη, την Πάρνηθα, το Ποικίλον όρος και το Αιγάλεω. Για το καθένα έχει και μια ιστορία να μας διηγηθεί, όπως και για τις λεωφόρους που διασχίζουν το σώμα της Αθήνας και για τη θάλασσα στη νότια πλευρά της. Και το κείμενο κλείνει με μια συναισθηματική αποστροφή της συγγραφέως στην πόλη της: «Όμορφη μου Αθήνα, ό,τι κι αν πούνε οι κακοί, ό,τι κι αν καταμαρτυρήσουν οι επήλυδες, ο μύθος σου είναι μεγάλος, δεν θα τον καταργήσουν».

Ένα από τα ομορφότερα κείμενα όχι μόνο της πρώτης ενότητας αλλά και όλου του βιβλίου είναι «Η παραλία μου…», μια πανέμορφη, ειδυλλιακή περιγραφή της διαδρομής που οδηγεί σ’ αυτό τον ιδιωτικό παράδεισό της, εκεί όπου «αναβαπτίζεται κι ανανεώνεται». Και όμως αυτό που έλκει την προσοχή της δεν είναι ποτέ μόνο το τοπίο, αφού το τοπίο είναι για τη Δανιήλ συνυφασμένο με τους ανθρώπους που το ζωντανεύουν. Αυτό που ομορφαίνει την παραλία της είναι οι άνθρωποι που συχνάζουν εκεί, όπως εκείνη τη μέρα που μια «ανθοδέσμη από παιδιά», δωδεκάχρονα περίπου, χαίρονταν τον ήλιο και τη θάλασσα, εξερευνούσαν το τοπίο, χόρευαν και φάνταζαν στα μάτια της (τα κορίτσια) σαν μικρές Αφροδίτες. Η συναισθηματική πληρότητα που αισθάνεται σ’ αυτές τις περιπτώσεις ισοδυναμεί με αυτήν του παραδείσου: «Ένας ψαράς, μέσα στο κόκκινο βαρκάκι του, εξακολουθεί να γεμίζει το δίχτυ του με μικρά ψαράκια για το τηγάνι. Μια μαμά με το παιδάκι της, μια κοπέλα, δύο κοπέλες, δύο τρεις άντρες κι η θάλασσα απέραντη μπροστά μου κυματίζει. Και εγώ πολιορκημένη από τα μπλε του ουρανού και της θάλασσας διερωτώμαι, Θεέ μου, ήσουν στ’ αλήθεια εκεί κρυμμένος ή το φαντάστηκα;».

Κοντά σε αυτή την ειδυλλιακή παραλία βρίσκεται και ο άλλος παράδεισός της, το σπίτι της στην εξοχή, ένα κατάλευκο σπίτι στη ταράτσα του οποίου ατενίζει όλο τον κόλπο και τον θόλο του ουρανού με το αγαπημένο της φεγγάρι («Κολάζ καυτού Ιουλίου, 2016»). Κάθε εικόνα γύρω της ανάβει μια μαγική σπίθα μέσα της. Έτσι καθώς καθαρίζει με το λάστιχο στη μικρή της αυλή τα μπιρμπιλόνια της πασχαλιάς «που κατρακυλούν σαν μεγάλα φουσκωμένα ρεβίθια», νιώθει σαν να χορεύει βαλς του Σοστακόβιτς ντυμένη με λευκή μακριά τουαλέτα. Μόνο που το κατρακύλημά των μπιρμπιλονιών δεν έχουν μόνο γοητευτική επενέργεια σ’ αυτήν. Της προκαλούν και μελαγχολικές σκέψεις για τις γενιές των ανθρώπων που πέφτουν σαν τα “ησιόδεια φύλλα”: «Φύλλο κι εγώ, γυναίκα τοπίο, γυναίκα πρόσωπο, γυναίκα βιβλίο, διαβασμένο, αδιάβαστο, δύσκολο, αντιφατικό, σταθερό, ευμετάβλητο, πεισματικό, ακούραστο μέσα στην αλλαγή, κυκλοθυμικό, που ανεβαίνει ή κατεβαίνει τον δρόμο, ασθμαίνοντας αλλά και χοροπηδώντας, παίζοντας και σπουδάζοντας, επιθυμώντας, ελπίζοντας, αφαιρώντας του θανάτου ό,τι μπορεί, συνεχίζοντας τον αγώνα τον δίκαιο».

Κι ενώ η ενότητα «Tων κήπων» αποτελεί μια περιδιάβαση σε χώρους, η ενότητα «Tης Αθήνας» είναι μια μετατόπιση στον χρόνο και τις εποχές, από το φθινόπωρο στην άνοιξη και το καλοκαίρι. Η ιδιαίτερη προτίμηση της Δανιήλ στην άνοιξη φαίνεται στο ότι της αφιερώνει έξι από τα δώδεκα κείμενα της ενότητας. Όλη, άλλωστε, η προσωπικότητα της Ανθούλας Δανιήλ, για όσους την γνωρίζουμε προσωπικά, ακτινοβολεί μια διαρκή ανθισμένη άνοιξη. Ξεχωρίζω ανάμεσά τους το κείμενο «Φλόρα Μιράμπιλις», όπου η συγγραφέας «ντυμένη Άνοιξη», μια μέρα ζέστη και ποιητική πλημμύρισε με τις αναμνήσεις από τα νεανικά της χρόνια και τον πρώτο έρωτα της ζωής της: «Χέρι με χέρι· και πέρασε η Άνοιξη και ήρθε το Καλοκαίρι και πάλι και πάλι και πέρασε η Ζωή, μαδώντας ίσκιους από κυπαρίσσια».

Θαυμαστή είναι και η ενότητα «Της μουσικής», στην οποία η συγγραφέας περιγράφει με απίστευτη γνώση και μουσική ευαισθησία τις εξαίσιες μουσικές που παρακολούθησε στο Ηρώδειο, στο Ίδρυμα Σταύρου Νεάρχου, σε Δημοτικά Θέατρα κ.ά. Ακούσματα υψηλής αισθητικής, όπερες, συμφωνίες, τζαζ. Ιδίως στο «Take five» μας παρασύρει με τους ήχους της τζαζ στον δικό της φανταστικό στροβιλισμό στην πίστα των υπερωκεανίων, όπου έπαιζε με την ορχήστρα του ο μαέστρος Νίκος Τσολάκης. Με την ευκαιρία αυτή μας παρουσιάζει πλήθος σπουδαίων βιρτουόζων της τζαζ καθώς και σημαντικές ταινίες που επενδύθηκαν με αυτή τη μουσική. Αλλά και οι περιγραφές από διάσημες όπερες, όπως ο Ορφέας στον Άδη του Όφενμπαχ, ο Κουρέας της Σεβίλλης του Ροσίνι κ.ά., καθώς και οι αναφορές σε κλασικούς συνθέτες, όπως ο Μπετόβεν, ο Μάλερ, ο Ντεμπισί, ο Στραβίνσκι, αλλά και ο χορογράφος και χορευτής Μπεζάρ κ.ά., μας γοητεύουν και μας κάνουν να αισθανθούμε τη δύναμη που ασκεί η μουσική στον άνθρωπο.

Στην ενότητα «Της καραντίνας» η Ανθούλα Δανιήλ αντιμετωπίζει με στωικότητα την απουσία προσωπικών επαφών και φιλημάτων. Ακόμα και σ’ αυτή τη δύσκολη περίοδο αποκούμπι της είναι η Τέχνη. Ξεχωρίζει η ερμηνεία του προφητικού φιλιού των εραστών με ένα μαντίλι στο στόμα του Μαγκρίτ, που το αναλύει μέσα από το πρίσμα ποικίλων θεωριών (φροϋδικής, νιτσεϊκής, χριστιανικής).

Σημαντική και πρωτότυπη στο βιβλίο είναι η ενότητα «Της εικονικής πραγματικότητας», η οποία συνδέεται με την απομόνωση της καραντίνας λόγω της πανδημίας, αφού, μένοντας στο σπίτι, η εικονική πραγματικότητα γίνεται η μόνη πραγματικότητα των ανθρώπων. Στο κείμενο «Μια βόλτα απ’ έξω» η Δανιήλ δεν κρύβει τους ενδοιασμούς της για το επίπεδο ψυχαγωγίας που προσφέρει η τηλεόραση. Στο ίδιο κείμενο, η βόλτα της στην εικονική πραγματικότητα μας προσφέρει σημαντική τροφή για σκέψη, όπως γιατί δεν πρέπει να κόβουμε τα μεγάλα δέντρα ή, με αφορμή την 9η Συμφωνία του Μπετόβεν μια έναστρη νύχτα, μας θυμίζει το Lucevan le stelle, την άρια της Κάλλας στην Τόσκα του Πουτσίνι αλλά και τον έναστρο ουρανό του Βαν Γκογκ και το Μεσάνυχτα στο Παρίσι του Γούντυ Άλλεν.

Το βιβλίο συμπληρώνεται με μελέτες, άρθρα και συνεντεύξεις της συγγραφέως, καθώς και με την ενότητα «Της Μυτιλήνης» με αναφορά σε πνευματικούς δημιουργούς της Λέσβου.

Συνολικά, το Ψηφιδωτό, προ πάντων, είναι ένα πλούσιο βιβλίο, που δεν μας προσφέρει μόνο τις ψηφίδες γνώσης, προβληματισμού και θαυμασμού που γεννιούνται στη συγγραφέα κατά την περιδιάβασή της στο άστυ ή την εξοχή, αλλά αποτελεί κι έναν πραγματικό ύμνο στη ζωή. Η Ανθούλα Δανιήλ πετυχαίνει να μεταγγίσει και σε μας τους αναγνώστες της μέσα από αυτό την αγάπη της για την ποίηση, τη μουσική, τη ζωγραφική και τις άλλες τέχνες, την Ομορφιά ευρύτερα, και να μοιραστεί μαζί μας την ανεξάντλητη αισιοδοξία και καλοπροαίρετη διάθεση που τη διακρίνουν ως προσωπικότητα, αλλά και την ελπίδα της στον Άνθρωπο και τη δύναμη του πνεύματός του.

⸙⸙⸙

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Εdouard Βoubat. Δείτε τα περιεχόμενα του πέμπτου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη

%d bloggers like this: