frear

Για το βιβλίο της Κατερίνας Λιάτζουρα «Κρεμμυδαποθήκη» – γράφει η Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη

«Γιατί η ζωή μας θέλει! Αληθινούς και ολόκληρους στο εδώ και τώρα, και ει δυνατόν λυτρωμένους για να μπορέσει ν’ ανθίσει στη βίωση της χαράς και της αγάπης που αποτελούν την πεμπτουσία της.»

Η Ποίηση, όπως και κάθε δημιουργική έκφραση μέσω τέχνης ενέχει θεραπευτικές ιδιότητες, καθώς μέσα από τη φαντασία, τις μεταφορές και εικόνες, τους υπαινιγμούς, το άρρητο, το ανερμήνευτο και το μαγικό, μέσα από λέξεις και νεολογισμούς, προσφέρει δυνατότητα εξωτερίκευσης και μοιράσματος, δίνει μορφή και ονοματίζει τον ανθρώπινο ψυχικό πόνο ωθώντας τον προς τη λύτρωση.

Διαβάζοντας την νέα ποιητική συλλογή της Κατερίνας Λιάτζουρα μου έρχονται στο νου οι στίχοι του Κωνσταντίνου Καβάφη «Εἰς σέ προστρέχω Τέχνη τῆς Ποιήσεως,/ πού κάπως ξέρεις ἀπό φάρμακα· / νάρκης τοῦ ἄλγους δοκιμές, ἐν Φαντασίᾳ καί Λόγῳ», (Κ.Π. Καβάφης, «Μελαγχολία τοῦ Ἰάσωνος Κλεάνδρου ποιητοῦ ἐν Κομμαγηνῇ· 595 μ.Χ.»: Κ. Π. Καβάφης, Ποιήματα, Ίκαρος,1969, σ. Β 24)».

Στην τρίτη ποιητική συλλογή της με τίτλο από το ομώνυμο ποίημα, Η κρεμμυδαποθήκη (εκδ. Βακχικόν, Αθήνα 2020) η ποιήτρια θυμάται, ξύνει πληγές και τραύματα, εκφράζει αισθήματα ματαίωσης και απώλειας, μιλά για τον θάνατο και τον έρωτα συνδέοντας τα με τόπους.

Η ποιήτρια μας προϊδεάζει με τη φωτογραφία της που κοσμεί το εξώφυλλο, όπου βλέπουμε ένα μοναχικό και δίχως παράθυρα περίκλειστο οικοδόμημα και ένα ανηφορικό και ζικζακοτό μονοπάτι να χάνεται σε χαλάσματα και μας γεννάται το ερώτημα για το ασαφές και άγνωστο πέρας της διαδρομής, όπως και το πέρας της διαδρομής μας στο χρόνο άλλωστε. Μας προϊδεάζει επίσης με το ποίημα «Αντί προλόγου», όπου στον σκοτεινό ουρανό, το ποιητικό υποκείμενο αντιτείνει θρηνητικό θυμό για να δροσιστεί και ν’ αναδυθεί η ψυχή ανακουφισμένη και υγρή. Παραθέτω στίχους του ποιήματος:

σκοτείνιασες και πάλι ουρανό
απειλητικό άστραμμα φωτίζει
σκοτάδι θυμού με κεραυνούς να
καταπραΰνει κάψα και εγώ να
δροσίσω πίκρα στόματος να ξεπλύνω
κορμί από χώμα να αναδυθεί
μυρωδιά υγρής ψυχής

Οι περισσότεροι τίτλοι των ποιημάτων αναφέρονται σε τόπους, δρόμους και τοπωνύμια, τα οποία συμβολίζουν βιωμένες προσδοκίες και ματαιώσεις, μνήμες πληγές και απώλειες. Ο Λαύκος ονοματίζεται συνειρμικά με κοράκια, σ. 10. Η Εύβοια με ψευδαισθήσεις, σ. 12. Τα Σούδενα με δέντρα, σ. 17. Το ποίημα «Κάπου στις γειτονιές της Στουτγκάρδης» συμβολίζει την παιδική ανεμελιά κι αθωότητα σε στιγμές ευτυχίας. Η «Οδός Αβάντων» συμβολίζει χαλάζι προδοσίας και κατάρρευσης οχυρών, σ. 29. Το τοπωνύμιο «Έξω Παναγίτσα ή η ανηφορίτσα» συμβολίζει το στέρεμα των λέξεων από οδύνη, «Στέρεψαν οι λέξεις», σ. 32. Στο Πολύδροσο με παραισθήσεις μιας κηδείας, σ. 18, η ποιήτρια μας καταθέτει ένα συγκλονιστικό θρηνητικό ποίημα, που ο λυγμός και η έντασή του παραπέμπουν σε μοιρολόι της λαϊκής μας παράδοσης. Γράφει:

Στολισμένος με μυρωδάτους λεμονανθούς, κοιμάσαι γαληνεμένος.
Σε μεταφέρουν στα χέρια τους σμαραγδένια ξωτικά, πανέμορφα
λαμπερά πλάσματα της λίμνης. Προχωρούν με σταθερό βήμα
αφήνοντας ίχνη πάνω στην υγρή άμμο, για να σε ακολουθήσω εγώ που
θρηνώ. Διάφανες νεράιδες κρατούν μαύρα κεριά στα εύθραυστά τους χέρια…

Απώλεια όπως θάνατος, «Ποια από τις δυο μας πεθαίνει;» διερωτάται το ποιητικό υποκείμενο για να συνεχίσει με συντριβή και θρηνητικό θυμό «Για όλα έρχεται η γαμημένη η ώρα.». Θρήνος απώλειας καλυμμένος πίσω από θυμό για το τετελεσμένο και ασύλληπτο του θανάτου αγαπημένου προσώπου. Οι προαναφερόμενοι στίχοι είναι από το πεζόμορφο ποίημα «Λαύκος ή τα κοράκια», αφιερωμένο στη μνήμη της συνονόματης γιαγιάς της ποιήτριας, της Κατίνας. Παραθέτω απόσπασμα:

«Το κρύο είναι τσουχτερό απόψε. Σε διαπερνά όπως ο κάθε Λαύκος, όπως ο κάθε θάνατος. Η πλατεία σε αποχαιρέτησε στροβιλίζοντας τα πλατανόφυλλά της. Στρώμα υπόκωφων ήχων στο πέρασμά μου. Κάνει κρύο μέσα στην εκκλησία. Είμαστε παγωμένες, Κατίνα. Η καμπάνα ηχεί πένθιμα. Ποια από τις δυο μας πεθαίνει; Το χώμα μυρίζει μούχλα. Καιρό είχε να αεριστεί. Να που ήρθε η ώρα. Για όλα έρχεται η γαμημένη η ώρα.

Τα κοράκια δεν βλέπουν την ώρα να αποδημήσουν.
Το Πήλιο φόρεσε τα γιορτινά του. (σ. 10).

Μέσα από 30 πεζόμορφα ποιήματα και ένα σε ελεύθερο στίχο η ποιήτρια ξεδιπλώνει τον βιωμένο πόνο ματαιώσεων και απωλειών. Με λεκτική καθαρότητα και αλήθεια, όπου ο θάνατος ονοματίζεται με τ’ όνομά του και με αφηγηματικό και λιτό ύφος εμποτισμένο από πικρούς χυμούς θυμού και οδύνης χαρτογραφεί το τραύμα συνδέοντάς το με τοπωνύμια και τόπους της βιοτής της. Ο νοηματικός και συναισθηματικός τόνος των ποιημάτων εμπλουτίζεται και μεγιστοποιείται με διακειμενικές αναφορές, όπως στον Μπουκόφσκι, στον Σαρτρ, στον Πεσσόα, στον συντοπίτη Σκαρίμπα, στον Καββαδία, «Πλατεία Φριζή», σ. 13, καθώς και με παρομοιώσεις από την χλωρίδα π.χ. και μεταφορές μέσα από τοπωνύμια, τόπους ή οικήματα, όπως το κομβικό ποίημα «Η κρεμμυδαποθήκη» που εκφράζει το ασύλληπτο και αβάσταχτο του θανάτου από τη μια και το ποθητό και αφόρητα δύσκολο παιχνίδι της ζωής, του έρωτα και της αγάπης από την άλλη.

Όμως στο ποίημα «Η κρεμμυδαποθήκη» ανοίγει παράλληλα και κάποια χαραμάδα για βίωση του ποθητού. Όπως η νύχτα γεννά το φως, όπως η οδύνη απαλύνει το τραύμα, έτσι και η δίψα για ζωή και εγγύτητα, με τη δύναμη του έρωτα γεννούν την επιθυμία, την προσδοκία, το όνειρο και κομίζουν υποσχέσεις, δύναμη και ομολογία να μεταμορφώσουν την περίκλειστη Κρεμμυδαποθήκη από αχούρι, σε απαστράπτον κτίσμα ασβεστωμένο με ασβέστη καρδιάς και ανοιχτά ανατολικά παράθυρα, «Και ένα γεράνι κόκκινο, να φυλάει με τις ρίζες του της αποθήκης το κλειδί.», σ. 39. Το ποίημα αποτελεί επίσης ένα σπαρακτικό κάλεσμα για αμοιβαίο άπλωμα των χεριών κι αγκάλιασμα.

Ναι, αυτό είναι το ποθητό, η πραγμάτωση και η ολοκλήρωση μέσα από το Άλλον, το άπλωμα του χεριού μας για εγγύτητα κι έρωτα, με την προϋπόθεση βεβαίως να έχουν επουλωθεί αρκούντως τα τραύματα και με την ελπίδα βεβαίως να είναι εκεί για ν’ ανταποκριθεί το άλλο χέρι…

Η κρεμμυδαποθήκη, ωστόσο, αποτελεί κυρίως κραυγή μιας συνθήκης ματαιώσεων και βιωμένου θρήνου σε διαδικασία. Ποιός είπε εύκολο το πλησίασμα άλλωστε… παράλληλα όμως το ποιητικό υποκείμενο παφλάζει επιθυμία για ζωή, για αυτοπραγμάτωση, παφλάζει με εγγενές πείσμα, με βεβαιότητα σχεδόν να ψάξει την άκρη της διαδρομής μέχρι το τέρμα.

Στην τρίτη ποιητική συλλογή της η Κατερίνα Λιάντζουρα συνεχίζει μαχητική και πιο ώριμη, μας αγγίζει με καθαρό και παλλόμενο ποιητικού λόγο, εκφράζει θρηνητικά αισθήματα ματαίωσης και απώλειας και ονοματίζοντας τον βιωμένο ψυχικό πόνο τον ωθεί προς τη λύτρωση. Γιατί η ζωή μας θέλει! Αληθινούς και ολόκληρους στο εδώ και τώρα, και ει δυνατόν λυτρωμένους για να μπορέσει ν’ ανθίσει στη βίωση της χαράς και της αγάπης που αποτελούν την πεμπτουσία της.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: Léon Spilliaert. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly