frear

«Οι αδιάφοροι» του Αλμπέρτο Μοράβια – γράφει ο Γιώργος Θ. Ζώης

Ο Ιταλός συγγραφέας Alberto Moravia (1907-1990) δεν χρειάζεται συστάσειςˑ είναι ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους συγγραφείς της Ιταλίας, ο οποίος μάλλον δύσκολα θα μπορούσε να ενταχθεί σε κάποιο λογοτεχνικό ρεύμα της εποχής του, διαμορφώνει όμως με τον ρεαλισμό, την ιδιαιτερότητα και την δύναμη της γραφής του ένα «ρεύμα» ή μια «σχολή» ολότελα δική του. Ενδεικτικά, μερικά από τα γνωστότερα έργα του –κάποια εκ των οποίων μεταφέρθηκαν και στον κινηματογράφο είναι τα μυθιστορήματα Αγκοστίνο (1944), Η ανυπακοή (1948), Ο κομφορμιστής (1951 που μεταφέρθηκε το 1970 στον κινηματογράφο με τη σκηνοθετική ματιά του Bernardo Bertolucci), Η περιφρόνηση (1954, που μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο το 1963 από τον Jean-Luc Godard) κ.α.

Οι αδιάφοροι (Gli indifferenti), που κυκλοφόρησαν πρόσφατα από τις εκδόσεις «Ελληνικά Γράμματα» σε μετάφραση της Ελένης Τουλούπη (είχε κυκλοφορήσει και παλαιότερα σε μετάφραση του Θανάση Μετσιμενίδη από τις εκδόσεις «Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος»), είναι το πρώτο του μυθιστόρημα, το οποίο ο συγγραφέας είχε αρχίσει να επεξεργάζεται ήδη από πολύ νεαρή ηλικία για να κυκλοφορήσει τελικά με τη συνδρομή του πατέρα του από έναν εκδοτικό οίκο του Μιλάνου το 1929. Την εποχή κατά την οποία ο Moravia έγραψε το μυθιστόρημα, στην Ιταλία είχε εδραιωθεί το φασιστικό καθεστώς του Benito Mussolini, ενώ ο ίδιος ο συγγραφέας ήταν ελάχιστα πολιτικοποιημένος.

Η υπόθεση είναι σχετικά απλή· πρωταγωνιστούν πέντε πρόσωπα: ο νεαρός Μικέλε, η αδερφή του Κάρλα, η μητέρα τους Μαρία Γκράτσια, ο αριβίστας εραστής της μητέρας, που πολιορκεί την Κάρλα, Λεό και η φίλη της μητέρας και πρώην ερωμένη του Λεό Λίζα. Φαινομενικά δίδεται η εντύπωση ενός εντελώς αδιάφορου σκηνικού, ενός σκηνικού όπου τίποτε το συγκλονιστικό δεν πρόκειται να συμβεί, μιας ιστορίας που μάλλον δεν έχει να διδάξει τίποτα. Στην πραγματικότητα πρόκειται για ένα ρεαλιστικό μυθιστόρημα, που έστω και αν δεν επιθυμεί να λειτουργήσει «διδακτικά» προς τον αναγνώστη –κάτι που άλλωστε φαίνεται πως δεν επιθυμούσε ούτε ο ίδιος ο συγγραφέας– αποδίδει με εξαιρετική ακρίβεια και γλαφυρό τρόπο αφενός μεν τις συνήθειες μιας αστικής οικογένειας της εποχής, αφετέρου το ψυχολογικό προφίλ των πρωταγωνιστών.

 

 

Αυτό που κυριαρχεί σε όλη την έκταση του βιβλίου είναι αυτό το οποίο μαρτυρά και ο τίτλος του: η αδιαφορία. Αν ο σκοπός του συγγραφέα είναι να αναδείξει ακριβώς αυτή την αδιαφορία μέσα από την αφήγηση, τότε το κατορθώνει με μεγάλη επιτυχία, καθώς παρουσιάζεται αριστοτεχνικά η κενότητα των αστών της εποχής, μια κενότητα που αντικατοπτρίζεται στον καθημερινό τρόπο ζωής τους, στις γεμάτες υποκρισία, σοβαροφάνεια και ψεύτικη ευγένεια κοινωνικές συναναστροφές, στην ανάγκη της επιβεβαίωσης μέσω της οικονομικής επιφάνειας (έστω και αν αυτή δεν υφίσταται στην πραγματικότητα). Ωστόσο, μια πολύ σημαντική παράμετρος, η οποία δεν θα πρέπει να περάσει απαρατήρητη είναι η σύνθεση ενός σχεδόν ολοκληρωμένου ψυχογραφήματος των πρωταγωνιστών. Ο νεαρός Μικέλε, ο κατεξοχήν αδιάφορος, είναι ένας νέος ο οποίος προσπαθεί να επιβεβαιώσει την αηδία που αισθάνεται για τον εραστή της μητέρας του Λεό, αλλά δεν είναι και απόλυτα σίγουρος αν τα αρνητικά συναισθήματά του για εκείνον απορρέουν από μια πραγματική ανάγκη να εκφράσει την αγανάκτησή του με βάση τις αξίες που έχει (;) διαμορφώσει εντός του. Η αδερφή του Μικέλε, η νεαρή Κάρλα δεν έχει κάποιον ηθικό ενδοιασμό να προσεγγίσει ερωτικά τον Λεό, αδιαφορώντας για τον ερωτικό δεσμό που διατηρεί εκείνος με την μητέρα της, την οποία κανένας από τους δύο δεν φαίνεται να υπολογίζει· είναι ένα νέο κορίτσι που μεταβάλλεται σε γυναίκα και προσπαθεί να εκφράσει την θηλυκότητά της, να ικανοποιήσει την ανάγκη της αυτοεπιβεβαίωσής της μέσω της ερωτικής έλξης που αισθάνεται για τον Λεό, μιας έλξης, η οποία μάλλον είναι περισσότερο αποτέλεσμα της αναζήτησης της σεξουαλικότητάς της, παρά ειλικρινής έκφραση συναισθημάτων. Ο Λεό από την άλλη πλευρά, αντιπροσωπεύει το αρχέτυπο του θρασύτατου καιροσκόπου, ο οποίος δεν διστάζει να πλησιάσει την κόρη της ερωμένης του, να την πολιορκήσει ερωτικά, όταν αντιληφθεί την έλξη που αισθάνεται εκείνη γι’ αυτόν και μάλιστα να σχεδιάσει την μελλοντική τους συμβίωση κατά τρόπο «συμβατό» με τα αστικά ήθη και τους κανόνες της εποχής. Η μητέρα, η Μαρία Γκράτσια, δεν είναι παρά μια αφελής, ανόητη γυναίκα που βλέπει στο πρόσωπο του Λεό εκτός από έναν ερωτικό σύντροφο, έναν «ευεργέτη» -καθώς εξαρτάται οικονομικά από αυτόν και από την «καλή πίστη» του- η οποία, αντιλαμβανόμενη ότι την περιτριγυρίζουν κίνδυνοι επιτίθεται κάθε φορά προκαταβολικά στον εραστή της για να τρέχει κατόπιν ξανά στην αγκαλιά του· η ίδια όμως δεν δίστασε να τον φέρει κοντά της μετά από τον χωρισμό του από την καλύτερή της φίλη, τη Λίζα, η οποία είναι και το πέμπτο πρόσωπο του μυθιστορήματος. Η Λίζα φαινομενικά έχει αποδεχτεί το υφιστάμενο “status”, ήτοι τη σχέση του Λεό με την Μαρία-Γκράτσια, αλλά δεν θα είχε αντίρρηση στην περίπτωση που ο Λεό αποφάσιζε να γυρίσει σε εκείνη, αν και το πραγματικό της ενδιαφέρον εντοπίζεται στο πρόσωπο του νεαρού Μικέλε, τον οποίο προσπαθεί η ίδια να προσεγγίσει ερωτικά παρά την αδιαφορία του τελευταίου.

Πέραν όλων των άλλων πάντως, στο μυθιστόρημα, όπως προαναφέρθηκε, διαμορφώνονται με πολύ γλαφυρό τρόπο τα ψυχολογικά πορτραίτα των πρωταγωνιστών και τούτο δεν είναι τυχαίο, δεδομένου ότι ο Moravia είχε διαβάσει την Εισαγωγή στην Ψυχανάλυση (Vorlesungen zur Einführung in die Psychoanalyse) του Sigmund Freud· δεν θα ήταν επίσης υπερβολή αν ισχυριζόταν κανείς ότι η φιλοσοφία του συγγραφέα φέρει ένα βαθιά υπαρξιστικό πρόσημο, καθώς οι ήρωές του τελούν σε σύγχυση, εγκλωβίζονται στην ίδια τους τη μοναξιά και παράλληλα –αυτό ισχύει για ιδίως τα δύο νεαρά αδέρφια, τον Μικέλε και την Κάρλα–, ακόμη και ασυνείδητα, εισέρχονται σε μια διαδικασία αναζήτησης του ίδιου τους του εαυτού, προσπαθούν να εντοπίσουν το νόημα της ύπαρξής τους. Η αναζήτηση αυτή δεν οδηγεί πάντα σε ασφαλή συμπεράσματα, ίσως δεν οδηγεί πουθενά (όπως φαίνεται να συμβαίνει με τον Μικέλε, ο οποίος το μόνο που κάνει είναι να επαναλαμβάνεται με διαφορετικές κάθε φορά αντιδράσεις ανάλογα με την περίσταση), ίσως όμως και να δίνει κάποιες απαντήσεις όχι απαραιτήτως ικανοποιητικές, αλλά οπωσδήποτε απαντήσεις (όπως φαίνεται να συμβαίνει, αντίθετα, με την Κάρλα). Πίσω από τις σελίδες, θα μπορούσε ενδεχομένως να διακρίνει κανείς και κάτι που σε καμία περίπτωση δεν αναφέρεται ρητά· πρόκειται για τις κοινωνικές, αλλά ακόμη και τις ψυχολογικές συνθήκες που ευνόησαν την επικράτηση του φασισμού. Η αδιαφορία, αυτή καθεαυτή οδηγεί στην πάσης φύσεως αλλοτρίωση, σε μια, όχι μόνο ατομική, αλλά και συλλογική «απονεύρωση», σε μια πνευματική λοβοτομή που μπορεί να οδηγήσει σε καταστροφικές επιλογές (άλλωστε, ο μόνιμος φόβος τον μικροαστών –που πάντα επιδίωκαν να ανέβουν σκαλοπάτια στην «κοινωνική κλίμακα»– στην Ευρώπη του Μεσοπολέμου και όχι μόνο, ήταν ο κίνδυνος της προλεταριοποίησης και αυτός ακριβώς ο φόβος ώθησε το μεγαλύτερο μέρος τους στον φασισμό και τον ναζισμό).

Και οι Αδιάφοροι μεταφέρθηκαν στον κινηματογράφο το 1964 από τον σκηνοθέτη Francesco Maselli. Την παρούσα έκδοση συνοδεύουν μια λεπτομερής εισαγωγή του ποιητή και συγγραφέα Edoardo Sanguineti, ένα κατατοπιστικό κριτικό σημείωμα της Alessandra Grandelis, καθώς και τέσσερα κείμενα του ίδιου του συγγραφέα, που φωτίζουν ορισμένες πτυχές και επεξηγούν τη διαδικασία, αλλά και τις συνθήκες που επικρατούσαν την εποχή της συγγραφής του μυθιστορήματος, ενός μυθιστορήματος που, αν προσαρμοστεί στις σύγχρονες συνθήκες, στέλνει μηνύματα διαχρονικά.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly