frear

Αναζητώντας και τη δική της ταυτότητα – του Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη

Αν Ένραϊτ, Η συγκέντρωση, μτφρ. Αύγουστος Κορτώ, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα, 2018.

H Αν Ένραϊτ (Anne Enright, 1962- ) είναι Ιρλανδή συγγραφέας η οποία έως τώρα έχει δημοσιεύσει δοκίμια, διηγήματα και μυθιστορήματα. Στα κείμενά της, διερευνά τα γνωστά θέματα, όπως η οικογένεια, η αγάπη, η ταυτότητα και η μητρότητα. Είναι παντρεμένη και έχει δύο παιδιά, έναν γιο και μια κόρη. Τα γραπτά της έχουν εμφανιστεί, κατά καιρούς, σε διάφορα γνωστά λογοτεχνικά περιοδικά, όπως τα The New Yorker, The Paris Review και Granta. Η συγκέντρωση (The Gathering), είναι το μυθιστόρημα του 2007 με το οποίο κέρδισε το Βραβείο Booker, τον ίδιο χρόνο, κάπως τυχαία και απροσδόκητα, είναι αλήθεια. Παρ’ όλο που έλαβε ως επί το πλείστον ευνοϊκές κριτικές μετά την πρώτη του δημοσίευση, οι πωλήσεις ήταν μέτριες προτού ανακηρυχτεί ως ένα από τα έξι βιβλία στη λίστα των Βραβείων Μπούκερ, τον Σεπτέμβριο του 2007. Μετά το βραβείο, φυσικά, οι πωλήσεις υπερδιπλασιάστηκαν σε σύγκριση με το διάστημα πριν απ’ αυτό.

Το μυθιστόρημα περιγράφει το εσωτερικό ταξίδι της αφηγήτριας, με σκοπό να αντλήσει νόημα από παρελθόντα και παρόντα γεγονότα και διαδραματίζεται, γεωγραφικά, στην Ιρλανδία και την Αγγλία. Ο τίτλος του αναφέρεται στην κηδεία του Λίαμ Χέγκαρτυ, ενός αλκοολικού που έχασε τη ζωή του στη θάλασσα του Μπράιτον, στη νότια Αγγλία. Η μητέρα του και τα οκτώ από τα εννέα παιδιά των Χέγκαρτυ, που βρίσκονται εν ζωή, συγκεντρώνονται στο Δουβλίνο για να τιμήσουν τη μνήμη του. Ο αφηγητής του μυθιστορήματος είναι η, τριάντα εννέα ετών, αδελφή του, Βερόνικα, που βρισκόταν πιο κοντά στον Λίαμ, η οποία περιπλανάται μέσα στην ταραγμένη ιστορία της οικογένειάς της, σε μια προσπάθεια να κατανοήσει κάποιες κρυφές λεπτομέρειες που σχετίζονται με τον θάνατό του. Πιστεύει ότι ο λόγος για τον άκρατο αλκοολισμό του και ο οποίος φυσικά τον οδήγησε στο θάνατο, έγκειται σε κάτι που του συνέβη στην παιδική του ηλικία όταν έμεινε στο σπίτι της γιαγιάς του και αποκαλύπτει άβολες και ενοχλητικές αλήθειες για τις πολλές και διαφορετικές πτυχές της ιστορίας της πολυμελούς οικογένειά της.

Υπάρχουν πολλά ενδιαφέροντα γεγονότα στο πορτραίτο της Βερόνικα και των άλλων μελών της οικογένειας των Χέγκαρτυ, όπως και η πραγματική και φανταστική σχέση μεταξύ του Λάμπερτ Νάτζεντ και της Έϊντα, στο ταξίδι της Βερόνικα στα διάφορα στάδια της μελαγχολίας, η περιφρόνηση που αισθάνεται η Βερόνικα προς τη μητέρα της, πώς η Βερόνικα αργά αλλά σταθερά αποκαλύπτει γεγονότα και μνήμες που έχουν ξεχαστεί από καιρό ή καταπιέστηκαν λόγω της σεξουαλικής κακοποίησης που, πιθανότατα, υπέστη ο αδερφός της, Λίαμ, και πώς τελικά η Βερόνικα επηρεάζεται από την αυτοκτονία του αδελφού της. Όλες αυτές οι δυνατότητες είναι ενδιαφέρουσες, επειδή λειτουργούν σε συνεργασία με το κείμενο και επιτρέπουν στον αναγνώστη να σκεφτεί τι είναι πραγματικότητα μέσα στους χαρακτήρες του μυθιστορήματος. Ο τρόπος, με τον οποίο η συγγραφέας δημιουργεί αυτήν την οικογένεια, είναι ελαττωματικός, αλλά ταυτόχρονα πολύ συναρπαστικός, τουλάχιστον για σημαντική μερίδα αναγνωστών. Έτσι, το μυθιστόρημα είναι γεμάτο με διαφορετικούς πιθανούς τρόπους ερμηνείας του υλικού το οποίο η Ιρλανδή Αν Ένραϊτ παρουσιάζει στον αναγνώστη. Οι πτυχές του αντίκτυπου που έχει η σεξουαλική κακοποίηση στη Βερόνικα, είναι σημαντικές, αλλά εξίσου είναι πολύ ενδιαφέρον να δούμε πώς επηρεάστηκε η Βερόνικα από την αυτοκτονία του Λίαμ και τον τρόπο με τον οποίο το γεγονός αυτό την αναγκάζει να επανεξετάσει αρκετά καταπιεσμένα γεγονότα της παιδικής της ηλικίας, ώστε να επέλθει η επιθυμητή κάθαρση. Ίσως κοιτάζοντας πίσω, στις αναμνήσεις της παιδικής της ηλικίας, η Βερόνικα είναι ικανή πλέον να επαναπροσδιορίσει την αληθινή της ταυτότητα και έτσι να γίνει η μητέρα, η σύζυγος και η ολοκληρωμένη γυναίκα, σε τελική ανάλυση, που προσπαθεί απεγνωσμένα να είναι. Η Αν Ένραϊτ, χρησιμοποιεί με τέχνη και έξυπνα το μυαλό της Βερόνικα για να δημιουργήσει εκείνες τις αναμνήσεις που εμπεριέχουν μια παραμορφωμένη εικόνα της πραγματικότητας, όπως άλλωστε αποτελεί και κάθε ανάμνηση του ευφάνταστου μυαλού ενός μικρού παιδιού.

Anne Enright

Η Αν Ένραϊτ, συγγραφέας του βιβλίου αυτού με πρωτότυπο τίτλο The Gathering, γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Ιρλανδία, και τα θέματα που χρωματίζουν τα μυθιστορήματα και τις διηγήσεις της είναι σαφώς «ιρλανδικά». Στη Συγκέντρωση, η Αν Ένραϊτ δημιούργησε μια μεγάλη οικογένεια που συνδέεται με πολλές και διαφορετικές προσωπικότητες και την ίδια στιγμή με επώδυνη θλίψη. Η Βερόνικα, ο αφηγητής του μυθιστορήματος, είναι τριάντα εννέα ετών και πάσχει από εμφανή κατάθλιψη λόγω της αυτοκτονίας του αδερφού της, του Λίαμ. Η αυτοκτονία του Λίαμ, εγείρει σκληρά και δυσάρεστα ερωτήματα στο μυαλό της Βερόνικα καθώς αρχίζει να συλλογίζεται αν η παιδική τους ηλικία ήταν αυτό που οδήγησε σε αυτή. Οι αναμνήσεις δεν είναι πάντα αξιόπιστες, κάτι που εξασθενεί σε σημαντικό βαθμό την αξιοπιστία της ως αφηγήτριας. Ήδη από την αρχή του μυθιστορήματος, αναφέρει τον λόγο της καταγραφής των σκέψεων και των αναμνήσεών της: «Θα ήθελα να καταγράψω τα όσα συνέβησαν στο σπίτι της γιαγιάς μου το καλοκαίρι που ήμουν οκτώ εννιά χρόνων, μα δεν είμαι απολύτως σίγουρη πως όντως συνέβη κάτι. Πρέπει να καταθέσω μαρτυρία για ένα γεγονός αβέβαιο. Το νιώθω να βρυχάται μέσα μου – αυτό που ίσως εντέλει να μη συνέβη καν…». Όσον αφορά τη χρονολογία, το μυθιστόρημα είναι επικεντρωμένο σε μια παλιά ιστορία, σε παιδικές αναμνήσεις και μερικά στοιχεία της φαντασίας της Βερόνικα που πηγαίνουν τριάντα χρόνια πίσω, γύρω στην εφηβεία της Έϊντα. Το μυθιστόρημα δεν παρουσιάζει γραμμική αφήγηση, αφού η Βερόνικα οδηγεί τον αναγνώστη από το ένα μέρος στο άλλο, με σκοπό να κατανοήσει τις αναμνήσεις της. Ο αναγνώστης βλέπει τα πάντα από την άποψη, αποκλειστικά, της Βερόνικα. Ακόμα και οι φανταστικές σκηνές που συμβαίνουν μεταξύ του Λάμπερτ Νάτζεντ και της Έϊντα, αποτελούν την άποψη, αποκλειστικά, της Βερόνικα. Αυτή η αβεβαιότητα συνεχίζεται σε όλο το μήκος του μυθιστορήματος, καθώς η Βερόνικα συνεχίζει να υποψιάζεται τον εαυτό της και τις αναμνήσεις της. Μέχρι τα τελευταία κεφάλαια η αφηγήτρια ταξινομεί τη μυθοπλασία και τα γεγονότα, και ως εκ τούτου το μυθιστόρημα σε τακτά χρονικά διαστήματα μπορεί κάπως να προκαλεί στους αναγνώστες κάποια σύγχυση.

Όσον αφορά το μοτίβο του μυθιστορήματος, η Αν Ένραϊτ, ασχολείται με θέματα που είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικά για τους Ιρλανδούς συγγραφείς, όπως είναι η δυσλειτουργία μέσα στις οικογένειες, ο αλκοολισμός και η θρησκεία στη χώρα. Το σεξ είναι ζωτικής σημασίας στο μυθιστόρημα, τόσο για τον Λίαμ όσο και για την Βερόνικα, ενώ η ενδοοικογενειακή δυσλειτουργία που αναφερθήκαμε είναι προφανής με τους απόντες γονείς και τη διφορούμενη σχέση μεταξύ των αδελφών. Είναι σημαντικό, πάντως, να μαντέψουμε τη στενή σχέση μεταξύ των χαρακτήρων του Λίαμ και της Βερόνικα, για να καταλάβουμε πόσο τεράστια είναι η θλίψη και η ενοχή της Βερόνικα. Ο Λίαμ γεννήθηκε έντεκα μήνες πριν από τη Βερόνικα, και έτσι η σχέση τους θα μπορούσε, κατά κάποιο τρόπο, να παρομοιασθεί όπως εκείνη των διδύμων αδελφών. Παρ’ όλο που δεν διατηρούσαν επαφή και η σχέση τους ήταν κάπως αμφίσημη στην ενηλικίωση, η Βερόνικα δεν μπορούσε ποτέ να αποστασιοποιηθεί από τον αγαπημένο της αδερφό, όπως όταν για παράδειγμα δήλωνε πως συνήθως τα αδέρφια γίνονται λιγότερο σημαντικά, με την πάροδο του χρόνου, αλλά ο Λίαμ αποφάσισε να μην ακολουθήσει αυτόν τον κανόνα και αποφάσισε να παραμείνει σημαντικός μέχρι το τέλος. Ως νεαροί είχαν την βοήθεια του άλλου και όταν ο Λίαμ αρχίζει να υποφέρει από εφιάλτες, στρέφεται στη Βερόνικα για να του κρατάει συντροφιά στις μεγάλες και σκοτεινές ώρες της νύχτας. Ωστόσο, υπάρχουν ενότητες που υπονοούν ότι η σχέση τους σε ένα σημείο παίρνει μια απροσδόκητη στροφή. «Να με πάλι στο σχολείο της Αγίας Ντίμφνα, με μελάνι στην άκρη της γλώσσας. Ο Λίαμ δεν κοιμάται πια μαζί μου. Στο κρεβάτι φοράω το βρακί μου…». Αυτή η δήλωση δείχνει ότι η Βερόνικα δεν φορούσε στο παρελθόν τα εσώρουχά της στο κρεβάτι, και παρ’ όλο που δεν θα μπορούσε όλο αυτό να είναι τίποτα περισσότερο από ένα αθώο συμβάν, θα μπορούσε επίσης να δείξει μια ακατάλληλη, μάλλον, σχέση μεταξύ του Λίαμ και αυτής. Μια σχέση που μπορεί να προέρχεται από την κακοποίηση στην οποία είναι εκτεθειμένος ο Λίαμ. Αυτό, φυσικά, δεν σημαίνει ούτε υπαινίσσεται απαραίτητα ότι ο Λίαμ ήθελε να βλάψει ή να χρησιμοποιήσει τη Βερόνικα με οποιοδήποτε τρόπο. Θα μπορούσε εξίσου να ήταν μια αθώα προσπάθεια του Λίαμ να συμπεριλάβει τη Βερόνικα στα γενικότερα συμβάντα της ζωής του. Η Βερόνικα δεν δηλώνει αμετάκλητα ότι οποιαδήποτε τέτοια σχέση έγινε ποτέ, αλλά το υπονοεί. Η σχέση της Βερόνικα και του Λίαμ είναι κάτι περισσότερο από αδελφός και αδελφή, αφού είναι επίσης καλοί φίλοι. Κατά κάποιο τρόπο έχουν δημιουργήσει τη δική τους μικρή παρέα μέσα στη μεγάλη οικογένεια των Χέγκαρτυ. Αυτός ο μικρός πυρήνας, ωστόσο, ενισχύεται περαιτέρω από τη διαμονή με τη γιαγιά τους, Έϊντα, όπου ο Λίαμ, η Βερόνικα και η μικρή Κίττυ, στέλνονται για να ζήσουν. Ως νεαρό κορίτσι, η Βερόνικα ήθελε πάντα περισσότερα για τον εαυτό της όσον αφορά την οικογένεια, την ανεξαρτησία και τη ζωή γενικότερα, αφού πρώτα απ’ όλα μεγάλωσε με μια απόμακρη μητέρα και πατέρα. Παρ’ όλο που η Βερόνικα έχει σε γενικές γραμμές καλές παιδικές αναμνήσεις, δεν μπορεί παρά να αισθάνεται περιφρόνηση προς τη μητέρα της, λόγω του ότι υπήρξε αόρατη και μακρυνή σε όλη την παιδική της ηλικία. Επομένως, είναι ενδιαφέρον να δούμε πόσο η Βερόνικα, ως μητέρα, κατέληξε να μοιάζει με τη μητέρα της στις καθημερινές της δραστηριότητες. Ο τρόπος με τον οποίο προσπαθεί να διατηρήσει επαφή με τα κορίτσια της, είναι να τα αναγκάζει να μιλήσουν μαζί της κάθε μέρα μετά το σχολείο. Η Βερόνικα είναι πρόθυμη να υποφέρει λόγω υποχρέωσης προς τις κόρες της, ώστε να μην καταλήξει όπως η μητέρα της. Αισθάνεται την ανάγκη να μείνει σε μια οποιαδήποτε σχέση με τον σύζυγό της, που είναι ωστόσο τόσο καταστροφική όσο και αμφιλεγόμενη, αρκεί εκείνες να μείνουν ευτυχισμένες. Ξαναπηγαίνοντας πίσω, είναι ξεκάθαρο ότι η νεαρή Βερόνικα είναι πολύ αθώα για να καταλάβει τι συνέβαινε σε εκείνο το δωμάτιο, ανάμεσα στον Λίαμ και τον Νάτζεντ. Δεν συνειδητοποιεί τη σοβαρότητα της σκηνής που μόλις είχε δει και σαν ένα παιδί που μόλις πήγε να παίξει σε άλλο δωμάτιο, αφήνει τον φτωχό Λίαμ έρμαιο στις ιδιαίτερες απολαύσεις του κ. Νάτζεντ. Ως ενήλικας, η ενοχή της ενδεδειγμένης βοήθειας που δεν πρόσφερε στον Λίαμ, την κατατρώει αργά αλλά και σταθερά.

Δεν αγνοεί το γεγονός ότι η σεξουαλική κακοποίηση, την οποία υπέστη ο Λίαμ είναι η αιτία για πολλά και συνεπώς συνδέεται άμεσα με την αυτοκτονία του. Ωστόσο, ο Λίαμ δεν είναι ο μόνος που είχε αδικηθεί εκείνη την ημέρα. Όταν η Βερόνικα παρακολουθεί τη σκηνή που λαμβάνει χώρα μεταξύ του Λίαμ και του Νάτζεντ, αυτή αποτελεί στην πραγματικότητα και την πρώτη άγρια σεξουαλική εμπειρία για τη Βερόνικα. Ανοίγοντας μια πραγματική πόρτα, ανοίγει επίσης μια άλλη πιο συμβολική πόρτα στη δική της σεξουαλική ζωή. Αυτό το συμβολικό σημείο καμπής είναι η αρχή μιας νέας εποχής όπου η προσωπικότητα της Βερόνικα καταστρέφεται τόσο πολύ από την παραμέληση και την κακοποίηση, που προσπαθεί να αποκαταστήσει με άντρες που μοιάζουν με την έκφραση του κ. Νάτζεντ σε εκείνη τη φρικτή σεξουαλική σκηνή. Η Βερόνικα φτάνει σε ένα άλλο σημείο καμπής όπου συνειδητοποιεί ότι δεν αισθάνεται πλέον την ανάγκη ιδιοκτησίας, ούτε από τους γονείς της ως παιδί, ούτε από έναν άνδρα ως γυναίκα. Είναι έτοιμη να της ανήκει ο εαυτός της αποκλειστικά και να υπερασπίζεται μονάχη τις επιθυμίες και τις ανάγκες της. Φαίνεται σαν να μην φοβάται πλέον να σταθεί μόνη της και ενημερώνει άμεσα την αναγνώστη ότι έχει φτάσει πλέον σε αυτήν την συνειδητοποίηση. Είναι η ανάμνηση του Μάικλ Βάις που την ωθεί σε αυτήν την πολυπόθητη πραγματοποίηση του σκοπού της. Αν και έχει χάσει για πάντα ένα μέρος της όταν έχασε τον Λίαμ, είναι σαφές ότι, σε αντίθεση με αυτόν, διαθέτει κάποιους μηχανισμούς αντιμετώπισης που δεν διέθετε εκείνος.

Όταν το μυθιστόρημα έχει σχεδόν τελειώσει, η Βερόνικα προσπαθεί να ταξινομήσει τη μυθοπλασία από τα γεγονότα και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο κ. Νάτζεντ πράγματι κακοποίησε τον Λίαμ, όχι στο δωμάτιο, αλλά μάλλον στο παλιό γκαράζ. Δεν υπάρχει καμία αναφορά για την πιθανή σχέση της με τον Λίαμ, αλλά κάποια πράγματα παραμένουν άγνωστα. Αν και κατηγορεί τον κ. Νάτζεντ για τη ζημιά που υπέστη η οικογένειά της, συνειδητοποιεί πού βρίσκεται η πραγματική ευθύνη. Στην γιαγιά, στην Έϊντα! Στη γυναίκα, που έπρεπε να προστατεύσει τα εγγόνια της, αλλά απέτυχε. Αν και οι περισσότεροι κατηγορούν την Έϊντα, η Βερόνικα δεν το κάνει. Η Βερόνικα κατηγορεί τον Νάτζεντ. Με αυτή τη διάκριση, επιτρέπει στον αναγνώστη να γνωρίζει ότι τα φανταστικά γεγονότα στη μνήμη της σε καμία περίπτωση δεν συγκρίνονται με τη σκληρή πραγματικότητα των πραγματικών γεγονότων, λόγω των συνεπειών που ακολουθούν, συνέπειες που ακολουθούν μόνο τα πραγματικά γεγονότα. Αυτό είναι ακόμη ένα σημείο καμπής για τη Βερόνικα, ένα σημείο καμπής που επιτρέπει στον αναγνώστη να δει μια πιο ξεκάθαρη εκδοχή του τι πραγματικά διαδραματίστηκε. Δηλώνει στον αναγνώστη να δει την πραγματικότητα και σε κάποιο βαθμό να αγνοήσει τα φανταστικά γεγονότα. Με αυτόν τον τρόπο αναγκάζεται η ίδια να ανοίξει τα μάτια της στα αληθινά γεγονότα της παιδικής της ηλικίας και όχι σε αυτό που φαντάστηκε. Λέγοντας αυτό, η Βερόνικα καθιστά σαφές ότι η κακοποίηση που υπέστη ο Λίαμ στα χέρια του Νάτζεντ, ήταν η αιτία για την κατάρρευση του Λίαμ, και, τελικά, για την αυτοκτονία του. Στο τέλος του μυθιστορήματος, η Βερόνικα συλλογίζεται πώς να αλλάξει τη ζωή της και να διατηρήσει τα κορίτσια της ασφαλή. Σε αυτή τη σειρά των σκέψεων, συλλογίζεται να αγοράσει το παλιό σπίτι της Έϊντα και να το ανακαινίσει, καταστρέφοντας έτσι τη σκηνή της κακοποίησης ως έναν τρόπο εκδίκησης. Δεδομένου ότι ούτε η Έϊντα, ούτε ο Νάτζεντ είναι ζωντανοί, είναι το σπίτι που θα αποπληρώσει το χρέος, αφού πρώτα καθαριστεί και ανακαινισθεί δραματικά, ώστε να εξαφανισθούν οι τόσο επαίσχυντες αναμνήσεις.

Αφού ασχολήθηκε με τα φαντάσματα της παιδικής της ηλικίας και του θανάτου του Λίαμ, η Βερόνικα αργά αλλά σίγουρα βρέθηκε να θέλει να επιστρέψει στη ζωή της με τον Τομ και τα κορίτσια τους. Συνειδητοποιεί ότι παρόλο που η ζωή του Λίαμ τελείωσε, η δική της δεν έχει τελειώσει ακόμη. Έχει αναζητήσει καταφύγιο σε ένα ξενοδοχείο στο αεροδρόμιο Γκάτγουικ, όταν συνειδητοποιεί τον συμβολισμό κατά την παραμονή της εκεί. «…Το να μένεις σε ένα ξενοδοχείο αεροδρομίου, δεν σημαίνει ότι έχεις φτάσει στον προορισμό σου. Απεναντίας, σημαίνει ότι έχεις δρόμο ακόμα…»! Η Βερόνικα κάνει μια επιλογή σε σχέση με το μέλλον της, όταν θέλει να απορρίψει την άλλη ζωή και να αφήσει το ξενοδοχείο πίσω. Στο αεροδρόμιο σπάει την κατάθλιψή της και μεταφορικά αρχίζει να υπάρχει ξανά. Δεν έχει αισθανθεί επαφή με τον εαυτό της ή τον κόσμο των πέντε μηνών, που έχουν περάσει από το θάνατο του Λίαμ. Όπως λέει η ίδια: «Νιώθω ότι έχω περάσει τους τελευταίους πέντε μήνες στον αέρα». Συνειδητοποιεί ότι για να είναι απαλλαγμένη από την ενοχή και την πληγή που κουβαλούσε και η οποία την έριξε σε βαθιά κατάθλιψη, πρέπει να πει στα άλλα αδέλφια της την αλήθεια: «…εδώ και μήνες, βρίσκομαι σε διαρκή πορεία πτώσης. Πέφτω προς την ίδια μου τη ζωή, εδώ και μήνες. Κι’ όπου να ’ναι θα πέσω πάνω της με φόρα». Το παραπάνω απόσπασμα είναι οι τελευταίες γραμμές του μυθιστορήματος. Αφήνουν τον αναγνώστη με το αίσθημα κλεισίματος, αλλά αφήνουν κάτι αιωρούμενο στη φαντασία. Δεν υπάρχει τρόπος να μάθουμε αν η Βερόνικα θα πάρει πραγματικά τη ζωή στα χέρια της, αλλά κατέληξε να πάρει ένα πολύ σημαντικό πράγμα πίσω: Τον εαυτό της! Κάποια στιγμή προς το τέλος του κειμένου, η Βερόνικα θυμήθηκε και συνειδητοποίησε μια λεπτομέρεια που πίστευε η γιαγιά της, η Έϊντα, ότι δηλαδή «… οι άνθρωποι δεν αλλάζουν, απλώς αποκαλύπτονται…». Στην κρίση του αναγνώστη εναπόκειται η συνέχεια. Όχι τόσο της ιστορίας, αλλά της δημιουργικής φαντασίας. Αν σε τελική ανάλυση, αυτό θα επαληθευόταν απόλυτα και ικανοποιητικά, ή μερικώς!

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Deborah Turbeville. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly