frear

Το παράδοξο και το ονειρικό, με ενάργεια στη γλώσσα – γράφει η Κούλα Αδαλόγλου

Ευσταθία Δήμου, Κλέφτες+αστυνόμοι, εκδ. Γκοβόστη, Αθήνα 2020.

Την Ευσταθία Δήμου τη γνωρίζω από την ιδιαίτερη ποίησή της και από διηγήματα που δημοσίευε σε περιοδικά. Είναι η πρώτη φορά που διαβάζω συγκεντρωμένα διηγήματά της σε συλλογή, είναι η πρώτη συλλογή διηγημάτων της άλλωστε.

Στα διηγήματα πρωταγωνιστεί το παράδοξο. Το ένα πρόσωπα χωνεύει μέσα στο άλλο. Σαν μια πολυπρισματική πραγματικότητα που κρύβει πολλαπλές περσόνες του ίδιου υποκειμένου. Με την αφήγηση να κρατά το ενδιαφέρον του αναγνώστη και να το κορυφώνει στο τέλος. Με εσάνς μυστηρίου, έντονη κάποιες φορές.

Δώδεκα διηγήματα, από τα οποία τα πέντε είναι μικροαφηγήσεις. Τα υπόλοιπα έχουν την κανονική φόρμα του διηγήματος, όχι πολύ εκτεταμένα. Με πολύ καλή γραφή και στις δύο μορφές.

Τον τελευταίο καιρό εκδηλώνεται η προτίμηση στις μικροαφηγήσεις, από συγγραφείς και αναγνώστες. Και πράγματι έχουμε πολύ καλά ή και εξαιρετικά δείγματα μικροαφηγήσεων. Συχνά νιώθω πάλι την ανάγκη, προσωπικά, της ευρύτερης αφήγησης, της πλοκής με τις λεπτομέρειές της, που θα με πάρει από το χέρι και θα με οδηγήσει στη λύση μέσα από μια ευρύτερη αφηγηματική διαδικασία. Που θα με κρατήσει κοντά στα πρόσωπα και στα προβλήματά τους περισσότερο από ένα λεπτό. Με μαστοριά πεζογραφική. Χωρίς κοιλιές και πλατειασμούς, αλλά με το ξεδίπλωμα της ιστορίας. Αυτό το ένιωσα στα περισσότερα από τα ευρύτερα διηγήματα της Δήμου. Όπως και το ξάφνιασμα στις μικροαφήγησεις της.

Στη γραφή της μπερδεύεται το πραγματικό με το φανταστικό, το εδώ με το επέκεινα, το ρεαλιστικό με το υπερρεαλιστικό και το μαγικό – μαγικός ρεαλισμός. Πάντα με ενάργεια στη γλώσσα και καλό σκιτσάρισμα των προσώπων. Με χιούμορ, πότε φανερό και πότε λανθάνον, κάποτε μαύρο χιούμορ. Όπως στην περίπτωση της αρχαιολόγου Αφροδίτης που σταδιακά μεταμορφώνεται, έστω με την υποβολή των σκέψεων του συναδέλφου της Τέλη, στην Αφροδίτη της Κνίδου.

Η Νίκου ένιωσε μια ζάλη να την κυριεύει και, ασυναίσθητα, ακούμπησε σε ένα από τα παρακείμενα αγάλματα. Αμέσως ένιωσε την παλάμη της να παγώνει. Το κρύο διαπέρασε το χέρι της και απλώθηκε σε ολόκληρο το κορμί της. Κρύωνε σύγκορμη […]

Έκανε μεταβολή να φύγει μα τα πόδια της δεν την ακολουθούσαν. Ένιωσε τον αρχαιολόγο να γέρνει προς το μέρος της με τη γνωστή του μυστικοπάθεια. «Και κάτι ακόμα… Τέλης είναι το χαϊδευτικό μου», είπε ψιθυριστά. «Το κανονικό μου όνομα είναι Πραξιτέλης…». Έβγαλε από την τσέπη του το πανί, την σκούπισε απαλά στον ώμο και χάθηκε στη σκάλα που οδηγούσε στο υπόγειο του μουσείου.

(«Η Αφροδίτη της Κω», απόσπασμα, σ. 22-23)

Με την ευρηματική εναλλαγή ρόλων σε ένα ζευγάρι, στο ερωτικό «Βάλε καφέ». Ή με την αινιγματική απάντηση της γιαγιάς στην εγγονή της, στην πεισματικά επαναλαμβανόμενη ερώτηση της εγγονής «ξέρεις ποια είμαι;». Της ερώτησης-ελέγχου για την πνευματική υγεία της γιαγιάς, που φθίνει.

Δεν κατάλαβα ποτέ τι πραγματικά ήθελε να πει η γιαγιά μου με εκείνο το «εγώ». Το πιθανότερο είναι να αναφερόταν στον εαυτό της και όχι σε μένα. Δεν αποκλείεται όμως να είδε σε μένα τον εαυτό της με τον ίδιο τρόπο που βλέπω κι εγώ εμένα στην εγγονή μου. Κι ας στραβομουτσουνιάζει η νύφη μου, όταν το λέω.

(«Η γιαγιά», σ. 65)

Με περίτεχνο τρόπο προχωρά η αφήγηση στο διήγημα «Μια ωραία πεταλούδα», και ο αναγνώστης παρακολουθεί βήμα βήμα την κάπως σκοτεινή εξέλιξη, ως την τελική ανατρεπτική, ίσως αλλόκοτη λύση:

Μια ξαφνική ριπή αέρα με σήκωσε και με έφερε πάνω σ’ αυτό εδώ το λουλούδι. Είδα το Νικηφόρο να απομακρύνεται. Το στιλπνό του τρίχωμα άστραφτε στο φως της μέρας. Λίγα μέτρα πίσω μου άκουσα μια κοριτσίστικη φωνή. «Μαμά, κοίτα τι όμορφος γάτος! Α, και μια ωραία πεταλούδα, κοίτα την, φαίνεται σαν ασημένια», αναφώνησε, δείχνοντας την ουρά μου, το μόνο πράγμα που απόμεινε από μένα ύστερα από τη χθεσινή νύχτα. Ο Νικηφόρος έτρεξε και τρίφτηκε στα πόδια της.

(«Μια ωραία πεταλούδα», σ. 84-85)

Υπερρεαλιστικά στοιχεία και μαγικός ρεαλισμός.

Να επισημάνω το επίσης περίτεχνα οργανωμένο «Συνάντηση παραλίγο», στο οποίο ο αναγνώστης παρακολουθεί με αγωνία την παράξενη περιπλάνηση της αφηγήτριας, που έχει μια κατάληξη θετική αλλά επίσης αναπάντεχη, μέσα σε ένα κλίμα ονειρικό.

Εξαντλημένη όπως ήμουν δεν είχα την παραμικρή όρεξη να κάνω πως την πιστεύω. «Πού μένεις; Οι γονείς σου πού είναι;» συνέχισα θέλοντας να ξεμπερδεύω μαζί της. Έκπληκτη την είδα να δείχνει προς το σπίτι και έπειτα να με προσπερνά και να φεύγει. «Πού πας;», της φώναξα, «Έλα δω». «Πρέπει να φύγω», μου απάντησε μα νάζι. «Να γίνω εσύ». («Συνάντηση παραλίγο», σ. 77)

Η αφήγηση πρωτοπρόσωπη ή τριτοπρόσωπη, με εμβόλιμους διαλόγους – αλλά και ένα διήγημα που εξελίσσεται μόνο με διάλογο, η μικροαφήγηση «Κλέφτες κι αστυνόμοι», ομώνυμη με τον τίτλο της συλλογής.

Η Ευσταθία Δήμου υποβάλλει στον αναγνώστη μιαν άλλη πραγματικότητα. Και τον βοηθά να κοιτάξει τον κόσμο από μιαν άλλη οπτική, αιφνιδιαστικά γοητευτική, λιγότερο ή περισσότερο απροσδόκητη, λιγότερο ή περισσότερο πιθανή, αλλά πάντα αναπάντεχα συναρπαστική.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: Axel Krause. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly