frear

Για την «Αθανασία» του Μίλαν Κούντερα – γράφει η Ελένη Χρυσουλάκη

Ο ευρέως αναγνωρισμένος Τσέχος συγγραφέας του 20ου αιώνα, Μίλαν Κούντερα, εξύμνησε την ελαφρότητα της ύπαρξης και τη σημαντικότητα του νοηματοδοτούμενου φορτίου για μια πραγματική, αυθεντική ζωή. Γεννήθηκε την 1η Απριλίου του 1929 στο Μπρνο της Τσεχοσλοβακίας και ζει στη Γαλλία από το 1975, ενώ έχει επανειλημμένα προταθεί για Νόμπελ Λογοτεχνίας. Η αγάπη του για τη μουσική διαφαίνεται σε όλο το φάσμα των έργων του, από τα οποία τα κυριότερα είναι Το αστείο, Η ζωή είναι αλλού, Κωμικοί έρωτες, Η βραδύτητα, Η άγνοια, Το βιβλίο του γέλιου και της λήθης και Η αβάσταχτη ελαφρότητα της ύπαρξης, η οποία μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο το 1988 (The Unbearable Lightness of Being). Το στοχαστικό έργο του Η Αθανασία, κυκλοφόρησε το έτος 2019 σε νέα, εξαιρετική μετάφραση του κ. Γιάννη Η. Χάρη από τις εκδόσεις «Βιβλιοπωλείον της Εστίας».

Πυρήνας του μυθιστορήματος του Μίλαν Κούντερα, Η Αθανασία, είναι η ερμηνεία της ματαιότητας (ή μη) που διέπει το ανθρώπινο «εγώ», της εικόνας κάθε πνευματικά ανελισσόμενου, ειδικώς μετά το θάνατό του. Ένας τίτλος υποσχόμενος το ουσιώδες της ζωής, που, μόνο με τη ζωή δεν σχετίζεται. Πρόκειται για ένα φιλοσοφικό έργο κατανεμημένο σε επτά μέρη, όπου ο συγγραφέας εστιάζει στη σημασία του απόηχου της εικόνας του ανθρώπου κατά τη μετά θάνατον ζωή, εκεί που οι καταξιωμένοι ενεργοποιούν την «αθανασία» τους, την οποία αγωνίστηκαν να κατακτήσουν εν ζωή.

Και η αφήγηση άρχεται με μια κίνηση, με ένα τίναγμα χεριού μιας γυναίκας μεγαλύτερης ηλικίας πλησίον μιας πισίνας, απλή αλλά γοητευτική χειρονομία, κι ένα χαμόγελο άνευ ηλικιακού προσδιορισμού, πνιγμένα αμφότερα στο γήρας του κορμιού. «Με ένα συγκεκριμένο κομμάτι του εαυτού μας, όλοι μας ζούμε πέρα από το χρόνο. Συνειδητοποιούμε την ηλικία μας ορισμένες στιγμές, μα στην πλειονότητα ζούμε χωρίς ηλικία». Το μυθιστόρημα διερευνά την επιθυμία του ανθρώπου για αθανασία, την ανάγκη του, που μετουσιώνεται σε μανία, να ελέγξει τη φήμη του, ειδικώς, δε, την υστεροφημία του. Αυτή η ιδεατή διέγερση και η μαγεία της που κάνει τον άνθρωπο να ξεχνά την πραγματική απόσταση από το θάνατο, εάν όχι και τον ίδιο. Οι συμπεριφορές καταγράφονται με σκηνοθετική αμεσότητα, καθώς εκδηλώνονται σε έναν κύκλο ατέρμονης προσπάθειας φυγής. Ένας φυλακισμένος πυρήνας, που σε σύγχυση αναζητά εμμονικά μια αχτίδα ικμάδας σε κάθε τι αφηρημένο και απομακρυσμένο από την ανθρώπινη παρέμβαση, για να μπορέσει να σταθεί. Όμως ο συγγραφέας εστιάζει στη ματαιότητα του προσχεδιασμού της αθανασίας, της εκ των προτέρων μελέτης και εφαρμογής της, ματαιότητα που έγκειται στην αδυναμία πραγμάτωσής της όπως σχεδιάστηκε, καθότι υπερβαίνει την ανθρώπινη διάνοια λαμβάνοντας μια απρόβλεπτη σημασία, μα και αιώνια δίκη.

Ο Κούντερα αφουγκράζεται τους πρωταγωνιστές του (και τους λαμπρούς διαλογισμούς τους), οι οποίοι ποικίλουν: Η Ανιές, η κόρης της, Μπριζίτ, η αδελφή της, Λώρα, ο άντρας της Ανιές, Πωλ, ο άντρας της Λώρα, Μπερνάρ, (η σιαμέζικη γάτα – alter ego της Λώρα) ο καθηγητής Αβενάριος, ο Γκαίτε, η Μπεττίνα του, ο Χέμινγουεϊ. Η Ανιές θα διακόψει το δεσμό της με την ανθρώπινη επαφή για να κατακτήσει την αθανασία. Η Λώρα θα προσθέσει στο εγώ της χαρακτηριστικά, των οποίων θα γίνει προπαγανδίστρια και μαχόμενη να τους μοιάσει όσο γίνεται, διαβρώνοντας τη μοναδικότητά της. Η Μπεττίνα μεταμφιέζει τη φιλοδοξία της σε έρωτα για να χτίσει την αθανασία της στηριζόμενη στον Γκαίτε. Με μια πρωτότυπη αφήγηση να εισχωρεί σε μια άλλη κατά τρόπο σπονδυλωτό, διατηρεί αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη, που εάν παραλείψει κάποιο τμήμα της, αδυνατεί να παρακολουθήσει την κλιμάκωση.

Παρακολουθώντας τη συλλογιστική των προσώπων του έργου γίνεται άμεσα αντιληπτή η κενότητα που διέπει τις προσωπικότητες που είναι ασυναισθηματικές. Που αιωρούνται δίχως το βάρος του συναισθήματος, που βαραίνει τη ζωή. Δίχως τον έρωτα, την αγάπη. Οντότητες εγκλωβισμένες στο καθεστώς της δέσμευσης, αφοπλιστικά κουρασμένες, ατροφικές, να επιμένουν με μια βουβή ηχώ, διαποτισμένες με μίσος, που μάλλον τους δένει με εκείνο που απωθούν, παρά τους απομακρύνει. Ο συγγραφέας σε όλο του το έργο είναι παρών. Παρών σε διαφορετικές σφαίρες και χρόνους πραγματικότητας για να διατυπώσει νοητούς παραλληλισμούς για τις κινήσεις, τα λόγια, τις συμπεριφορές θνητών και «αθανάτων». Για τη σκιά της αντανάκλασης της ύπαρξης, επαναλαμβανόμενη στις αλέες των κόσμων, κάθε φορά με διαφορετικό κίνητρο, για έναν ξεχωριστό σκοπό. Εντοπίζει τον πόνο σε κάθε εξέλιξη του ανθρώπου, για να καταλήξει στο ότι θεμέλιο του εγώ δεν είναι η σκέψη, αλλά ο πόνος. «Όταν δυναμώνει ο πόνος, ο κόσμος χάνεται από τα μάτια μας, κι ο καθένας μας μένει μόνος με τον εαυτό του. Ο πόνος είναι η Μεγάλη Σχολή του εγωκεντρισμού».

Ο Κούντερα συντροφεύει τους Γκαίτε και Χέμινγουεϊ στους δρόμους του άλλου κόσμου, θεωρώντας πως ο δεύτερος, ως εκπρόσωπος της Αμερικανικής πένας, ερχόμενος από μια χώρα αγαπημένη του Γκαίτε, θα συναρπάσει με το ανήσυχο πνεύμα του τον πρώτο συζητώντας για το αμφιλεγόμενο ζήτημα της αθανασίας, επεξεργαζόμενοι ο καθένας τη δική του, αφ’ υψηλού. Μια αφοσίωση που πραγματώνεται με θυσίες για την κτήση μιας «μικρής» ή μιας «μεγάλης» αθανασίας. Μικρή αθανασία ορίζεται η ανάμνηση ενός ανθρώπου στο νου εκείνων που τον ήξεραν, ενώ μεγάλη αθανασία αποτελεί η ανάμνηση ενός ανθρώπου στο νου εκείνων που δεν τον ήξεραν προσωπικά. Και, στον αγώνα κτήσης της υστεροφημίας των μεγάλων, είναι αναμενόμενη η επικίνδυνη ταλάντευση στα δυσδιάκριτα όρια της ουσίας και της ματαιότητας. Ακολουθώντας, ωστόσο, τη ροή της ανάγνωσης, αδιαμφισβήτητα ένα είναι εκείνο που φωλιάζει στη σκέψη: καλλιεργώντας ένα ρηχό, επιφανειακό εγώ, επιτυγχάνεται με ακρίβεια μια έντεχνη αφαίρεση της αυθεντικότητας και της μοναδικότητάς του. Για την ανύψωσή του αναζητείται εκείνο το ίχνος της ομορφιάς, το ακριβοθώρητο, μόλις και μετά βίας ορατό, στα έγκατα του κόσμου των ανθρώπων, που αποκρυσταλλώνει την ουσία της ύπαρξης και διατηρεί το φως της, στη σφαίρα που μπορεί απρόσκοπτα να λάμψει. Αναζητείται ο δρόμος. «Ο δρόμος, ως φόρος τιμής στο χώρο. Κάθε κομμάτι του δρόμου διαθέτει το δικό μας νόημα και μας καλεί να σταθούμε. Οι δρόμοι, προτού εξαφανιστούν απ’ το τοπίο, εξαφανίστηκαν από την ανθρώπινη ψυχή: ο άνθρωπος δεν έχει πια την επιθυμία να περπατά και να απολαμβάνει. Ακόμα και τη ζωή του, δεν τη βλέπει πια σαν δρόμο αλλά σαν αυτοκινητόδρομο: σαν μια γραμμή που οδηγεί απ’ το ένα σημείο, στο επόμενο….».

Μια ιστορία, μέσα στην άλλη ιστορία. Ένα συζυγικό κρεβάτι να συμβολίζει το βωμό του γάμου. Εκεί που αδυνατείς να κοιμηθείς, ενώ δεν επιτρέπεις στον εαυτό σου να κινηθεί, για να μην ενοχλήσεις τον άλλον. Ένας καθρέφτης. Ένα ζευγάρι μαύρα γυαλιά που αποκτά διαφορετικό συμβολισμό. Σπίθα αινιγματικής προσωπικότητας και γοητείας για τη μοναχική, παντρεμένη Ανιές, σύμβολο πένθους και απόκρυψης της παραμόρφωσης του προσώπου από το κλάμα για τη Λώρα, αδελφή της Ανιές. Για εκείνη, τα γυαλιά της έγιναν υποκατάστατο των δακρύων. Το μαύρο τους κάλυψε το σκοτάδι στο κενό βλέμμα της. Μια σιαμέζικη γάτα να δρα με αντανακλαστικά ανθρώπινης νοημοσύνης, απαιτώντας προσοχή και αφοσίωση προσιδιάζουσα σε σύντροφο. Αλληγορίες που φέρνουν αντιμέτωπο τον άνθρωπο με τον εαυτό του, όταν πλέον έχει φτάσει στο τέλος της διαδρομής του.

Η Αθανασία. Από τα ωραιότερα έργα του Μίλαν Κούντερα, το τελευταίο γραμμένο στην τσέχικη γλώσσα, ανολοκλήρωτο εάν κάποιος παραλείψει ένα μέρος του. Με τρόπο ευρηματικό συνδέονται αυτοτελείς ενότητες και δημιουργούν εκείνη τη λογοτεχνική μαγεία που δίνει στον αναγνώστη την ευκαιρία να προσεγγίσει ψυχογραφικά τις προσωπικότητες των πρωταγωνιστών, καθώς και να τους αξιολογήσει βάσει της προσωπικής του δικαιοσύνης. Να συμβάλλει στην αθανασία εκείνων που επιθυμεί. Μικρών ή μεγάλων.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Ο Milan Kundera με τους συγγραφείς Veronica Geng και Philip Roth το 1980. Φωτο: Vera Kundera

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly